Κυριακή, 7 Μαρτίου, 2021

90 χρόνια πριν: Χιλιάδες νεκροί από θανατηφόρες επιδημίες

«Ο μισός πληθυσμός της χώρας,  στο άνθος της ηλικίας του, είναι μαραμένος»

Στα τέλη της δεκαετίας του 1920 οι οικονομικές και κοινωνικές πληγές της Μικρασιατικής Καταστροφής και τα βαρύτατα ψυχικά τραύματα που είχε επιφέρει παρέμεναν ανοιχτά. Ο κίνδυνος μιας γενικευμένης κατάρρευσης δεν είχε εκλείψει.
H αποκατάσταση των προσφύγων αποτελεί μια συγκλονιστική σελίδα όχι μόνο της ελληνικής, αλλά και της παγκόσμιας ιστορίας. Μετά το 1922 έγιναν σημαντικά βήματα στον τομέα αυτό. Ωστόσο, το 1928, όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος επανήλθε στην εξουσία, εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι εξακολουθούσαν να ζουν χωρίς στέγη, χωρίς δουλειά, χωρίς σχολεία και στοιχειώδεις κανόνες υγιεινής.
Η εικόνα της δημόσιας υγείας ήταν εξαιρετικά κακή: τεράστια θνησιμότητα, μεγάλη παιδική νοσηρότητα, εκατόμβες θυμάτων από την ελονοσία, τη φυματίωση και τη σύφιλη.

Οι άθλιες συνθήκες διαβίωσης των προσφύγων
Ένα οδοιπορικό του δημοσιογράφου Μιχαήλ Ροδά για λογαριασμό του Ελευθέρου Βήματος στις ξεχασμένες λαϊκές συνοικίες και τους καταυλισμούς, που συνέπεσε με την επάνοδο του Βενιζέλου στην εξουσία, φέρνει στην επιφάνεια τη βαριά νοσηρότητα και το θανατικό που θέριζε τους προσφυγικούς πληθυσμούς. Οι εικόνες που περιγράφει είναι ζοφερές. Στο Σκοπευτήριο, την Καλογρέζα, το Μοσχάτο, το Θησείο, τη Λεωφόρο Αλεξάνδρας, το Πολύγωνο, την Κοκκινιά, οι πρόσφυγες ζούσαν σε συνθήκες εξαθλίωσης. Τα έρημα σπήλαια της Δραπετσώνας, καταφύγιο άλλοτε κουρελιασμένων και πεινασμένων ανθρώπων, που ήταν εξαρτημένοι από το όπιο, είχαν μεταβληθεί σε τόπο διαμονής πλήθους αστέγων προσφύγων που ζούσαν κοντά σε λιμνάζοντα νερά, αληθινά βούρκα. Δίπλα τους, κυλούσαν ρυάκια με νερά θολά από τις ακαθαρσίες, ενώ η υγρασία διαπερνούσε τα κόκκαλα και κατέτρωγε τις σάρκες τους. Παρόμοιες σκηνές αντίκριζε κανείς στα Ταμπούρια, την παλιά Κοκκινιά και κατά μήκος των οδών Πειραιώς και Θηβών. Φυσικά δεν υπήρχαν αφοδευτήρια. Όλοι τους ουρούσαν ή αφόδευαν στον δρόμο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις των γιατρών, η θνησιμότητα άγγιζε το 70%.
Ο Παύλος Νιρβάνας, με την έξοχη πένα του χρονογράφου και τη γνώση του ως γιατρός, έγραψε στην εφημερίδα Εστία για «τὴν μεγάλην ὑπόσχεσιν ὑγείας», την οποία είχε δώσει ο Βενιζέλος στον ελληνικό λαό. Εάν το καταφέρει, τόνιζε, θα δικαιούται το ενδοξότερο επιτύμβιο: «Ἐξυγίανα τὴν Ἑλλάδα». Τέσσερις είναι, σημείωνε ο Νιρβάνας, οι συμφορές που μαστίζουν τον λαό: «Τὸν δέρνει ἡ ἑλονοσία, τὸν δεκατίζει ἡ φυματίωσις, τὸν στραβώνει τὸ τράχωμα, τοῦ δηλητηριάζουν τὰς πηγὰς τῆς ζωῆς ὅλαι οἱ παιδικαὶ δυσκρασίαι […]. Ἀπό τοὺς κληρωτοὺς τῆς τελευταίας κληρουχίας, 47% ἐβγῆκαν “σκάρτοι”. Ὁ μισὸς πληθυσμὸς δηλαδή τῆς χώρας, στὸ ἄνθος τῆς ἡλικίας τους, μαραμένος».

