Δευτέρα, 29 Νοεμβρίου, 2021

Τα ορόσημα στη δημιουργία του παγκόσμιου περιβαλλοντικού κινήματος

Σήμερα είναι ευρέως διαδεδομένο ότι οι ανθρώπινες δραστηριότητες έχουν μη αναστρέψιμες επιπτώσεις στα παγκόσμια οικοσυστήματα, συμβάλλουν στη μείωση της βιοποικιλότητας, στη ταχεία εξάντληση των μη ανανεώσιμων φυσικών πόρων και στη κλιματική αλλαγή.

Αυτό δεν ήταν προφανές μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και χρειάστηκε η συστηματική εργασία πολλών επιστημόνων και διεθνών οργανισμών για να γίνει ευρύτερα πλήρως κατανοητή η αδιέξοδη πορεία του μέχρι σήμερα ακολουθούμενου μοντέλου ανάπτυξης. Σκοπός του σύντομου κειμένου που ακολουθεί είναι η ενδεικτική αναφορά στο έργο ορισμένων επιστημόνων και διεθνών οργανισμών το οποίο, στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, ευαισθητοποίησε τη παγκόσμια κοινότητα για τα περιβαλλοντικά προβλήματα και αδιέξοδα καθώς και για την αναγκαιότητα αλλαγής του κυρίαρχου μοντέλου ανάπτυξης το οποίο θέτει τον άνθρωπο υπεράνω της φύσης.

1. Το βιβλίο της Αμερικανίδας Rachel Carson (1907-1964) με τίτλο “Σιωπηλή Άνοιξη“, το οποίο κυκλοφόρησε το 1962, αναφερόταν στις καταστροφικές επιπτώσεις των συνθετικών χημικών εντομοκτόνων όπως του DDT στο πολλαπλασιασμό των πουλιών μέσω της δυσμενούς επίδρασης τους στο κέλυφος των αυγών τους. Ο μελλοντικός κόσμος τον οποίο περιέγραφε η συγγραφέας, η οποία ήταν θαλάσσια βιολόγος, θα ήταν δυστοπικός όπου λόγω της ελάττωσης των πουλιών η άνοιξη θα ήταν σιωπηλή χωρίς το κελάιδισμα τους. Οι εταιρείες παραγωγής χημικών προϊόντων αντέδρασαν έντονα στις απόψεις της R. Carson όμως η επίδραση του έργου της σε μεγάλο μέρος των πολιτών οι οποίοι επιζητούσαν τη διατήρηση της φύσης και αντιδρούσαν στην υποβάθμιση της ήταν σημαντική. Το βιβλίο αυτό, πρωτοποριακό για την εποχή του, οδήγησε στην απαγόρευση της χρήσης του DDT στις ΗΠΑ, ευαισθητοποίησε τη κοινή γνώμη της χώρας για τα οικολογικά προβλήματα και συνέβαλε στη δημιουργία της Αμερικανικής υπηρεσίας προστασίας του περιβάλλοντος (US Environmental Protection Agency – EPA) η οποία έχει έκτοτε αποφασιστικό ρόλο σε περιβαλλοντικά θέματα. Μετά το θάνατο της ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ J. Karter απένειμε στη R. Carson το προεδρικό μετάλλιο της ελευθερίας.

2. Το 1972 ένας διεθνής μη κερδοσκοπικός οργανισμός, H λέσχη της Ρώμης, εξέδωσε μία μελέτη-βιβλίο με τίτλο “Τα όρια της μεγέθυνσης- The limits to growth”. Οι πωλήσεις του βιβλίου παγκοσμίως, το οποίο μεταφράστηκε σε δεκάδες γλώσσες, ξεπέρασαν τα 30 εκατ. αντίτυπα ενώ στη συγγραφή του συμμετείχαν πολλοί ερευνητές. Στη μελέτη αυτή, η οποία πραγματοποιήθηκε με τη βοήθεια εξειδικευμένων Ακαδημαϊκών στο τομέα της μηχανικής των συστημάτων του πανεπιστημίου ΜΙΤ των ΗΠΑ, έγινε προσομοίωση με ηλεκτρονικούς υπολογιστές του παγκόσμιου συστήματος διερευνώντας τις αλληλεπιδράσεις και τις συνέργειες πέντε (5) σημαντικών παραμέτρων: του παγκόσμιου πληθυσμού, της παραγωγής τροφίμων, της χρήσης εξαντλήσιμων φυσικών πόρων, της βιομηχανικής παραγωγής και της ρύπανσης του περιβάλλοντος. Μέχρι τότε πολλοί πίστευαν ότι οι άφθονοι φυσικοί πόροι του πλανήτη έκαναν εφικτή τη διαρκή ανάπτυξη ενώ η μελέτη αυτή τους υπενθύμισε τα πλανητικά όρια τα οποία δεν θα έπρεπε να ξεπεραστούν για να μην ακολουθήσει η κατάρρευση. Θεωρούσε απαραίτητη και αναγκαία τη μετάβαση σε ένα καθεστώς διατηρήσιμης – οικονομικά και οικολογικά – ανάπτυξης. Αν και ορισμένα συμπεράσματα της μελέτης αυτής δεν επαληθεύτηκαν τα επόμενα χρόνια το βιβλίο οδήγησε στην αφύπνιση και την ευαισθητοποίηση της παγκόσμιας κοινής γνώμης σχετικά με την αναγκαιότητα αλλαγής της υπάρχουσας κατάστασης και των κινδύνων πλανητικής κατάρρευσης λόγω της άνευ ορίων ανάπτυξης. Ενώ το βιβλίο αυτό δέχτηκε πολλές κριτικές το κύριο συμπέρασμα του για την ουτοπία της διαρκούς ανάπτυξης δεν αμφισβητείται σήμερα ενώ μετέπειτα μελέτες επικαιροποίησαν τα συμπεράσματα του υπό το φως των πρόσφατων δεδομένων.

3. Το 1973 ο Αγγλο-Γερμανός οικονομολόγος Ernst F. Schumacher (1911-1977) διατύπωσε μία καινοτόμο και αιρετική άποψη για την ανάπτυξη την οποία διετύπωσε στο βιβλίο του “Small Is Beautiful: A Study of Economics As If People Mattered” το οποίο θεωρήθηκε ένα από τα πιο επιδραστικά βιβλία που κυκλοφόρησαν μετά το Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Σε μία εποχή όπου η ανάπτυξη σε μεγάλη κλίμακα θεωρείτο ενδεδειγμένη ο E.F. Schumacher πρότεινε ένα διαφορετικό τρόπο ανάπτυξης που θα βασιζόταν στη μικρή ανθρώπινη κλίμακα με τη χρήση αποκεντρωμένων και φιλικών στο περιβάλλον τεχνολογιών. Με τον τρόπο αυτό, υποστήριξε, θα διασφαλιζόταν η ευημερία των ανθρώπων και η ισορροπία των φυσικών οικοσυστημάτων με την ελαχιστοποίηση της ρύπανσης και της υποβάθμισης τους. Η άποψη αυτή θεωρήθηκε σαν μία τομή στο κυρίαρχο τότε τρόπο σκέψης ο οποίος επικροτούσε τότε την ανάπτυξη σε μεγάλη κλίμακα και επηρέασε το παγκόσμιο οικολογικό κίνημα καθιερώνοντας έκτοτε τη θέση “Το μικρό είναι ωραίο” σαν ένα από τους πυλώνες της σύγχρονης προσπάθειας για τη προστασία του περιβάλλοντος.

4.Ο Sir James lovelock (1919-) είναι Άγγλος ερευνητής, χημικός, βιολόγος και περιβαλλοντολόγος ο οποίος διατύπωσε την άποψη ότι η γη λειτουργεί σαν ένα είδος πολύπλοκου ζωντανού υπέρ-οργανισμού ο οποίος έχει την ικανότητα της αυτορρύθμισης και ομοιόστασης σε πλανητική κλίμακα. Με το τρόπο αυτό, υποστήριξε, η γη δημιουργεί ένα κατάλληλο περιβάλλον για τη διατήρηση της ισορροπίας της. Τις απόψεις αυτές τις παρουσίασε το 1972 στο βιβλίο με τίτλο “Η αναζήτηση της γαίας” (από το όνομα της Ελληνίδας θεάς γαίας). Ο J. Lovelock όρισε τη γαία σαν “Μία πολύπλοκη οντότητα η οποία περιλαμβάνει τη βιόσφαιρα της γης, την ατμόσφαιρα, τους ωκεανούς και το έδαφος. Η συνολική δομή της συνιστά ένα σύστημα ανάδρασης το οποίο αναζητά το βέλτιστο δυνατό φυσικό και χημικό περιβάλλον για τη ζωή σε αυτό το πλανήτη”. Συνεπώς, υποστήριξε, ο πλανήτης διαθέτει ένα ομοιοστατικό αυτορρυθμιζόμενο μηχανισμό ελέγχου της επιφανειακής θερμοκρασίας, της ατμοσφαιρικής σύνθεσης και των επιπέδων αλμυρότητας των ωκεανών. Η “υπόθεση της γαίας” έγινε αποδεκτή από μεγάλο μέρος της περιβαλλοντικής κοινότητας αλλά όχι όμως από την επιστημονική κοινότητα καθώς η επιστήμη των γήινων συστημάτων βρίσκεται σε πρώιμο στάδιο και η θεωρία της γαίας δεν μπορεί να υποβληθεί σε έλεγχο μέσω πειραμάτων. Ο J. Lovelock, εταίρος της βασιλικής εταιρείας του Λονδίνου, έχει τιμηθεί μεταξύ άλλων και από τη Βασίλισσα της Αγγλίας με το μετάλλιο του “Tάγματος των συντρόφων της ζωής”. Η θεωρία της γαίας, αν και αμφιλεγόμενη, επηρέασε το παγκόσμιο περιβαλλοντικό κίνημα το οποίο υποστηρίζει ότι συνολικά ο πλανήτης θα πρέπει να αποτελεί το αντικείμενο της οικολογικής θεώρησης λαμβάνοντας υπ’ όψη τις αλληλεπιδράσεις και τις συνέργειες των βιοτικών και αβιοτικών παραγόντων του.

5.Το 1987 εκδόθηκε η έκθεση των Ηνωμένων Εθνών με τίτλο “Το κοινό μας μέλλον-Our common future” γνωστή και σαν έκθεση Brundland. Η Gro Brundland (1939-) διετέλεσε πρωθυπουργός της Νορβηγίας και ήταν πρόεδρος της παγκόσμιας επιτροπής για το περιβάλλον και την ανάπτυξη του ΟΗΕ η οποία συνέταξε την έκθεση αυτή. Τότε για πρώτη φορά διατυπώθηκε η έννοια της αειφόρου ανάπτυξης η οποία ορίστηκε σαν “η ανάπτυξη η οποία καλύπτει τις ανάγκες της παρούσας γενιάς χωρίς να υπονομεύονται οι δυνατότητες ευημερίας των επόμενων γενεών“. Στην έκθεση αυτή θεωρήθηκε αναγκαία η αξιολόγηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων κατά τη διαδικασία της ανάπτυξης καθώς και η ενδυνάμωση της διεθνούς συνεργασίας καθώς η αντιμετώπιση των σύνθετων, πλανητικής κλίμακας, οικολογικών προβλημάτων απαιτεί τη διεθνή συνεργασία και συντονισμό. Η έκθεση Brundland επεσήμανε την αναγκαιότητα εξισορρόπησης μεταξύ οικονομίας και οικολογίας ενώ ισχυρίστηκε ότι η φτώχεια αυξάνει τις περιβαλλοντικές πιέσεις και μειώνει την αειφορία. Συνεπώς, υποστήριξε, η αλληλεξάρτηση και αλληλεπίδραση μεταξύ κοινωνικών παραγόντων (φτώχειας), οικονομικών (ανάπτυξης) και οικολογικών (προστασίας του περιβάλλοντος) θα πρέπει να λαμβάνονται σοβαρά υπ’ όψη. Θεώρησε επίσης ότι υπάρχουν κάποια οικολογικά όρια στην οικονομική ανάπτυξη (τα οποία σχετίζονται με τους φυσικούς πόρους και τη φέρουσα χωρητική ικανότητα των οικοσυστημάτων) των ανεπτυγμένων και αναπτυσσόμενων χωρών κάτι που μέχρι τότε δεν ήταν αυτονόητο. Η έκθεση αυτή απετέλεσε ένα σημαντικό ορόσημο στο παγκόσμιο οικολογικό κίνημα και τη βάση για τη προώθηση εθνικών και διεθνών πολιτικών όπου η προστασία του περιβάλλοντος θα πρέπει να λαμβάνετε πάντα υπ’ όψη. Έκτοτε πολλοί επιστήμονες και διεθνείς οργανισμοί έχουν τεκμηριώσει την αναγκαιότητα αλλαγής του ανθρωπογενούς μοντέλου ανάπτυξης το οποίο θεωρεί τον άνθρωπο σαν δυνητικό κυρίαρχο της φύσης την οποία μπορεί να χρησιμοποιεί όπως θέλει για την ικανοποίηση των αναγκών του. Αντί αυτού, υποστήριξαν, ο άνθρωπος θα πρέπει να θεωρήσει τον εαυτό του σαν μέρος της φύσης και θα πρέπει να συμβιώνει σε ισορροπία με αυτή. Θα ήταν παράλειψη τέλος να μην γίνει αναφορά στη διακυβερνητική επιτροπή του ΟΗΕ για τη κλιματική αλλαγή (IPCC) η οποία ιδρύθηκε το 1988 και έκτοτε, με τις υπάρχουσες επιστημονικές μεθόδους, παρακολουθεί την αλλαγή του κλίματος στο πλανήτη και διατυπώνει προτάσεις προς τις κυβερνήσεις και τους διαμορφωτές πολιτικής για την αντιμετώπιση της.

*Ο Γιάννης Στυλ. Βουρδουμπάς, είναι χημικός μηχανικός ΕΜΠ, M.Sc., Ph.D.

 

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα