Σάββατο, 17 Απριλίου, 2021

Στον αστερισμό… του “Ουρανομήκη”

Σε μια εποχή που η μουσική σκηνή είναι γεμάτη μετεωρίτες, ο Μίκης φαντάζει με την αρμονική δύναμη που επιτρέπει στο σύμπαν να διαιωνίζεται. Ο “Ουρανομήκης” του μακαριστού Ειρηναίου Γαλανάκη, τιμάται σήμερα από τα Χανιά, παραλαμβάνοντας το χρυσό κλειδί της πόλης και το χρυσό μετάλλιο του Πολυτεχνείου Κρήτης. Τι να πρωτογράψεις για τον Μίκη, πώς να αποτυπώσεις το μέγεθος της προσωπικότητάς του; Πώς να τον ορίσεις ως άνθρωπο; Μουσικοσυνθέτης, ποιητής, πολιτικός, αντιστασιακός, στοχαστής. Μέχρι πού να βάλεις όρια στην εμβέλειά του; Χανιώτης, Κρητικός, Ελληνας, Πολίτης του κόσμου, παγκόσμιος. Ψάχνοντας στο Αρχείο των “Χ.Ν.” βρίσκεις μικρούς “θησαυρούς” από αυτούς που με μεράκι μάζευε ο αείμνηστος Μιχάλης Γρηγοράκης. Στα επιμελώς ταξινομημένα ντοσιέ, ανάμεσα σε αυτά που αφορούν τον Μίκη Θεοδωράκη, υπάρχει και ο φάκελος “Περίεργα”. Εκεί συναντάμε πολλές μικρο… μέγαλες στιγμές της ζωής του μουσικοσυνθέτη, άγνωστες ή λιγότερο γνωστές στο ευρύ κοινό. Επιχειρώντας ένα διαφορετικό ταξίδι στη ζωή του μεγάλου μουσικοσυνθέτη, οι “διαδρομές” ξεχωρίζουν μερικά από τα στιγμιότυπα της ζωής του.

2Οταν οι Beatles τραγούδησαν Μίκη
Ο Μίκης Θεοδωράκης είναι ο μόνος Έλληνας συνθέτης που άκουσε τους Beatles να τραγουδούν δική του δημιουργία. Λένον και Μακ Κάρτνεϊ τραγούδησαν το “Αν θυμηθείς τ’ ονειρό μου” ή “Ηoneymoon song” από την ομώνυμη ταινία.
Αυτό δεν ήταν αρκετό για να δηλώσει πάντως υποστηρικτής του θρυλικού συγκροτήματος. Μιλώντας στον Φώτη Απέργη στην Ελευθεροτυπία, με αφορμή την συναυλία των Rolling Stones στην Αθήνα το 1998,  ο Μίκης ξεκαθάριζε ότι στο δίλλημα Stones ή Beatles απαντά Τζίμι Χέντριξ! Μέσα στη συνέντευξη ο Φώτης Απέργης των ρωτά για τη ροκ μουσική και την έντασή της, την οποία και ο Μίκης επιζητούσε. «Ναι», απαντά, και διευκρινίζει: «Αλλά τη βρήκα από νωρίς σε ρυθμούς πολύ πιο πρωτόγονους και αρχετυπικούς, όπως είναι ο δίμετρος κρητικός χορός. Τι ανάγκη είχα, λοιπόν, να δανειστώ στοιχεία από το ροκ; Αλλο αν, πολύ αργότερα, εισχώρησαν σε ένα δύο δίσκους μου με μορφή κυρίως ενορχηστρωτική. Στην πραγματικότητα οι δικοί μας ρυθμοί είναι πολύ πιο ισχυροί και, αν είχαμε με το μέρος μας την αμερικανική βιομηχανία, θα ήταν και πιο δημοφιλείς».

3Η λογοκρισία στους Ολυμπιακούς Αγώνες
Τον Φλεβάρη του 2002 πραγματοποιείται στο Σολτ Λέικ Σίτι των Ηνωμένων Πολιτειών η τελετή αφής της φλόγας για τους χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες, υπό τους ήχους του “Canto Olympico”.
Στο Εθνος της 17ης Φεβρουαρίου του 2002 διαβάζουμε ότι το έργο επιλέχτηκε από την Οργανωτική Επιτροπή και παρουσιάστηκε από τη Συμφωνική Ορχήστρα της Γιούτα. Το όνομα του συνθέτη όμως Μίκη Θεοδωράκη δεν ακούστηκε και δεν γράφτηκε στη μετάδοση, ούτε καν από την ΕΡΤ, η οποία μίλησε για παράλειψη. Από την πλευρά τους οι διοργανωτές μίλησαν για λάθος, το οποίο επεκτάθηκε και στο αναλυτικό πρόγραμμα που είχαν μοιράσει. Ούτε εκεί φαινόταν το όνομα του Μίκη.
Σύμφωνα με το “Εθνος” ούτε λάθος ήταν, ούτε παράλειψη. Το όνομα του Θεοδωράκη “κόπηκε” επειδή δεν ήταν αρεστός στην Ουάσιγκτον λόγω της σθεναρής αντιαμερικανικής του στάσης .

4Το μελωδικό “ντέρμπι” της Λεωφόρου Αλεξάνδρας
Στη δεκαετία του ’60 το μοναδικό ντέρμπι που άναβε τα αίματα… στη Λεωφόρο Αλεξάνδρας ήταν αυτό των αιωνίων. Λίγα μέτρα όμως πιο κάτω από το γήπεδο, το καλοκαίρι του 1962 διεξαγόταν ένα μεγάλο “μελωδικό” ντέρμπι.
Στο Θέατρο Μετροπόλιταν ανέβαινε η Οδός Ονείρων του Μάνου Χατζηδάκι ενώ στο Θέατρο Παρκ η Ομορφη Πόλη του Μίκη Θεοδωράκη. Για την παράσταση του Μίκη σχηματίζονταν ουρές, γεγονός που προβλημάτισε τον Χατζηδάκι. Τι έκαμε λοιπόν σύμφωνα με το αφιέρωμα του “Εθνους” το 1992 ο Χατζηδάκις; «Αναγκάστηκε να φέρει ενισχύσεις. Πρώτα τη Νάνα Μούσχουρη, μετά τον Ευγένιο Σπαθάρη που έπαιζε ένα έργο του Καραγκιόζη και στο τέλος την Αλίκη Βουγιουκλάκη».
Σε ό,τι αφορά το “Κάποτε θα ’ρθουν”, από την, μόλις πέντε λεπτών, συνάντηση του με τον Μίκη Θεοδωράκη, με αφορμή το τραγούδι αυτό, ο Παύλος Σιδηρόπουλος θα εμπνευστεί για το κείμενο-καταπέλτη που ηχογράφησε στο σπίτι του και κυκλοφόρησε το 1994 στο μεταθανάτιο άλμπουμ του, “Εν αρχή, ην ο λόγος”.