Ο δάγκειος πυρετός στέλνει στο νοσοκομείο ακόμη και τον Πρωθυπουργό
Τη διετία 1927-1928 προστέθηκε και μια πέμπτη πληγή: η επιδημία του δάγκειου πυρετού, που είχε προσβάλει ενάμισι εκατομμύριο, στέλνοντας στον τάφο 3.000 ανθρώπους. Τρεις μόλις μέρες μετά τις εκλογές, που έγιναν τον Αύγουστο του 1928, ο Βενιζέλος ασχολήθηκε προσωπικά με την καταπολέμηση της νόσου. Σε μια σύσκεψη υπό την προεδρία του αποφασίστηκε η λήψη άμεσων μέτρων όπως: η διατίμηση των εντομοκτόνων, οι τιμές των οποίων είχαν ανέλθει σε θηριώδη ύψη· η παρακράτηση του 20% του πάγου από τα παγοποιεία, η μεταφορά πάγου από την Πάτρα και τη Θεσσαλονίκη και η δωρεάν διανομή του στους ασθενείς· η δεκαήμερη απαγόρευση κατασκευής παγωτών για την εξοικονόμηση πάγου· η διοχέτευση θαλασσινού νερού στους υπονόμους, η ρίψη ακάθαρτου πετρελαίου και ασβέστη στα λιμνάζοντα ύδατα· τέλος, η συστηματική καταπολέμηση των κουνουπιών. Παράλληλα, για την αντιμετώπιση του προβλήματος σε ριζικό επίπεδο και προκειμένου να καλυφθεί το μεγάλο κενό που υπήρχε στη δημόσια υγεία, δημιουργήθηκε, με συνοπτικές διαδικασίες, το υφυπουργείο Υγιεινής. Πρώτος υφυπουργός ανέλαβε ο γιατρός Απόστολος Δοξιάδης, ενώ η επιδημία εξαπλωνόταν· μόνο στο λεκανοπέδιο Αττικής είχαν προσβληθεί χιλιάδες άνθρωποι – ανάμεσά τους και ο πρωθυπουργός. Με τους περισσότερους γιατρούς, το νοσηλευτικό προσωπικό και τους υπαλλήλους του υπουργείου να έχουν προσβληθεί από την επιδημία, οι εφημερίδες περιγράφουν τον Δοξιάδη να τρέχει από νοσοκομείο σε νοσοκομείο, να καθοδηγεί, να ενθαρρύνει και να δίνει έναν απελπισμένο αγώνα. Χάρη στις εντατικές προσπάθειες της κυβέρνησης, το φθινόπωρο ο δάγκειος υποχώρησε, γενική όμως ήταν η αίσθηση ότι η δημόσια υγεία έπνεε τα λοίσθια.

Ο εφιάλτης της παιδικής νοσηρότητας
Η Μικρασιατική Καταστροφή και το προσφυγικό κύμα είχε καταλυτικές επιπτώσεις και στην υγειονομική πολιτική του κράτους. Ιδιαίτερα, η βρεφική και παιδική θνησιμότητα ανέρχονταν σε υψηλά επίπεδα, η έξαρση των λοιμωδών νοσημάτων συχνά έπαιρνε χαρακτήρα πανδημίας, ενώ το προσδόκιμο επιβίωσης ήταν από τα χαμηλότερα στην Ευρώπη.
Η υγεία των παιδιών ήταν ιδιαίτερα επιβαρυμένη. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο ένας στους τέσσερις μαθητές νοσούσε από κάποιο σοβαρό νόσημα και η Ελλάδα κατείχε το θλιβερό προνόμιο να συγκαταλέγεται μεταξύ των κρατών με την υψηλότερη παιδική θνησιμότητα. Πολλά παιδιά έφευγαν από τη ζωή στην τρυφερή ηλικία των πέντε έως δεκαπέντε ετών, χτυπημένα από την οστρακιά, τη διφθερίτιδα, την ιλαρά, τη μηνιγγίτιδα, τη φυματίωση και άλλα λοιμώδη νοσήματα. Την ίδια εποχή, μόνο στο λεκανοπέδιο της Αττικής τα τρία πέμπτα των μαθητών κινδύνευαν με τύφλωση από τράχωμα. Η ελονοσία, ιδίως στη Βόρεια Ελλάδα, είχε ανεβάσει το ποσοστό νοσηρότητας στο 100%, ενώ η επελαύνουσα φυματίωση είχε μολύνει σχεδόν όλα τα παιδιά μέχρι το δωδέκατο έτος της ηλικίας τους. Η παντελής έλλειψη προστασίας της παιδικής ηλικίας συνδυαζόταν με την άγνοια ή την περιφρόνηση του λαού για τους κανόνες υγιεινής, τον υποσιτισμό και τις άθλιες σχολικές υποδομές.

Απάντηση στην υγειονομική βόμβα που απειλούσε τη χώρα: Ριζοσπαστικές μεταρρυθμίσεις στην υγεία
Ο εκ βάθρων επαναπροσδιορισμός των υγειονομικών δομών ήταν επιτακτική ανάγκη. Ο Βενιζέλος, στον προεκλογικό λόγο της Θεσσαλονίκης, τον Ιούλιο του 1928, είχε δεσμευθεί να διαθέσει τα απαιτούμενα κονδύλια για να βελτιώσει το επίπεδο της δημόσιας υγείας και να διασφαλίσει την υγεία του πληθυσμού, ιδίως των παιδιών. Μια τέτοια παρέμβαση θα αποτελούσε ημίμετρο, εάν δεν συνδυαζόταν με ένα συνολικό πρόγραμμα οργάνωσης των υγειονομικών υπηρεσιών, ίδρυσης νέων νοσοκομείων και βελτίωσης των υπαρχόντων, δημιουργίας δημόσιων ιατρείων, υγειονομικών σταθμών κ.λπ. Πέραν όμως της θεραπείας, υπήρχε ανάγκη για ένα εκτεταμένο πρόγραμμα πρόληψης, με έμφαση στα έργα υδροδότησης και αποχέτευσης, την καταπολέμηση των εστιών μόλυνσης, την αποξήρανση των ελωδών εκτάσεων, με ιδιαίτερη φροντίδα για τους προσφυγικούς συνοικισμούς.
Η ίδρυση του υφυπουργείου Υγιεινής, το οποίο αναβαθμίστηκε σε υπουργείο το 1929, εγκαινιάζει έναν πολυμέτωπο αγώνα, που απαιτούσε πόρους, οργανωτική εμπειρία και εξειδικευμένα στελέχη. Η Ελλάδα δεν διέθετε σε επάρκεια κανένα από τα παραπάνω, και έτσι η προσφυγή στην ξένη βοήθεια ήταν αναγκαία. Η Οργάνωση Υγείας της Κοινωνίας των Εθνών ήταν ο πρώτος διεθνής οργανισμός που ανταποκρίθηκε στην έκκληση της κυβέρνησης. Μια ομάδα ειδικευμένων υγειονομικών ταξίδεψε στην Ελλάδα, διαπίστωσε την άθλια κατάσταση της υγείας και εισηγήθηκε τη λήψη κατεπειγόντων μέτρων. Επίσης, το Ίδρυμα Ροκφέλερ προσέφερε σημαντική οικονομική και υλικοτεχνική βοήθεια, καθώς και υποτροφίες. Καρπός της συνεργασίας αυτής ήταν η ίδρυση, το 1929, της Υγειονομικής Σχολής Αθηνών (της σημερινής Εθνικής Σχολής Δημόσιας Υγείας). Η νέα σχολή αρχικά στελεχώθηκε από αλλοδαπούς επιστήμονες, με πρώτο διευθυντή τον Άγγλο υγιεινολόγο Νόρμαν Γουάιτ (Frederick Norman White). Η Ιατρική Σχολή και πολλοί ιατρικοί σύλλογοι την αντιμετώπισαν με καχυποψία. Τα επιτεύγματά της, όμως, γρήγορα διέψευσαν τους επικριτές της: ερευνητικά προγράμματα για τη δημόσια υγεία, μετεκπαίδευση ιατρικού και νοσηλευτικού προσωπικού σε Ιταλία, Ολλανδία, Βέλγιο και Γαλλία. Επίσης στις ΗΠΑ με υποτροφίες του Ιδρύματος Ροκφέλερ, προγράμματα διοίκησης των υπηρεσιών υγείας, ανθελονοσιακός αγώνας, ενώ στα μεταγενέστερα χρόνια, μεταξύ άλλων, προστέθηκαν προγράμματα διαχείρισης καταστροφών και υποστήριξης του Εθνικού Συστήματος Υγείας. Αναμφισβήτητα η Σχολή Δημόσιας Υγείας, αποτέλεσε βασικό μοχλό εκρίζωσης της ελονοσίας από τη χώρα μας. Την ίδια περίοδο ιδρύεται το Υγειονομικό Κέντρο Αθηνών και άλλα εφτά ανάλογα στον Πειραιά, τη Θεσσαλονίκη, την Άρτα, την Αλεξανδρούπολη, τα Χανιά, την Κέρκυρα και τη Χίο. Η χώρα, για πρώτη φορά, αποκτούσε θεσμούς προληπτικής ιατρικής και ένα υψηλού επιπέδου φυτώριο Ελλήνων ειδικών, με καταλυτικό ρόλο στην πρόοδο της δημόσιας υγείας.
Ακολούθησε ένας καταιγισμός δημιουργίας νέων θεσμών, που συντέλεσαν στην υγειονομική ανασυγκρότηση της χώρας. Συγκροτήθηκαν υπηρεσίες νευραλγικής σημασίας, όπως η Σχολή Νοσοκόμων Επισκεπτριών, ιδρύθηκαν αντιλυσσικοί σταθμοί σε πέντε πόλεις, οργανώθηκε ο αγώνας κατά της ελονοσίας και της φυματίωσης, με τη δημιουργία νέων σανατορίων, σε συνδυασμό με την αναδιοργάνωση του θεραπευτηρίου «Σωτηρία». Σε διάφορες πόλεις ιδρύθηκαν αντιαφροδισιακά ιατρεία, που συμπληρώνονταν από κινητές μονάδες καταπολέμησης της σύφιλης και του τραχώματος. Έργο της ίδιας περιόδου είναι το νοσοκομείο του Ερυθρού Σταυρού και το μαιευτήριο «Μαρίκα Ηλιάδη» (γνωστό ως «Έλενα Βενιζέλου», όπως ονομάστηκε και επίσημα το 1988), που χτίστηκε και εξοπλίστηκε με δαπάνες της Έλενας Βενιζέλου. Η Ιατροδικαστική Υπηρεσία, το Ελληνικό Ινστιτούτο Παστέρ, το ΠΙΚΠΑ και δεκάδες άλλες υγειονομικές υπηρεσίες, όπως και το Ταμείο Συντάξεως Υγειονομικών, ανάγονται στην ίδια εποχή. Η φροντίδα του κράτους επεκτάθηκε και στην προστασία της μητρότητας, ενώ σε συνεργασία με το ΠΙΚΠΑ δημιουργήθηκαν βρεφικοί σταθμοί, παιδικά άσυλα, συσσίτια και κατασκηνώσεις καθώς και εξειδικευμένα νοσοκομεία για παιδιά.
Ο παρεμβατικός ρόλος του κράτους στη δημόσια υγεία γινόταν ολοένα και πιο έντονος. Τα αγροτικά ιατρεία που είχε θεσπίσει η Επανάσταση του 1922 και πέτυχαν να κρατήσουν στη ζωή χιλιάδες πρόσφυγες κρατικοποιήθηκαν και οι γιατροί διπλασιάστηκαν· ο αριθμός τους μειώθηκε απελπιστικά μετά την πτώση της κυβέρνησης Βενιζέλου. Την ίδια τύχη είχε και ο θεσμός των δημοτικών και κοινοτικών γιατρών: το 1928 υπηρετούσαν 468, για να διπλασιαστούν μέσα σε τρία χρόνια και να φτάσουν τους 957 το 1931. Μετά το 1932 περιορίστηκαν δραματικά. Το 1928, σε ολόκληρη την επικράτεια, υπήρχαν περίπου 10.000 νοσοκομειακές κλίνες, οι οποίες, το 1932, είχαν φτάσει τις 13.000. Μετά την αποχώρηση Βενιζέλου από την ενεργό πολιτική, οι στατιστικές είναι αψευδείς μάρτυρες μιας γενικής οπισθοδρόμησης, σε όλους τους τομείς της δημόσιας υγείας. Το υπουργείο Υγιεινής καταργήθηκε και οι μεγάλες μεταρρυθμίσεις απαξιώθηκαν ή εγκαταλείφθηκαν.

Χιλιάδες σχολικές αίθουσες. Μπόλικη τροφή και καθαρός αέρας για το παιδί
Στο μεταξύ, η πλημμυρίδα των προσφύγων, η φτώχεια, η εξαθλίωση, το οικονομικό χάος και η πολιτική αστάθεια εκμηδένισαν το ενδιαφέρον για την εκπαίδευση και την καταδίκασαν σε οπισθοδρόμηση και εγκατάλειψη. Το καλοκαίρι του 1929 ένας βουλευτής μιλούσε με πάθος στη Βουλή για τα 200.000 παιδιά που δεν είχαν περάσει ούτε την αυλόθυρα του σχολείου. Τα περισσότερα από αυτά ήταν προσφυγόπουλα. Ένα από τα βασικά αιτήματα των προσφύγων ήταν να έχουν παπά και δασκάλους στην περιοχή όπου επρόκειτο να εγκατασταθούν. Οι δάσκαλοι βέβαια, και ιδιαίτερα οι προερχόμενοι από την Παλαιά Ελλάδα, δεν ενθουσιάζονταν διόλου με την ιδέα του διορισμού τους στη Μακεδονία. Για κατοικία έβρισκαν μόνο παντελώς ακατάλληλα σπίτια, πραγματικές τρώγλες, ενώ επιπλέον ζούσαν με τον εφιάλτη της ελονοσίας. Ένα σημαντικό μέρος του μισθού τους, το μισό έλεγαν κάποιοι, έπρεπε να το διαθέτουν για την αγορά κινίνου.
Τα επίσημα κρατικά στοιχεία σκιαγραφούσαν μια εικόνα αποκαρδιωτική ως προς τα σχολικά κτίρια. Σε ολόκληρη τη χώρα, μόνο 1.489 διδακτήρια πληρούσαν, σε κάποιον βαθμό, τις προϋποθέσεις για να στεγάσουν μαθητές και δασκάλους, ενώ 1.805 ήταν εντελώς ακατάλληλα. Η κατάσταση χειροτέρεψε μετά την άφιξη των προσφύγων, καθώς πολλά δημόσια οικήματα, ανάμεσά τους και αρκετά σχολεία, χρησιμοποιήθηκαν για τη στέγασή τους.
Τον Μάιο του 1929 ο υπουργός Παιδείας, Κωνσταντίνος Γόντικας, κατέθεσε στη Βουλή νομοσχέδιο για την ανέγερση χιλιάδων εκπαιδευτηρίων. Από την ίδρυση του ελληνικού κράτους μέχρι το 1928, στο διάστημα δηλαδή ενός αιώνα, είχαν κατασκευαστεί συνολικά 1.474 σχολικά κτίρια. Στη διάρκεια της τετραετίας 1928-1932 ανεγέρθηκαν ή βρίσκονταν στο στάδιο της αποπεράτωσης 3.167 νέα κτίρια, με 7.286 αίθουσες για τη δημοτική και 716 για τη μέση εκπαίδευση.
Οι αυστηρές κτιριολογικές προδιαγραφές εντυπωσιάζουν με τις λεπτομέρειές τους. Τα οικόπεδα έπρεπε να βρίσκονται μακριά από την κίνηση και τον θόρυβο, τα κτίρια δεν έπρεπε να έχουν περισσότερους από δύο ορόφους, ενώ ειδικοί όροι δόμησης ίσχυαν στις σεισμοπαθείς περιοχές. Για πρώτη φορά οι χώροι υγιεινής τοποθετήθηκαν εκτός του κτιρίου, ενώ επίσης προβλέπονταν λουτρά με ντους, ιδιαίτερος χώρος για εστιατόριο και μαθητικά συσσίτια, αποθήκη τροφίμων, μαγειρείο με εστίες και κατοικία επιστάτη. Από αυτά τα σχολεία, με τις πρωτοποριακές υποδομές, πέρασαν χιλιάδες μαθητές. Όμως, κατά τη γερμανική Κατοχή και τα χρόνια που ακολούθησαν οι πολύπλευρες υπηρεσίες που μέχρι τότε προσέφεραν συρρικνώθηκαν ή καταργήθηκαν. Το ελληνικό κράτος αδυνατούσε να αντεπεξέλθει στις δαπάνες λειτουργίας τους.
Το 1928, η κοινωνική φροντίδα του κράτους για το παιδί και η σχολική υγιεινή παρέμεναν στην κατάσταση που τις είχε αφήσει ο Βενιζέλος το 1920. Η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων έδωσε μεγάλο βάρος στον εκσυγχρονισμό των τομέων αυτών. Το μάθημα της υγιεινής εισήχθη σε όλα τα σχολεία, τα σχολικά λουτρά έγιναν υποχρεωτικά, αυξήθηκε ο αριθμός των παιδικών κατασκηνώσεων και οργανώθηκαν μαθητικά συσσίτια, με σκοπό την αντιμετώπιση του υποσιτισμού, μιας από τις κύριες αιτίες της φυματίωσης. Ειδικά για τους άπορους μαθητές προβλεπόταν διανομή ενισχυμένων γευμάτων. Όλα αυτά έγιναν στο πλαίσιο μιας οργανωμένης πολιτικής πρόληψης των παιδικών ασθενειών, που περιελάμβανε συστηματικούς εμβολιασμούς, καθώς και την καθιέρωση του θεσμού του σχολίατρου και των σχολικών νοσοκόμων. Από το 1929 ξεκίνησε πρόγραμμα εξέτασης των μαθητών για τον εντοπισμό μολυσματικών ασθενειών και κάθε μαθητής απέκτησε ατομικό δελτίο υγείας, ενώ πραγματοποιήθηκε στατιστική καταγραφή του σωματότυπου της ελληνικής νεολαίας.
Η κυβέρνηση συνεργάστηκε με το Πατριωτικό Ίδρυμα στην οργάνωση μιας μεγάλης εθελοντικής εκστρατείας με κεντρικό σύνθημα: «Μπόλικη τροφή και καθαρός αέρας για το παιδί». Την ίδια περίοδο, συστάθηκε μια νέα υπηρεσία του υπουργείου Υγιεινής, επιφορτισμένη με την πρόληψη της παιδικής θνησιμότητας και τη βελτίωση των συνθηκών υγιεινής. Στον απολογισμό της, στο τέλος της τετραετίας, η κυβέρνηση των Φιλελευθέρων μπορούσε να υπερηφανεύεται για τα χιλιάδες σχολικά κτίρια που είχαν ανεγερθεί και για την απόδοση των μέτρων υγιεινής: μέσα σε λιγότερο από τέσσερα χρόνια, η νοσηρότητα των μαθητών είχε μειωθεί αισθητά.
Οι μεταρρυθμίσεις του Ελευθερίου Βενιζέλου στην κρατική πρόνοια, τη δημόσια υγεία, την πρωτοβάθμια περίθαλψη ήταν καθοριστικές και προηγήθηκαν σε εθνικό και διεθνές επίπεδο των πολιτικών υγείας που άρχισαν να εφαρμόζονται σε ευρωπαϊκά κράτη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Τότε, για πρώτη φορά, τέθηκαν οι βάσεις μιας οργανωμένης πολιτικής στη δημόσια υγεία, με θεσμικό ορίζοντα προς το μέλλον.

1 Comment

  1. ΔΕΝ ΘΕΛΩ να σκέφτομαι τι θα μπορούσε να είχε συμβεί στον πληθυσμό της χώρας, αν ΔΕΝ είχαν ληφθεί τόσο γρήγορα τόσα μέτρα, που παρά το οικονομικό κόστος τους, δημιούργησαν ένα αίσθημα ασφάλειας εν μέσω αυτής της πανδημίας. Ένα τεράστιο ποσοστό, άνω του 90%(!) συμφωνούν με τη λήψη τους! Επίσης, ΔΕΝ ΘΕΛΩ να φανταστώ ένα αποτυχημένο μοντέλο τύπου Μάτι ή Μάνδρας, που μετά από την αποτυχία τους, οι υπεύθυνοι κρύβονταν. Αλλά μετά που κόπασε το ξέσπασμα και κατόπιν εορτής εμφανίστηκαν επιρρίπτοντας αλλού τις ευθύνες τους ψάχνοντας ”αποδιοπομπαίους τράγους”, φταίει η Αστυνομία ή η Πυροσβεστική και οι μόνοι που δεν έφταιγαν ήταν αυτοί που τους οργάνωναν(;), μπας και γλυτώσουν το ”τομάρι” τους διαστρεβλώνοντας την αλήθεια και παραθέτοντας ψεύτικα στοιχεία. Φέρτε στο μυαλό σας αυτό το μοντέλο σήμερα. ΔΕΝ ΘΕΛΩ να το σκέφτομαι. Θα είμασταν χειρότερα από την Ιταλία. Το ”τιμόνι” της διακυβέρνησης μιας χώρας, ΘΕΛΕΙ ”στιβαρά χέρια”, ΟΧΙ ”τζιτζιφιόγκους”.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες