Τρίτη, 19 Οκτωβρίου, 2021

Τα “ξιόμπλια” απoύ δε θέλει κιανείς

Έλεγε ένας γραμματιζούμενος πως, όποιος δε γ-κατέει την αστεία μπάντα τση ζωής, δε γ-κατέει τη ζωή. Το πιστέβγω ετούτονα και λέω πως το καλαμπούρι είναι απαραίτητο, κιαμιά φορά και τα αρσίζικα είναι ένεσες για να αναντρανίσει κιανείς απου τσι πολλές έγνοιες. Εγώ λέω να καλαμπουρίζουμε και με τσι απατούς μας και με ούλα τα συμπράγκαλα τση ζωής, δε μ-πρέπει να αφήνομε τσοι ενάντιους καιρούς να μασε καπαντίσουνε.

Η ορμήνεια για να παλαίπσομε τη ζωή λέει κι άλλα, σοβαρότερα πράματα. Ένα θεμελιακό από τούτανα είναι να μην αφήνομε τα μιτσά βάσανα να μασε πνίγουνε, δεν πρέπει ν΄ αφήνομε τσι μιτσοέγνοιες να μασε χαλούνε τα γ-κάθα στιγμή. Ετούτεσας οι στιγμές μαζώχνουνται και στη σούμα είναι η ζήση μας. Λέω να κουλαντρίζομε δυναμάρικα και τα μεγάλα βάσανα. Είναι όμως καλό να ΄χομε αλαργινά μερικούς απου τα θωρούνε ούλα μαύρα, δε μ-παλαίβγουνται. Ένας χωριανός μου, ακροδικολογιά, μούλεγε πως, απου τα καλά φάρμακα, είναι δυο ποτηράκια κρασί την ημέρα, με το φαητό. Αν είναι μαρουβάς, ακόμης καλυτέρα, άμα δεν είναι, δεν μπειράζει. Άμα είναι ξυδερίτης να το πίνουνε εκείνοινα απου είναι αψιοί, να τσι αρνέψει.

Σήμερο δε θα σασε πω μουδέ για τα ζούμπερα μουδέ για τα γεμεκλίκι του λαδιού, παρά θα μπούμε στο περβόλι του κουζουλού, απου λέει κι ένας σύντεκνός μου. Και για να μη κσαργώ θα σάσε πω για ένα μ-πράμα σαν το κόκκαλο απου βγαίνει τσι πλια βολές ζευγαρωτά στη μπροστινή μπάντα τση κεφαλής, σε πολλά σε πολλά άγριγια αλλά και μερωμένα ζωντανά. Έχετε καταλαβωμένο πως είναι το κέρατο, απού όποιος το κουβαλεί, τονε λένε κερατά.

Λένε το λοιπός πως βγαίνει και στσ΄ αθρώπους, αλλά στο κούτελο μόνο των αντρώς και για το ποστηρίξουνε λένε υπάρχει μόνο η κουβέντα κερατάς και όη κερατού όπως μόνο οι γι-άντρες (που λέει ο λόγος) βγάνουμε γένια γή μουστάκι. Άλλοι λένε πως βγαίνει σε ασερνικούς και θηλυκούς. Ετούτονα θα το συζητήξομε μιαν άλλη βολά, σήμερο θα σασε πω για το κέρατο απού βγαίνει στο κούτελο των αντρώς.

Το βγάνει ο άντρας άμα μπει η γυναίκα ν-του πάει σε κσένο μπακσέ και μυρίσει κσένο κρίνο. Πως συβαίνει εδά να βγαίνουνε ετούτανα στη γ-κεφαλή του αντρούς επειδής η γυναίκα ν-του, όπως λέει το παλιό καλαμπούρι, εγλίστρηκσε, είναι απού τα μυστήρια τση ζήσης. Δηλαδής άλλος κάνει τη ζημιά, κι άλλος παίρνει τα «ξόμπλια».

Εγώ δεν το κάτεχα, παρά ένας δάσκαλος απούχαμε στο χωριό μούπε πως, ετούτηνα η κουβέντα είναι ορχομένη από την παλαϊνή Ελλάδα. Μούπε πως σ΄ ένα γραφτό, διακόσους και βαλε χρόνους πριχού έρθει ο Χριστός στη γης, εδιαβάσανε: (όπως θα το λέγαμε εδά) «στο γραμματικό το κερατά». Μούλεγε και ένα ν-άλλο, του ίδιου απάνω κάτω καιρού. Ένας απου ετοιμάζουντονε να παντρεφτεί είδε όνειρο πως ήτονε καβάλα σ΄ ένα κριγιό, και τον έριξε. Ετούτονα τ΄ όνειρο του το ξεδιαλύνανε πως, θα θα τονε κερατώσει η γυναίκα απου θα παντρεφτεί. Έναν άλλο, καλαμπουρίστικο κι αυτό πριχού το Χριστό, εγράπσανε για ένα δάσκαλο: Δασκαλέβγεις όξω είντα ΄καμε του Μενέλαου ο Πάρης και μέσα στο σπίτι σου είναι μπουλούκι απάνω στην Ελένη σου οι Πάρηδες.

Κάνω αναγυρίδα για να σασε πω κατιντίς που ούλοι, λίγο πολύ κατέμε. Δηλαδής στσι γλώσσες απου μιλιούνται στο ντουνιά δανείζει η μια την άλλη κουβέντες. Ετούτηνα τη γ-κουβέντα «το κέρατο» την εχουμε μπέπσει κι αλλού, στη τούρκικη λαλιά. (Είχενε πωμένο ο Κεμάλ Ατατούρκ πως το 15 στσι εκατό από τσι κουβέντες τση τούρκικης γλώσσας, είναι ελληνικές).

Ήτονε και άντρες απου τα κέρατα τα βάνανε για ξόμπλι. Λέω για κάτι πολεμισταράδες απού την απάνω άκρα τσ΄ Ευρώπης, τ΄ όνομά ντωνε μούφαε ώρες να το ξεπαραλύσω, ως όξω τόμαθα Βίκινγκς τσι λέγανε κι ελείπανε απου τα σπίθια ντονε συνέχεια σε πολέμους. Ετούτοινα εφορούσανε κάτι, κράνη, όπως λέμε στο στρατός, απου τα στολίζανε με κέρατα κι εκαμαρώνανε. Μου φαίνεται πως τόχανε παρμένο απόφαση πως, όσο λείπουνε θα ντω τα βάλλουνε οι γυναίκες τωνε με άλλους άντρες, απου εμένανε πίσω να βαστούνε τα μπόσικα. Για τούτονα τα βάνανε αμοναχοί ντονε, να μην τονε κακοφανεί όντε θα ν-τω τα βάνανε οι γυναίκες τωνε.

Τα αποδέλοιπα ζωντανά χρειγιάζουνται τα κέρατα πολλώ λογιώ. Δηλαδής ομορφαίνουνε ένα αρσενικό ελάφι το άμα το δει κιανείς με τα μάθια τσ΄ ελαφίνας, αλλά και μπορεί και να κουτελώσει γή να γιουρουντίξει σε άλλο ελάφι γή σ΄ ένα λύκο. Όποιο αρσενικό με δυο πόδια τα φορεί, του ΄ναι άχρηστα. Δεν μπορεί να τάχει για ξόμπλια, δεν μπορεί να γιουρουντίξει μουδέ να κουτελώσει κιανένα. Δεν μπορεί δηλαδής να πει σε κιανένα απάνω στο καβγά, φύγε έχω κέρατα, όπως (άμα κατέει από κείνανα τα κινεζικά πολεμικά, καράτε θαρρώ τα λένε), μπορεί να πει τ΄ αλλουνού, φύγε κατέω καράτε.

Για τούτονα λένε πως απού το κέρατο κιανείς δεν απόθανε. Απού το σπαθί όμως γή απού το τσιφτέ του κερατά, έχουν αποθάνει πολλοί. Ένας απου ήτονε και πολλά αψύς έλεγε πως το κέρατο συγχωρνάται με ελληνικό καφέ και κόλλυβα.

Οι γι-αντρες το κέρατο το σκέφτουνται σαν και το κουτούλημα των αμαξιώ απου το λένε τροχαίο. Κάθα γεις όπως και στο τροχαίο, πιστέβγει, σε μένα δε θα συβεί. Θα ν΄ μπορούσανε να σώσουνε τα πράματα οι γ-Αμερκάνοι απού έχουνε καμωμένα θάματα, ολόκερο αστροπελέκι κουτελώνουνε μ΄ ένα μιτσό σιντεράκι απου το λένε αλεξικέραυνο.

Αλεξικέρατο δεν μπορούνε να θιάξουνε; Εγώ τόχω πλια πως μπορούνε μα δε θέλουνε.
Δίχως να σταματά ποτές, από τσι παλαϊνούς χρόνους ίσαμ΄ εδά (και δε θωρώ να σταματά) ακούγεται κάθα μέρα ετούτηνα η κουβέντα, μετρημό δεν εέι πόσες φορές, κάθα μέρα. Ούλοι τσι κατέμε αλλά θα γράπσω δυο τρεις.

«Πλερώνω κεραθιάτικα», άμα πάθομε άδικη ζημιά.
«Κερατάς και ζημιωμένος, άμα πάθομε ζημιά απου χτυπά στη τζέπη, αλλά μασε στενοχωρεί κιόλας.
«Σαν του κερατά μου πάει», άμα έχει κιανείς ανάγκαση από μια γ-κατάσταση, απου έχει μπλεχτεί άδικα.
Ακόμης κιαμιά βολά για να μιλήσομε άσκημα γι ένα απου τον έχομε άχτι, τονε λέμε κερατά, δίκια κι άδικα.

Τα λέω ετούτανα δίχως να μπορώ να νοήσω πως, κάθα ένα απου τούτανα, τα δένουνε με το κέρατο. Το βάνω στο γιαφτά μου και λέω, του κερατά δε μπορεί, θα νάναι κιανείς απου κατέει, να μου το πει και μένα.

Σ΄ ένα κατωμερίτη απούχει γ-καλή ταβέρνα τούχανε βγάλει το παρανόμι κερατάς, χωρίς κιανένα λόγο, ως μούχουνε πωμένο. Το βγάλανε τυχαία όπως βγαίνουνε πολλά παρανόμια. Τη ν-ταβερνα την έλεγε «Μύλος», αλλά ούλοι οι μουστερήδες ελέγανε να πάμε στη ν-ταβέρνα του κερατά. Τελικά συβάστηκε κι ονομάτισε την ταβέρνα ν-του «Ο μύλος του κερατά».

 

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες