Μουσείο Τυπογραφείας

Σκέψεις… από μιαν εθελόντρια

18-19 giatroiΟ μήνας πλησιάζει στο τέλος του. Φτάσαμε και φέτος στο όριο της καλοκαιρινής ξεγνοιασιάς και ανεμελιάς που οριοθετεί ο δεκαπενταύγουστος. Αν και η πόλη δεν έχει αδειάσει ακόμα από τους επισκέπτες της, ωστόσο σαν κάπως να έχωμε σοβαρέψει. Αρχίζουμε να σκεπτόμαστε υποχρεώσεις και εκκρεμότητες που είχαμε βάλει στην άκρη με την έλευση του καλοκαιριού. Βλέπουμε παιδιά και το πρώτο πράγμα που μας έρχεται στο μυαλό είναι ότι τα σχολεία ανοίγουν σε λίγες μέρες. Κάθε κατεργάρης στον πάγκο του λοιπόν.
Μαζί με το φθινόπωρο μας έρχεται και η καινούργια δημοτική αρχή. Διάβαζα αυτές τις μέρες τον τοπικό τύπο  και παρατήρησα ότι οι  σχολιαστές της επικαιρότητας κατά ένα μεγάλο μέρος τους ασχολούνται με τα κακώς κείμενα της πόλης μας και απευθύνουν μηνύματα και ευχολόγια για τον νέο δήμαρχο.
Η αλήθεια είναι πως ζούμε σε μια ωραία-τι λέω, σε μια πανέμορφη-πόλη. Εχω την αίσθηση όμως ότι οι περισσότεροι νομίζουμε ότι αυτό από μόνο του είναι αρκετό. Ότι φτάνει δηλ. η ομορφιά για τα πάντα. Για να μας επισκεφτούν, για να μας αγαπήσουν και να ξανάρθουν, για να μας συγχωρήσουν τις όποιες ατέλειες ή αστοχίες που παρατηρούνται. Όμως για να συντηρηθεί η πόλις  σε καλή κατάσταση, για να είναι επιθυμητή και αξιοζήλευτη απαιτείται συνεχής φροντίδα και δουλειά. Τίποτα δεν είναι δεδομένο. Και από τις αρχές αλλά και από εμάς τους ίδιους τους πολίτες. Όταν εμείς οι κάτοικοι δεν σεβόμαστε τον χώρο που ζούμε-στην ουσία κι αυτός σπίτι μας είναι-γιατί να τον σεβαστούν οι ξένοι; Όταν εμείς συμπεριφερόμαστε σαν σε ξέφραγο αμπέλι γιατί κατηγορούμε τους επισκέπτες που κάνουν το ίδιο;
-Είναι θέμα παιδείας ακούω κάποιον μεσήλικα να λέει. Εμείς δεν τα μάθαμε αυτά στο σχολείο και γι αυτό και δεν μπορούμε και να τα εφαρμόσουμε.
-Ωραία δεν τα μάθαμε στο σχολείο. Όμως θαρρώ πως διαθέτουμε λιγάκι μυαλό. Δεν καταλαβαίνουμε από μόνοι μας ότι πρέπει να σεβόμαστε πρώτα πρώτα ο ένας τον άλλο και μετά τον χώρο που ζούμε;
Ο τόπος μας έχει επιβιώσει από πάμπολλες  καταστροφές. Φυσικές και άλλες που τις προκαλούν οι άνθρωποι. Από σεισμούς, από πολέμους, από βομβαρδισμούς. Και από κάμποσους κατακτητές που τον επιβουλεύτηκαν. Παρ όλες τις πληγές και τα σημάδια που τα καταλαβαίνουμε όταν διαβάσουμε περιγραφές περιηγητών και δούμε παλιές φωτογραφίες, τα έχει καταφέρει μέχρι σήμερα. Είναι λυπηρό όμως να μένουμε ευχαριστημένοι με την υπάρχουσα κατάσταση. Να μας αρκεί δηλ. αυτό που έχουμε. Και να μην έχουμε την διάθεση-να μην θέλουμε- να το αλλάξουμε. Να το βελτιώσουμε.
Εννοείται ότι οι δημοτικοί μας άρχοντες έχουν κι αυτοί τις ευθύνες τους. Μοιάζει σα να εξαντλούν τις υποχρεώσεις τους μόνο στα απλά καθημερινά-πολύ σπουδαία και αυτά- αλλά δεν αρκούν. Διεκπεραιώνουν τα υποχρεωτικά και μοιάζουν σαν μα μην διαθέτουν φαντασία. Σαν να μην μπορούν να φανταστούν την πόλη αλλιώτικη, καλύτερη, ομορφότερη. Θυμάμαι πριν πολλά πολλά χρόνια σε μια εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε  σε κάποιο από τα νεώρια-τότε γινόντουσαν πράγματα εκεί- να λέει κάποιος συμπολίτης στον τότε δήμαρχο πόσο όμορφο θα ήταν αν θα μπορούσαμε να τα αξιοποιήσουμε πολιτιστικά. Έκτοτε τα νεώρια παραμένουν ανενεργά. Δεν ξέρω τι περιμένουν οι αρχές για να τα εντάξουν στην καθημερινότητα της πόλης, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο. Μήπως να συμβεί κανένα καταστροφικό γεγονός για να αναλάβουν δράση; Σαν την γέφυρα του Κερίτη  και τον ιταλικό στρατώνα που μοιάζει να είναι ευκολότερο να τα ξαναφτιάξουμε από την  αρχή,  παρά να τα προσέχουμε και να τα συντηρήσουμε ενόσω ήταν ακόμα όρθια.
Προεκλογικά ακούσαμε να μας τάζουν λαγούς και πετραχήλια. Ακούω τους συμπολίτες αυτές τις μέρες να ελπίζουν στο καλύτερο, αλλά κάθε φορά να τελειώνουν με την ίδια επωδό:
– Καλά από λόγια έχομε χορτάσει. Άσε να δούμε και τα έργα.
Ελπίζω για το καλύτερο. Μια πόλη καθαρή, περιποιημένη, προσεγμένη. Μια πόλη που δεν θα δυσκολεύει την καθημερινότητα των πολιτών. Που δεν θα κινδυνεύουμε από τα αδέσποτα και από  την άναρχη κυκλοφορία. Που  ο πολιτισμός δεν θα είναι τελευταίος και καταϊδρωμένος αλλά θα βρει επιτέλους μια αξιοπρεπή θέση. Που θα είναι αξιοζήλευτη. Που όλοι θα την αναφέρουν σαν υπόδειγμα ομορφιάς αλλά και κουλτούρας. Που οι κάτοικοι θα αισθανόμαστε χαρούμενοι που ζούμε εδώ και οι επισκέπτες ευτυχείς που θα την γνωρίζουν.
Ωστόσο τί από όλες αυτές τις υποσχέσεις, επιθυμίες  και ευχολόγια θα γίνουν πραγματικότητα, μόνο ο χρόνος θα  δείξει.
Μπεμπλιδάκη Αγγελική

Τρόφιμοι Ψυχιατρικών Νοσοκομείων: Γίνονται Θύματα Βίαιων Δεσιμάτων – Ως Πότε
Το ζήτημα του «προστατευτικού κλινοστατισμού» ή αλλιώς του δεσίματος ψυχικά ασθενών στα κρεβάτια δημόσιων ψυχιατρικών νοσοκομείων, είναι κάτι που πρέπει να προβληματίσει τους πάντες για τις μεσαιωνικού τύπου πρακτικές που συνεχίζουν να χρησιμοποιούνται πάνω στους λήπτες υπηρεσιών ψυχικής υγείας.Aπο καιρο εχουμε αναλυσει αυτο το τραγικο φαινομενο κατα της ψυχης των ασθενων
Στις 4 Σεπτεμβρίου 2015, κατά τις μεσημεριανές ώρες, εκδηλώνεται φωτιά σε δωμάτιο του 7ου Tμήματος Xρονίως Πασχόντων του Ψυχιατρικού Νοσοκομείου Αττικής. Παρά τις προσπάθειες νοσηλευτών και εργαζομένων του νοσοκομείου, η φωτιά δεν περιορίζεται άμεσα με αποτέλεσμα τρεις ασθενείς να καταλήξουν νεκροί από τις αναθυμιάσεις. Οι δύο από αυτούς βρέθηκαν από τους πυροσβέστες, στον διάδρομο του τμήματος. Ο τρίτος εντοπίζεται καθισμένος στο ξύλινο παγκάκι απέναντι από τη «στάση» των νοσηλευτών, δεμένος με ιμάντα. Αντίστοιχα περιστατικά θανάτου καθηλωμένων ασθενών είχαν συμβεί και στο παρελθόν. Στις 3/6/2007 κάηκε στο Δρομοκαΐτειο νοσηλευόμενος που ήταν δεμένος στο κρεβάτι του. Το ίδιο συνέβη στις 15/2/2013 στον ψυχιατρικό τομέα του Νοσοκομείου Τρίπολης.
Τα συγκεκριμένα περιστατικά επανέφεραν στον δημόσιο λόγο το ζήτημα της πρακτικής της καθήλωσης, του δεσίματος δηλαδή, των ψυχικά ασθενών στα κρεβάτια τους. Οι προβληματικές συνθήκες που προκύπτουν από αυτή τη μεσαιωνική πρακτική αφορούν πρώτα και κύρια τα δικαιώματα του ανθρώπου και των ασθενών τα οποία παραβιάζονται κατάφωρα. Τρόφιμοι ψυχιατρικών νοσοκομείων αντί να δέχονται την κατάλληλη φροντίδα στη κοινότητα και σε ανοιχτές δομές, γίνονται θύματα βίαιων δεσιμάτων και αυστηρής καταστολής. Σήμερα, μόνο, εκτιμάται ότι παραπάνω από 400 άνθρωποι/ασθενείς/συμπολίτες μας, παραμένουν έγκλειστοι και καθηλωμένοι στα κρεβάτια των εναπομεινάντων ψυχιατρικών νοσοκομείων (Παπαγεωργίου, Δαφνί και Δρομοκαΐτειο). Παρά τις συνεχόμενες καταγγελίες από οργανώσεις και φορείς της κοινωνίας των πολιτών, τα βήματα που έχουν γίνει μέχρι στιγμής από πλευράς πολιτείας για την αποϊδρυματοποίηση των συγκεκριμένων ανθρώπων είναι μικρά και αφορούν κατά βάση εξαγγελίες με μακροπρόθεσμο ορίζοντα. Το μαρτύριο αυτής της κατηγορίας των συνανθρώπων μας συνεχίζει να υφίσταται.
Η πρακτική της καθήλωσης είναι μία ακόμα προβληματική πτυχή του τρόπου που το Εθνικό Σύστημα Υγείας αντιμετωπίζει τους ψυχικά νοσούντες. Κύρια χαρακτηριστικά αυτής της «αντιμετώπισης» είναι η απόλυτη περιθωριοποίηση των ατόμων με ψυχική διαταραχή, η θεραπευτική αναποτελεσματικότητα και η αβελτηρία των ιθυνόντων σε κεντρικό πολιτικό επίπεδο. Αξιοσημείωτη είναι και η συνολική έλλειψη εμπιστοσύνης στις πρώιμες παρεμβάσεις ψυχοκοινωνικής υποστήριξης οι οποίες μπορούν να λειτουργήσουν ως βασικός μηχανισμός πρόληψης ψυχικών εκδηλώσεων. Ποιος θα ήταν, άραγε, ο ρόλος των ψυχιατρικών νοσοκομείων σήμερα εάν οι υπηρεσίες υγείας και πρόνοιας παρέμβαιναν εγκαίρως σε πρώιμο στάδιο μέσω ολοκληρωμένων και αποτελεσματικών ψυχοκοινωνικών παρεμβάσεων στην κοινότητα; Πόσοι άνθρωποι θα είχαν αποφύγει την ιδρυματοποίηση και τον μαρτυρικό εγκλεισμό εντός των ψυχιατρικών κλινικών αν η δημόσια διοίκηση είχε καταφέρει να τους εντάξει εξ’ αρχής σε ένα πλαίσιο αποτελεσματικών ψυχοθεραπευτικών διαδικασιών;
Φυσικά, την έλλειψη κεντρικής πολιτικής πάνω στα ζητήματα της αντιμετώπισης των ψυχιατρικά ασθενών έρχεται να συμπληρώσει η έλλειψη πόρων και η περικοπή των δημοσίων δαπανών που αφορούν την ψυχική υγεία. Παρά τις μεγάλες προσπάθειες που καταβάλλουν οι εργαζόμενοι σε δομές ψυχικής υγείας, οι προκλήσεις που έχουν να αντιμετωπίσουν καθημερινά, ελέω του περιορισμού των κρατικών δαπανών, είναι τεράστιες: ασταθής χρηματοδότηση, περικοπή προσωπικού, έλλειψη τεχνογνωσίας, καθυστέρηση στην ολοκλήρωση της Ψυχιατρικής Μεταρρύθμισης και κατακερματισμός των υπηρεσιών ψυχοκοινωνικής υποστήριξης, μεταξύ άλλων
Οι Γιατροί του Κόσμου μέσα από τη στοχευμένη δράση τους στα Ανοιχτά Πολυϊατρεία και στις κοινωνικές δομές που διαθέτουν ανά τη χώρα, προσβλέπουν σε ένα διαφορετικό μοντέλο παροχής υπηρεσιών Ψυχοκοινωνικής Υποστήριξης. Ένα μοντέλο που, πέραν της αντιμετώπισης, προτεραιοποιεί την πρόληψη των εκδηλώσεων διαταραχών ψυχικής υγείας μέσα από την έμφαση που δίνεται στην ευημερία η οποία είναι πολύπλευρη και εκδηλώνεται μέσω διαφορετικών διαστάσεων φροντίδας κάθε φορά: της σωματικής, της γνωστικής, της συναισθηματικής της κοινωνικής και της πνευματικής.
Σ’ αυτό ακριβώς το πλαίσιο, η οργάνωση των ΓτΚ προκρίνει την ενίσχυση των προληπτικών, δημόσιων υπηρεσιών ψυχικής υγείας σε επίπεδο κοινότητας με τη συμμετοχή της τοπικής αυτοδιοίκησης. Είναι αναγκαίο να δοθεί ιδιαίτερη έμφαση στην φροντίδα των αναγκών των ευάλωτων ομάδων του πληθυσμού μέσα από μια διαδικασία που θα προωθεί την κοινωνική συμπερίληψη των ατόμων με προβλήματα ψυχικής υγείας και την ομαλή επανένταξή τους στην κοινότητα. Παράλληλα, η Ελλάδα πρέπει να εκπληρώσει τη δέσμευσή της για μεταρρύθμιση του συστήματος ακολουθώντας μια ολοκληρωμένη στρατηγική για την ανάπτυξη του τομέα ψυχικής υγείας που θα οδηγήσει σε βελτιωμένη παροχή υπηρεσιών, βελτιωμένα αποτελέσματα και καλύτερο επίπεδο προστασίας των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των ατόμων με ψυχικές διαταραχές.

Το ιατρείο των Γιατρών του Κόσμου λειτουργεί επί της Μάρκου Μπότσαρη 59
Το ωράριο είναι Δευτέρα πρωί από 9 έως 1.
Τρίτη ως Παρασκευή απόγευμα 6 με 8.

ΟΙ “ΓΙΑΤΡΟΙ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ” ΣΤΗΝ ΨΗΛΟΤΕΡΗ ΚΟΡΥΦΗ ΤΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Στο Ελμπρούς, την ψηλότερη κορυφή της Ευρώπης, στα 5.642 μέτρα, ανέβασε τη σημαία της ιατρικής, ανθρωπιστικής, μη κυβερνητικής οργάνωσης ‘’Γιατροί του Κόσμου’’ ο ορειβάτης-αλπινιστής Γιάννης Στεφανογιάννης από τα Χανιά.  Το Ελμπρούς είναι το ψηλότερο βουνό του Καυκάσου και ταυτόχρονα το ψηλότερο σημείο της Ευρώπης. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της Ρωσίας, στα όρια Ευρώπης-Ασίας, περίπου 1.700 χιλιόμετρα νοτίως της Μόσχας, κοντά στα σύνορα με τη Γεωργία.
Ο συνεργάτης των ‘’Γιατρών του Κόσμου’’ συμμετείχε σε 6μελή αποστολή που ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, με αρχηγό τον πολύπειρο Παναγιώτη Κοτρωνάρο, αρχηγό της Εθνικής ομάδας ορειβασίας “Hellas–Everest 2004”, που απετέλεσε τη πρώτη ελληνική αποστολή που ανέβηκε στην υψηλότερη κορυφή του κόσμου.  Το Ελμπρούς έχει δύο κορυφές που αποτελούνται από δύο “κοιμώμενα” ηφαίστεια, με ψηλότερη τη δυτική, που αγγίζει τα 5.642 μέτρα.  Η κατάκτηση της δυτικής κορυφής έγινε για πρώτη φορά το 1874, ενώ μέχρι σήμερα μόλις 180 Έλληνες ορειβάτες έχουν καταφέρει να φτάσουν σε αυτήν.
Η ομάδα μετέβη στο αεροδρόμιο του Vineralnye Vody και στη συνέχεια στο χωριό Terskol, στις παρυφές του Καυκάσου, στα 2.150μ. Μετά από 3 μέρες παραμονής και αναβάσεων εγκλιματισμού σε υψόμετρο, μέχρι και την κορυφή Cheget (3.461μ.) η ομάδα πέρασε από τα χειμερινά θέρετρα Uzua και Mir και έφτασε στο σταθμό Garabashi (3.846μ.).  Μετά από επιπλέον 3 μέρες προσαρμογής και αναβάσεων, οι ορειβάτες-αλπινιστές ξεκίνησαν τις πρώτες πρωινές ώρες της 1ης Αυγούστου για την κορυφή.  Στην πορεία για την κορυφή, λόγω εξάντλησης ή συμπτωμάτων νόσου υψομέτρου, εγκατέλειψαν τα 5 μέλη και επέστρεψαν στη βάση.
Ο Γιάννης Στεφανογιάννης συνέχισε, με Ρώσο οδηγό, και κατέκτησε, μετά από πολύωρη και επίπονη ανάβαση σε δύσκολες καιρικές συνθήκες (θερμοκρασία -16οC, θυελλώδεις ριπές αέρα και οξυγόνο 50% του κανονικού) την ψηλότερη κορυφή της Ευρώπης στις 9 το πρωί, υψώνοντας τη σημαία των “Γιατρών του Κόσμου”. Η ομάδα, μετά από ενδιάμεσο σταθμό την πόλη Πιάτιγκορσκ, επέστρεψε στη Θεσσαλονίκη στις 5 Αυγούστου, πλήρης εικόνων, εμπειριών και έντονων συναισθημάτων.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.