Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου, 2020

Πνευματικά και καλλιτεχνικά γεγονότα του τόπου μας

Αγαπητοί μας αναγνώστες,
Καλημέρα σας και Χρόνια Πολλά σε όλους!

Αύριο, συν Θεώ, μας αποχαιρετά ο Οχτώβρης, ο μήνας που το παράκανε με το κορωνοϊό και τα τόσα θύματά του, και επίσης το παράκανε, τις τελευταίες του μέρες, με τις πρωτόγνωρες κακοκαιρίες. Ας πούμε πως έφερε κι ένα καλό φεύγοντας· την αλλαγή της ώρας. Γυρίσαμε μια ώρα πίσω τα ρολόγια μας. Ευχόμαστε να πάνε όλα καλά κι ως προς την ώρα κι ως προς τις καιρικές συνθήκες, και ως προς τον ξορκισμένο κορωνοϊό.

Και τώρα η ματιά μας στο Εορτολόγιο της βδομάδας.
Αυτή την τελευταία βδομάδα τ’ Οχτώβρη, γιορτάσαμε τον Μεγαλομάρτυρα Άγιο Δημήτριο τον Μυροβλύτη, τη Δευτέρα 26/10, και θυμίσαμε στα παιδιά κι εγγόνια μας, πως ζούσε στη Θεσ/νίκη, στα τέλη του 3ου κι αρχές του 4ου αιώνα. Ήταν ανθύπατος της πόλης, της οποίας μετά το μαρτυρικό τέλος του, αναδείχτηκε Πολιούχος και Προστάτης! Aπό το άγιο λείψανό Του ανέβλυζε μύρο, με το οποίο γίνονταν και συνεχίζουν, πολλά θαύματα, γι’ αυτό και Μυροβλήτης και βέβαια Προστάτης της Θεσ/νίκης στους αιώνες. Μεγάλη η χάρη Του!
Η 26/10 είναι επίσης η ένδοξη μεγάλη ώρα του 1912, οπότε έχομε την κατάληψη της Θεσ/νίκης, από τον ένδοξο στρατό μας. Μέρα δόξας και εθνικής περηφάνιας!
Και την μεθεπόμενη, δηλ. την 28η Οκτωβρίου, οι πανέλληνες γιορτάζουμε τη μεγάλη ώρα του Έθνους μας, το ΟΧΙ των Ελλήνων, στον υπερφίαλο δικτάτορα της Ιταλίας Μουσολίνι. Η Αγία Σκέπη της Θεοτόκου βοήθησε, ο Στρατός μας μεγαλούργησε και η Δόξα στεφάνωσε την Ελλάδα.
Αυτές τις μεγάλες ώρες της Ιστορίας μας παίρνω το θάρρος, να θυμηθώ τις παιδικές μου αναμνήσεις, 8χρονο παιδί, στο Σέλινο, εκείνης της συγκλονιστικής μέρας της ζωής μου, της 28ης Οκτωβρίου 1940.

Είμαστε λοιπόν, στις 27 τ’ Οχτώβρη του ‘40 και θυμούμαστε…
Πηγαίνω να ξεκινήσω το κουβάρι των παιδικών μου αναμνήσεων, είμαι οχτάχρονο παιδί, το τέταρτο και μεγαλύτερο της οικογένειάς μας, είναι Κυριακή 27 Οχτωβρίου του ‘40 και τ’ απόγευμα γίνεται στα διπλανά Τσισκιανά, του αξ/κού Τζανάκη Ευτύχη, ο γάμος. Η απόσταση από το χωριό μας, του Καμπανού, είναι μισής ώρας. Καλεσμένοι οι περισσότεροι χωριανοί μας και βέβαια ο πατέρας μας. Αποφασίζει και με παίρνει μαζί του, στο γάμο αν και είχε προγραμματίσει με το ξημέρωμα να φύγει από το γλέντι για να πάει στο χωριό του Αγ. Ειρήνη να οργώσει και να φυτέψει πατάτες. Εμένα μ’ έδωσε τ’ απογευματάκι «μετά που φάγαμε το πιλάφι του γάμου», σε συγγενείς και γειτόνους να με γυρίσουν στο χωριό! Πριν φύγουμε εμείς για Καμπανού, ο μπαμπάς μου είχε φύγει ώρες, ακούμε το ραδιόφωνο του γαμπρού, απ’ τον οντά του, που έλεγε: «Αι ιταλικαί στρατιωτικαί δυνάμεις, προσβάλλουν από της 5.30 πρωινής της σήμερον, τα ημέτερα τμήματα προκαλύψεως της Ελληνοαλβανικής μεθορίου. Αι ημέτεραι δυνάμεις αμύνονται επί του πατρίου εδάφους! Αθήναι, 28-10-1940.

Και συνέχεια ο Εθνικός μας Ύμνος, Εμβατήρια πολεμικά τραγούδια. Το τι έγινε στο γάμο, δεν περιγράφεται. Ο κόσμος έφυγε τρεχάτος. Εγώ με τους γειτόνους μας είμαι ήδη στο σπίτι μας, στου Καμπανού. Κι έρχεται ένας χωροφύλακας, πήγαινε σ’ όλων τα σπίτια κι ειδοποιούσε να ετοιμαστούν οι άντρες του χωριού, να φύγουν για Κάντανο, Χανιά, κ.λπ.
Είπαμε πως ο πατέρας μας όργωνε στην Αγ. Ειρήνη. Τηλέφωνο δεν υπήρχε. Και παίρνει με κλάματα, η μάνα μας την απόφαση:
– Σταμαθιό μου, έεις ξαναπάει στην Αγ. Ειρήνη. Να, κράτα αυτό το ραβδί για σκύλους, στην όλη διαδρομή σου (Τσισκιανά – Πρινέ – Επανωχώρι – Αγ. Ειρήνη, 8 χλμ.) κι άμε να πεις του μπαμπά σου, που οργώνει στου “Τρουλλίτη” (τοποθεσία) να ‘ρθει αμέσως εδώ, να ντυθεί και να φύγει για την Αλβανία…

Κλάματα η μάνα μας και φιλιά κι ευχές σε μένα, για καλή στραθιά, με τη βοήθεια του Θεού…
Περασμένο μεσημέρι έφτασα. Ο πατέρας μου όργωνε, η μάνα του, η γιαγιά μου, βοηθούσε και τους ξαφνιάζω λέγοντάς τους τα νέα μου…

Τα κλάματα της αείμνηστης λάλης μου (μητέρας του πατέρα μου) δεν τα ξεχνώ όσο ζω! Και φεύγουμε για Καμπανού, αφήνοντάς της ζευγάρι και φυτέματα, στη μέση, κι ό,τι μπορέσει ας κάμει…

Στη διαδρομή Αγ. Ειρήνης – Καμπανού (8 χλμ.) ο αείμνηστος πατέρας μου αν και κατάκοπος, με σήκωσε στη ράχη του “ξύδι – λάδι”, που λένε, ως το σπίτι. Φτάνοντας στο σπίτι μας, η μάνα μας με μοιρολόι βρήκε τα καλά γαμπριάτικα ρούχα και στιβάνια του πατέρα μου, εκείνος ντύθηκε χωρίς καθυστέρηση κι όλοι μαζί, γονείς και τέσσερα μικρά παιδιά κατεβήκαμε στην πλατεία του χωριού, στον Άι – Νούφρη, που ήταν όλο το χωριό “και τ’ αντρολάσι”, που θα ‘φευγε για τον πόλεμο στην Αλβανία.
Με το ξεκίνημά τους, θα ήταν μεσημέρι, και πιάστηκαν αγκαλιαστά πέντε – πέντε και ξεκίνησαν με το ριζίτικο τραγούδι:
«-Μηνάς μου κόρη κι έρχομαι κι είντα θα βάλω να ‘ρθω;
– Α! βρέχει βάλε τσόχινα κι ανέ χιονίζει γούνες,
κι αν είν’ ευγιά και ξεστεριά, βάλε τα βελουδένια!»

Αυτοί προχωρούν με το τραγούδι κι εμείς οι δικοί των, μην πω πώς είμαστε. Ας είναι! Η συγκίνηση εκείνη δεν ξεχνιέται…

Έφτασαν πεζοπορία 15 χλμ.: Νεροπήγαδα – Σταυρό – Κάντανο, τους έβαλαν οι αξιωματικοί της Καντάνου σε φορτηγά για να φτάσουν Χανιά, να πάνε στη Σούδα στο στρατόπεδο, να ντυθούν και να αφήσουν για φύλαξη τα προσωπικά τους αντικείμενα, και να οδηγηθούν στα πλοία για την αναχώρησή τους στο Μέτωπο, στα Αλβανικά βουνά!..

Τη δεύτερη μέρα βραδάκι, βλέπουμε να φτάνει στο σπίτι μας, ο πατέρας μας. Έχει απαλλαγή του είπαν, “λόγω τεσσάρων ανηλίκων παίδων”.

Το τι έγινε δεν περιγράφεται…

Νοέμβρης πια του 1940. Τα σχολεία κλειστά, γιατί οι δ/λοι των είναι στο μέτωπο. Κάθε δυο – τρεις μέρες, χτυπούσαν οι καμπάνες των εκκλησιών μας και μαζεύονταν όλο το χωριό για δοξολογία. «Πήραμε την Κορυτσά – την Πρεμετή – τους Α. Σαράντα – τη Χειμάρα – τ’ Αργυρόκαστρο» κ.λπ. Λόγοι ενθουσιασμού από το γέρο δάσκαλο του χωριού, πυροβολισμοί χαράς, τραγούδια, χοροί και δάφνινα στεφάνια στο Ηρώο μας. Αξέχαστες ώρες ενθουσιασμού.

Και πέρασαν τα χρόνια και το Έπος της Αλβανίας έγραψε χρυσή σελίδα στην Ιστορία μας. Γύρισαν οι άντρες μας -όσοι γύρισαν- από τα αλβανικά βουνά και πριν ανασάνουν στα πάτρια, ο στυγερός δυνάστης Γερμανός έκαψε και μαύρισε σπίτια και χωριά, πόλεις, τα πάντα.

Μη μακραίνω όμως την σημερινή μου εξιστόρηση, με τη γερμανική κατοχή, τα λέμε αυτά αργότερα.
Τέλειωσα λοιπόν δημοτικό στου Καμπανού, γυμνάσιο στην Παλαιόχωρα και Χανιά, Παιδαγωγική Ακαδημία στη Ρόδο 1950-52 και λίγα χρόνια αργότερα Μετεκπαίδευση στην Αθήνα. Στη συνέχεια: Φαντάρος και αμέσως μετά, 1953, διορίζομαι δ/λος στην Καστοριά. Υπηρετώ εκεί σωστά πέντε χρόνια και το 1959 μετατίθεμαι στο Ροδοβάνι Σελίνου, σχολειό διθέσιο, μαθητές πάνω από 120.

Ποτέ δεν άφησα σχολική γιορτή που να μη γίνει.
Και δέστε τι θυμήθηκα: Είχαμε τελειώσει στο Δημ. Σχ. Αγριλέ τη σχολική γιορτή της 28ης Οκτωβρίου 1964, σχόλασα τους μαθητές μου και πήρα δρόμο πεζοπορώντας για το χωριό μου τον Καμπανό, κάπου 3,5 – 4 χλμ. απόσταση, κρατώντας το μαγνητόφωνό μου, το φίλιπς, που έπαιζε εμβατήρια και τραγούδια στη γιορτή. Φτάνω στην πλατεία του Καμπανού, στο καφενείο -τότε- Ι. Παπαδογιάννη. Ήταν γεμάτο χωριανούς. Είχαν τελειώσει κι εδώ τη σχολική τους γιορτή. Και καθίσαμε για κουβέντα και καφέ.

Συγκλονιστικές αναμνήσεις
Το ‘φερε η ώρα, το ετοίμαζε η σκέψη· δεν ξέρω. Και στη στιγμή, τους ξαφνιάζω όλους τους χωριανούς, ρωτώντας:
Πριν από 24 χρόνια, σαν σήμερα, 28-10-1940 φεύγατε αγκαλιασμένοι (σαν να πηγαίνατε σε γάμο) με το τραγούδι “Μηνάς μου κόρη κι έρχομαι…”, οδεύοντας για πόλεμο στην Αλβανία. Πώς το σκεφτήκατε αυτό το τραγούδι, να τραγουδήσετε αποχωρώντας…
Και πετιέται από το βάθος του καφενείου -ήταν γεμάτο κόσμο- ο αείμνηστος σήμερα γέρο Γλαμπεδοφτύχης, και μου λέει:
– Ε! Μα, μωρέ δάσκαλε, και λένε οι χωριανοί πώς κατέεις και καλά πολλά γράμματα. Δεν το κάτεχες πως πηγαίναμε στην Αλβανία για να υποδεχτούμε, να συναντήσουμε την θειά Ελευθερία; Γι’ αυτήν πηγαίναμε κι έπρεπε να ‘μαστε ντυμένοι με τα σχολινά μας! Και τραγουδώντας…
Όλοι στο καφενείο συμφώνησαν πως πήγαμε πράγματι έτσι ντυμένοι για να προϋπαντήσουμε την Ελευθερία, την Πατρίδα, τη Θυσία, και πρότεινα κι εγώ σ’ όλους μαζί, να πάμε και τώρα μάλιστα, απέναντί μας, στο Ηρώο Πεσόντων της Κοινότητας μας, να σταθούμε όλοι προσοχή, να πούμε τον Εθνικό μας Ύμνο, κι ο δάσκαλος να μας διαβάσει τα ονόματα των Πεσόντων μας, τότε στην Αλβανία! Χωριανών!…
Και πήγαμε όλοι με πολλή συγκίνηση κι αφήσαμε φεύγοντας πίσω ένα μπουκέτο με βασιλικούς που μας έδωσεν ο καφετζής. Αξέχαστα βιώματα, μεγάλες ώρες της ζωής μας! Δεν ξεχνιούνται!
Εδώ σας αφήνουμε και σήμερα, με θερμές ευχές για υγεία σε όλους. Τις εθνικές μας γιορτές, πάντα τις τιμούμε! Και του χρόνου.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες