Μουσείο Τυπογραφείας

ΣΥΝΑΝΤΗΣΗ ΜΕ ΤΗ ΜΑΡΙΑ ΟΡΦΑΝΟΥΔΑΚΗ

«Ο κόσμος θα μπορούσε να είναι ένα ποίημα, αλλά…»

«Με το άρμα της ψυχής
Και με ερπύστριες το νου και την καρδιά
Προσπάθησα
Μα δεν μπορώ! Χρειάζομαι και εσάς να γκρεμίσω την καγκελόπορτα που φράζει το δρόμο της Ειρήνης»
Μ.Ο.

Ελάχιστοι είναι οι καλλιτέχνες που μπορεί να πει κανείς ότι η τέχνη τους ταυτίζεται με τη στάση ζωής τους. Αναμφίβολα όμως μία από αυτές τις λίγες, τις σπάνιες περιπτώσεις, είναι η Μαρία Ορφανουδάκη. Η εικαστικός, ποιήτρια και μουσικός η οποία από την αρχή της καλλιτεχνικής της διαδρομής αταλάντευτα, με πίστη και πείσμα, υπηρετεί με το έργο της τις αξίες του ουμανισμού και της ειρήνης.
Συναντήσαμε πριν από λίγες ημέρες τη Μαρία Ορφανουδάκη στο εμβληματικό Εργαστήριο της Ειρήνης, που δημιούργησε στην Απτέρα και εγκαινίασε τον Αύγουστο 1983.
Τη βρήκαμε μέσα σε έναν πυρετό δημιουργίας. Με τον ηλεκτρονικό υπολογιστή ανά χείρας, ακολουθώντας άλλα μονοπάτια και τεχνικές από αυτές που μας έχει συνηθίσει. «Όση ώρα δουλεύω είμαι καλά. Άλλωστε από τότε που κατάλαβα τον εαυτό μου τέχνη και ζωή είναι ένα πράγμα, αξεχώριστα», μας λέει και συμπληρώνει: «Αμέσως μετά το χούι μου είναι το παρεάκι, να σμίγω δηλαδή τους ανθρώπους. Από όταν ήμουν 16 χρονών τότε που έκανα την πρώτη έκθεση στον “Παρνασσό” αυτή ήταν η ζωή μου. Όλη μέρα δουλειά και μετά παρεάκι».
Άλλωστε, ο χρόνος που περνάει κανείς με τους ανθρώπους επικοινωνώντας μαζί τους κάθε άλλο παρά σπατάλη μπορεί να θεωρηθεί για έναν καλλιτέχνη που έχει αφιερώσει τη ζωή του στον άνθρωπο. «Πραγματικά αγαπώ τους ανθρώπους. Γι’ αυτό και πληγώνομαι, γιατί πιστεύω σε αυτούς. Πιστεύω ότι ο άνθρωπος είναι κάτι το καταπληκτικό κι ότι ο κόσμος θα μπορούσε πραγματικά να είναι ένα ποίημα. Δυστυχώς όμως από τη μία βλέπεις τις δυνατότητες που υπάρχουν κι από την άλλη βλέπεις πως ανά τους αιώνες μας υποβαθμίζουν. Μας υποβιβάζουν. Καμία σχέση με την ουσιαστική ανθρώπινη οντότητα. Κι αυτό είναι τραγικό», σημειώνει η καταξιωμένη καλλιτέχνις που ακόμα και τα χρόνια της επίπλαστης ευημερίας επέμενε να κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τα μελλούμενα, γινόμενη «δυσάρεστη» με το έργο της ως μια «παραφωνία» στις κοινωνικές αυταπάτες και την υλική ευδαιμονία που κυριαρχούσαν και προπαγανδίζονταν…

ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΝ ΑΝΘΡΩΠΟ
Δεν θα μπορούσε ωστόσο να είναι διαφορετικά αφού η ίδια πλάστηκε και σφραγίστηκε ως άνθρωπος και καλλιτέχνις από τη φρίκη του πολέμου Βιετνάμ. Ενός πολέμου που αποκάλυψε -για μια ακόμα φορά- το αποκρουστικό πρόσωπο της ανθρωπότητας και τον κυνισμό των συμφερόντων.
«Όλη μου τη ζωή την καθόρισαν απόλυτα μια – δυο φωτογραφίες του Βιετνάμ. Oταν ήμουν 15 χρονών ο πόλεμος ήταν στο αποκορύφωμά του. Eτυχε να είμαι δέκτης κι αυτό καθόρισε τη ζωή μου. Γι’ αυτό και οι τρεις πρώτες ατομικές εκθέσεις μου ήταν για το Βιετνάμ και μετά ήταν η Χιλή, η Μπιάφρα κ.λπ..
Οι μεγάλες πληγές της ανθρωπότητας», σχολιάζει και προσθέτει με πίκρα: «Δυστυχώς δεν καταλαβαίνουμε οι άνθρωποι. Ποιος ενδιαφερόταν για το τι γινόταν στη Χιλή ή την Μπιάφρα; Αυτή η απάθεια είναι η μεγαλύτερη κατάρα των ανθρώπων κι αυτό εξυπηρετεί απόλυτα αυτούς που μας καθοδηγούν. Αυτούς που αποφασίζουν πού θα πάει ο πόλεμος αλλά και πότε θα έρθει κι εμάς η σειρά μας».
Κι όμως παρά την απογοήτευση, αυτή συνεχίζει να δημιουργεί, οραματιζόμενη μια άλλη ανθρώπινη κοινωνία. «Δεν θα μπορούσα να κάνω κάτι άλλο. Συνεχίζω. Θέλω να πιστεύω. Λογικά διαπιστώνω ότι δεν αλλάζει κάτι, αντίθετα χειροτερεύουν τα πράγματα. Όμως εγώ ελπίζω κι αυτό που κρατάει ζωντανή την ελπίδα μου είναι η πίστη μου στον άνθρωπο. Στον άνθρωπο και στον Θεό. Στον Θεό στον οποίο πιστεύω πολύ βαθιά».

ΓΕΝΝΗΜΕΝΗ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΣ
Μιλώντας με τη Μαρία Ορφανουδάκη δεν θα μπορούσαμε να μην την ρωτήσουμε αν ξεχωρίζει κάποια από τις πολλές και διαφορετικές τέχνες που έχει υπηρετήσει κατά καιρούς και που είχαν κάνει τον Ιάκωβο Καμπανέλλη να ομολογήσει ότι «η Μαρία είναι γεννημένη δημιουργός».
«Η ζωγραφική είναι το πιο αγαπημένο μου παιδί, παρότι έχω 13 χρόνια να δουλέψω», μας λέει χωρίς δεύτερη σκέψη και συμπληρώνει: «Ειδικά όταν πηγαίνει καλά το έργο, αισθάνεσαι ότι σμίγεις με τον Θεό. Αμέσως μετά ήταν η μουσική, που ξεκίνησα να συνθέτω με παρότρυνση του Σταύρου Ξαρχάκου. Από εκεί και πέρα είναι η ποίηση αλλά και το βίντεο που αφιέρωσα 18 χρόνια και που είναι κάτι
διαφορετικό καθώς παρεμβάλλεται το εγκεφαλικό στοιχείο».
Το πολυσχιδές άλλωστε καλλιτεχνικό ταλέντο της είχαν αναγνωρίσει από νωρίς κορυφαίες προσωπικότητες των Τεχνών, των Γραμμάτων και της κοινωνικής ζωής στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Μεταξύ αυτών ο Γιάννης Ρίτσος που το 1982 έγραφε γοητευμένος από την τέχνη της Μαρίας Ορφανουδάκη ότι «όλη της η ζωή δεν είναι παρά ένας δρόμος στην τέχνη.
Μια συνεχής ανηφορική πορεία προς την κορυφή προς το απόλυτο!» ή ο σπουδαίος Κρητικός ηθοποιός Μάνος Κατράκης που είχε αναφέρει στα εγκαίνια του Εργαστηρίου της Ειρήνης: «…Είμαι βέβαιος ότι τα χαρούμενα λόγια της, τα χαρούμενα βλέμματά της, τα χαρούμενα λόγια της κρύβουν και ένα πολύ βαθύ πόνο. Πιστεύω πως ο πόνος αυτός προέρχεται από την αγωνία της για μια Ειρηνική, για μια Aνθρώπινη ζωή, το έδειξε και το δείχνει κάθε μέρα».
Από την πλευρά του, ο μεγάλος ηθοποιός Λυκούργος Καλλέργης είχε χαρακτηρίσει κάποτε τη Μαρία Ορφανουδάκη «ιέρεια της Ειρήνης» υπογραμμίζοντας ότι η Χανιώτισσα δημιουργός «δεν έπαψε ποτέ να τραβάει αγωνιστικά τον κακοτράχαλο δρόμο της αρετής και της θυσίας». Επίσης, ο αξέχαστος, φωτισμένος ποιμενάρχης της Ορθοδοξίας, Ειρηναίος, είχε τονίσει το 1985 απευθυνόμενος σε εκείνη: «Σίγουρα έχεις το μερίδιό σου από τα ταλέντα που δίνει ο Θεός στα πλάσματά του», ενώ ο κορυφαίος συνθέτης Μίκης Θεοδωράκης το 1999 υπογράμμιζε ότι «μοναδικός στόχος της Μαρίας Ορφανουδάκη είναι το υψηλότερο νόημα που πρέπει να έχει η Τέχνη. Ο ουμανισμός και ο ανθρωπισμός».
Τη ρωτάμε ποια από όλες τις σημαντικές προσωπικότητες που γνώρισε τη σημάδεψε περισσότερο: «Τον Κατράκη ξεχωρίζω. Όχι πως ήταν Κρητικός. Είχε μια ντομπροσύνη. Μια καθαρότητα απίστευτη. Σε όποια παρέα και αν βρισκόταν όλοι οι άλλοι “εξαφανίζονταν”. Λεβέντης. Ενσάρκωνε σίγουρα το πρότυπο του καλλιτέχνη. Κι όμως ο τόπος του δεν έχει κάνει τίποτα γι’ αυτόν…».

ΟΥΔΕΙΣ ΠΡΟΦΗΤΗΣ ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΤΟΥ
Ο Κατράκης ωστόσο δεν είναι ο μόνος που έχει σχεδόν ξεχαστεί από τα Χανιά. Κλείνοντας σιγά – σιγά τη συζήτησή μας η Μαρία Ορφανουδάκη εξομολογείται με παράπονο ότι έχει βρεθεί στο καλλιτεχνικό περιθώριο παρά τη θέλησή της. «Γιατί με έχουν συνθλίψει; Είναι τραγικό. Εδώ δεν μου δίνουν αίθουσα να εκθέσω! Τόσα χρόνια δεν έχω πάρει μια καλλιτεχνική πρόσκληση από τους φορείς του τόπου, ενώ παίρνω από την Αγγλία, τη Γαλλία, την Αυστρία…», σημειώνει και προσθέτει: «Ξέρω βέβαια ότι τα αντιπολεμικά έργα ενοχλούν. Εχουμε τα “θεριά” του τόπου απέναντι».
Κι όμως παρά τις αντιξοότητες δεν μετανιώνει που το 1978 επέλεξε να επιστρέψει στη μοναδική της “ρίζα”, όπως ονομάζει την Κρήτη, επηρεασμένη από τον Καζαντζάκη, τον Θεοτοκόπουλο αλλά και τον παππού της που διετέλεσε βουλευτής του Βενιζέλου και πρώτος αιρετός δήμαρχος Βάμου.
Κι αυτό διότι ο λόγος που την έκανε να εγκαταλείψει μια στρωμένη καριέρα στην Αθήνα όπου είχε αποκτήσει τη δική της γκαλερί ή να απαρνηθεί το εξωτερικό και τη Γαλλία που είχε ήδη τιμηθεί για το έργο της, ήταν βαθιά υπαρξιακός παρά το διφορούμενο της τελευταίας της φράσης:
«Τη στιγμή που έφυγα από την Αθήνα ήθελα να βρω την αλήθεια. Ε, ήρθα και τη βρήκα».

The Design Bar
Maria Orfanoudaki

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.