5Τα πούρα του Τσε και η αγελάδα του Κάστρο
Μιλώντας στο περιοδικό “Nitro” ο Μίκης Θεοδωράκης εξιστορούσε τις εμπειρίες του από μεγάλες παγκόσμιες προσωπικότητες τις οποίες είχε συναντήσει. Στο σημείο που μιλά για τον Τσε Γκεβάρα και τον Φιντέλ Κάστρο, διαβάζουμε:
«Ηταν μετά την Επανάσταση, το 1962 – βρισκόμαστε ακόμα στην ηρωική της περίοδο. Ημουν μέλος μιας κομματικής αντιπροσωπείας από την Ελλάδα και μέναμε στο Αβάνα Λίμπρε, που ήταν το παλιό αμερικανικό Χίλτον. Εκεί μας υποδέχθηκαν, μαζί με πολλές άλλες αντιπροσωπείες, ο Φιντέλ Κάστρο με τον Τσε Γκεβάρα, τον αδελφό του Ραουλ και άλλους επαναστάτες. Εκεί λοιπόν, την ώρα που συζητούσαμε χαλαρά, η ορχήστρα άρχισε να παίζει τη σύνθεσή μου “Αν θυμηθείς τ’ όνειρό μου”, που το είχαν πει και οι Βeatles. Ηταν το μεγαλύτερο σουξέ στην Κούβα, το τραγουδούσε ένας μεγάλος Μεξικανός τραγουδιστής. Το Κιούμπα Λίμπρε ξεκίνησε τις εκπομπές του με το τραγούδι αυτό. Ο μεταφραστής σταμάτησε και είπε: “Αυτό είναι τραγούδι του Μίκη Θεοδωράκη από την Ελλάδα, που είναι μαζί μας”. Αυτό ήταν. Μόλις έμαθαν ότι το τραγούδι αυτό είναι δικό μου, ο Κάστρο, ο Τσε και οι άλλοι άλλαξαν τελείως στάση απέναντι μου. Δεν ήμουν πια ένας από τους άλλους εκατό αντιπροσώπους. Αρχίσαμε τη συζήτηση. Ο τόνος ενθουσιαστικός για όλα, και κάπου στη γωνία του μυαλού τους η Ελλάδα σαν ένας τόπος με κάποιες αρχαίες κολόνες και μνημεία στο βάθος. Εδειχναν ένα σεβασμό για όλα αυτά, αλλά για τα υπόλοιπα, για τα σύγχρονα είχαν μεσάνυχτα. Πάντως, περισσότερο από το γιατρό Τσε Γκεβάρα, ο Κάστρο, λόγω της δικηγορίας, της κλασικής του παιδείας και της αγάπης του για την ιστορία, είχε πολλές γνώσεις για την παλαιά και τη νέα Ελλάδα.
Στενότερα συνδέθηκα με τον Τσε και με αυτόν έκανα τις περισσότερες συζητήσεις. Ημουν στην Αβάνα μαζί με τον τότε βουλευτή της ΕΔΑ Σακελλάρη και θέλαμε να εκμεταλλευθούμε την ευκαιρία. Να μελετήσουμε διάφορα προβλήματα της Κούβας, χρήσιμα για την Ελλάδα της εποχής. Είχαμε πάει στο υπουργείο Οικονομικών γι’ αυτό τον σκοπό. Μετά ιδωθήκαμε με τον Τσε, ο οποίος ήταν υπουργός Οικονομικών. Του είπαμε ότι βρήκαμε τα στοιχεία που αναζητούσαμε και μάλιστα με πρόθυμη εξυπηρέτηση από τον αρμόδιο διευθυντή. “Τον βρήκατε στη θέση του; Μπράβο σας”, μας είπε ο Τσε και μας άφησε εμβρόντητους. “Εγώ τον ψάχνω τόσον καιρό τώρα και δεν τον βρίσκω στη θέση του”. Αυτοί τότε ήταν τόσο εναντίον της γραφειοκρατίας, ώστε είχαν φτάσει στα όρια της διαλύσεως του κρατικού μηχανισμού. Υπηρεσίες είχαν, αλλά οι επαναστάτες δεν είχαν γραφεία και μόνιμη παρουσία εκεί. Γύριζαν την Κούβα, τα χωριά, τις φυτείες, φρόντιζαν τη συλλογή ταυ ζαχαροκάλαμου. Γύριζαν συνεχώς. Ανδρες και γυναίκες ντυμένοι στρατιωτικά. Ηταν μια άλλη ατμόσφαιρα. Ο Τσε ήταν της άποψης ότι η επανάσταση στην Κούβα έπρεπε να επεκταθεί στη Λατινική Αμερική, να αποτελέσει πρότυπο και να αποκτήσει δεσμούς αλληλεγγύης και συμμαχίες. Είχε ένα πάθος για τα θέματα κοινωνικής δικαιοσύνης. Το άλλο που διαπίστωσα προσωπικά ήταν ότι αυτός ο σκληρός επαναστάτης ήταν και ένα μυαλό ανοικτό στις ιδέες. Το υπουργείο του στην Κούβα ήταν καταφύγιο για κάθε λογής διαφωνούντες, από τροτσκιστές και μαοϊκούς έως αναρχικούς και σοσιαλδημοκράτες.
ΟΤσε μου πρότεινε να τον συνοδεύσω σε μια περιοδεία του μιας εβδομάδας σε πολλές περιοχές της Κούβας. “Να μάθεις την Κούβα και την Επανάσταση”. Του απάντησα όχι, αλλά επέμενε πολύ. Εγώ εκείνη την εποχή μόλις έβγαινα από μια ακόμα δοκιμασία της φυματίωσης. Είχε παρουσιαστεί μια έξαρση τις αρχές του 1962 και αναγκάστηκα να πάω στο Λονδίνο για θεραπεία και μετά στην Πεντέλη. Εγινα καλά, αλλά στο τροπικό κλίμα της Κούβας άρχισα να νιώθω ενοχλήσεις. Πυρετός, ανορεξία, δεν μπορούσα να πάρω τα πόδια μου. Σερνόμουν. Ο Τσε επέμενε να πάω μαζί του γιατί το κλίμα θα ήταν καλύτερο, πιο ξηρό, εκεί στη Σιέρα Μαέστρα, και γιατί είχαμε αρχίσει να κάνουμε καλή παρέα και συζητήσεις ουσίας. Πήγα μια εβδομάδα μαζί του, εγώ στο πίσω μέρος ενός παλιού αμερικανικού αυτοκινήτου και αυτός μπροστά, στη θέση του συνοδηγού. Διαπίστωσα ότι ο κόσμος αγαπούσε τους επαναστάτες, αλλά όχι υπερβολικά πράγματα – γενικά οι Κουβανοί είναι πιο συγκρατημένοι στις εκδηλώσεις τους από τους Ελληνες και τους Μεσογειακούς. Στον Γκεβάρα άρεσε πολύ να με επιδεικνύει, να λέει ότι είμαι ο συνθέτης του μεγάλου σουξέ, θαυμαστής της νέας Κούβας και προσωπικός του φίλος. Μου έκανε εντύπωση το βάρος που είχε ρίξει η Επανάσταση σε θέματα δημόσιας Υγείας, φροντίδας για τα παιδιά, βελτίωσης της κατοικίας και γενικά της διαβίωσης. Παντού μικρά και μεγάλα έργα, προσπάθειες για αποξήρανση και εγγειοβελτιωτικά, για σχολεία, Κέντρα Υγείας, σφαγεία. Σε ένα από αυτά τα κτήρια σφαγείων ήταν γραμμένο το γενικό σύνθημα “Επανάσταση ή θάνατος”. Τον πείραξα και του είπα ότι είναι το μόνο μέρος όπου δεν υπάρχει επιλογή, τα ζώα στα σφαγεία τα περιμένει μόνο θάνατος!
Συμφώνησε γελώντας γι’ αυτή την επαναστατική υπερβολή.
Σταδιακά άρχισα να του μιλάω, όπως και στον Κάστρο αργότερα, για τη σύγχρονη Ελλάδα και τους μεγάλους λαϊκούς της αγώνες. Τον πόλεμο του 1940, το κίνημα της εθνικής αντίστασης, τον εμφύλιο και τα Μακρονήσια, τους δεκάδες χιλιάδες νεκρούς και τραυματίες.
Ο Τσε, που είχε από τότε σχεδιάσει την επαναστατική του δράση στη Βολιβία και άλλου, είχε πολύ ενδιαφέρον να μάθει για το ελληνικό αριστερό κίνημα και όλα τα άλλα της βαλκανικής, τις δυσκολίες και τις αποτυχίες και επιτυχίες τους. Νομίζω ότι με τον καιρό τόσο ο Τσε όσο και ο Κάστρο απέκτησαν από τις συζητήσεις τους μαζί μου μια πρώτη, άλλη αντίληψη για τη σύγχρονη Ελλάδα και τον λαό της. Φαίνεται ότι οι εντυπώσεις μιας βδομάδας περιοδείας και οι άλλες συζητήσεις με τον Τσε Γκεβάρα δεν ήταν αξέχαστες μόνο για μένα αλλά και για τον ίδιο. Τότε πρωτοέμαθα να καπνίζω πούρο. Σε ένα χωριό από τα πρώτα που επισκεφθήκαμε έδωσαν στον Τσε κάτι μεγάλα μαύρα πούρα, αυτά με τη χειροποίητη επεξεργασία και τα εκλεκτά φύλλα. Καπνίσαμε μαζί και είδε ότι μου άρεσε. Ετσι, μέχρι το θάνατο του, το 1967, κάθε χρόνο ο Τσε Γκεβάρα μου έστελνε ένα κιβώτιο με πούρα Αβάνας, μέσω της πρεσβείας των Αθηνών. Εκείνα τα πούρα του Τσε τα χαρήκαμε πολλοί. Στις συνεδριάσεις της Νεολαίας Λαμπράκη και νεολαίων της ΕΑΑ μοίραζα τα “πούρα του Τσε”. Τα καπνίζαμε πολλοί, για να μην πω όλοι, με έναν επαναστατικό ηδονισμό, υπερβατισμό. Νιώθαμε τόσα και τόσα αισθήματα διεθνισμού και συντροφικότητας να μας πλημμυρίζουν μέσα στους καπνούς τους…».
Οι αναμνήσεις του Μίκη Θεοδωράκη από τον Φιντέλ Κάστρο είναι ώρες ολόκληρες, γιατί ήταν πολλές όλα αυτά τα χρόνια. Με στενότατους προσωπικούς δεσμούς, καθώς ο Μίκης με την οικογένειά του και συνεργάτες του έμενε για βδομάδες στην Κούβα από τη δεκαετία του 1970. Συναυλίες του με την παρουσία του Φιντέλ Κάστρο, συζητήσεις από τη διεθνή εμπειρία του Μίκη, προσωπικές εξομολογήσεις και ανησυχίες, γνώμες για πρόσωπα και καταστάσεις του τότε σοσιαλιστικού στρατοπέδου, όπως ο Τίτο και ο Τσαουσέσκου (και μαζί πολλοί Σοβιετικοί με πρώτο τον Λεονίντ Μπρέζνιεφ) που ο Μίκης είχε γνωρίσει, όπως θα δούμε αργότερα, με τρόπο διαφορετικό.
Ο Μίκης Θεοδωράκης θυμάται ένα βράδυ, στις τρεις τη νύχτα, τον Φιντέλ Κάστρο να “εισβάλλει” στο σπίτι όπου έμενε, ανήσυχος από ένα όνειρο που είχε δει. Ο Κάστρο είχε στο σπίτι του μια αγαπημένη αγελάδα, που ήταν αποτέλεσμα μιας ειδικής “παραγωγικής διαδικασίας” και φιλόδοξο πρότυπο. Πίστευε ότι αυτή η αγαπημένη αγελάδα θα μπορούσε να αποτελέσει πρότυπο για ένα σύστημα γαλακτοπαραγωγής, που είχε ανάγκη ο λαός της Κούβας. Το περίεργο όνειρο ήταν ότι η αγελάδα άρχισε να φουσκώνει πολύ, να γίνεται σαν τεράστιο μπαλόνι και, όπως στα μυθιστορήματα του Μαρκές και του Φουέντες, να πετάει στον ουρανό, να στροβιλίζεται ακαθοδήγητη και τελικά να σκάει, να καταστρέφεται με θόρυβο μέσα στα σύννεφα.
Δεν είχε προλάβει ακόμα να έρθει ο μεταφραστής και με παραστατικό τρόπο και λίγες κοινές λέξεις, ο Κάστρο θέλησε να πει στον Μίκη το όνειρο και να του μεταδώσει την αγωνία του. Να πάρει μιαν απάντηση από έναν τόσο μεγάλο και ευαίσθητο καλλιτέχνη. Ο Μίκης, αντιμοιρολάτρης πάντοτε, τον καθησύχασε. Δεν πίστευε ότι η ιπτάμενη αγελάδα με την άδοξη τύχη ήταν σημάδι για την τύχη του ίδιου του Κάστρο ή της Κούβας. Οπως και δικαιώθηκε. Το πείραμα με την αγελάδα απέτυχε τελικά.
Ο Κάστρο κάποτε φαίνεται ότι είχε δυσαρεστηθεί από μια άποψη του Μίκη, που είχε διατυπώσει στην Ευρώπη, ότι σχεδόν όλα τα σοσιαλιστικά καθεστώτα έχουν εξελιχθεί σε “μοναρχίες” με αυλικούς και κάποτε σε “αυτοκρατορίες”. Τον ρώτησε αργότερα, όταν συναντήθηκαν στην Κούβα, εάν εννοούσε και αυτόν τον ίδιο, τον Κάστρο. Του είπε ότι είχε δώσει τέτοιες εντυπώσεις και θα έπρεπε να προσέξει. Κυρίως να προσέξει την ιδιότυπη “νομενκλατούρα” από τα πολύ νέα παιδιά, που αποτέλεσαν αργότερα τη ραχοκοκαλιά του καθεστώτος της Κούβας. Αυτούς τους οποίους η επανάσταση μεγάλωσε, σπούδασε, ανέδειξε και μοίρασε όλες τις θέσεις, με συνέπεια να γίνουν τα ισχυρά της ερείσματα μέχρι σήμερα αλλά και η μεγάλη αδυναμία της.
“Με άκουσε με προσοχή. Θέλησε να μάθει εάν πίστευα πως μετά από αυτόν θα διατηρηθεί η επαναστατική κατάσταση στην Κούβα, το καθεστώς που καθιέρωσε. Του απάντησα με ευθύτητα πως όχι. Πίστευα από τότε και πιστεύω ότι ο Κάστρο είναι ο κύριος συνεκτικός κρίκος του καθεστώτος της Κούβας. Μοναδικός και αναντικατάστατος. Οσο δεν προετοιμάζει τη διαδοχή του, και δεν την προετοιμάζει, τόσο είναι δύσκολο να έχει ομαλή συνέχεια. Φοβούμαι ότι πρόκειται για καθεστώς προσωποπαγές, διαρθρωμένο γύρω από μια μοναδική ιστορικά και ισχυρή προσωπικότητα, που θα κλείσει τον κύκλο του μαζί του. Μου είπε ότι δεν συμφωνεί αλλά ότι εκτιμά την ευθύτητα μου. Και μου αποκάλυψε ότι ορισμένα βράδια, όταν ανοίγεται με το κρατικό κότερο στη θάλασσα, ακούει και ξανακούει τη μουσική μου από τον Ζορμπά. Τον κάνει να νιώθει, κάθε φορά, ένα είδος έξαρσης και έκστασης”».

7 κατσικανδαράκης“Κυνηγώντας” τον Μίκη για μια συνέντευξη στα Χανιά το 1975…
Χρυσοχόος σήμερα, ο Ανδρέας Κατσικανδαράκης γυρίζει… στο 1975 για να θυμηθεί τη συναυλία του Μίκη Θεοωράκη και την αγωνιώδη προσπάθειά του να αποσπάσει μια συνέντευξη από τον μεγάλο μουσικοσυνθέτη.
Ο κ. Ανδρέας γράφει:
«Καλοκαίρι του 1975, ένας χρόνος μετά την πτώση της χούντας και οι διαδηλώσεις, οι πορείες και οι αντιδικτατορικές εκδηλώσεις καλά κρατούν.
Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο μεγάλος μουσικοσυνθέτης ο όποιος στα δύσκολα και ανελεύθερα χρόνια της επτάχρονης τυραννίας, με τη στάση μα κυρίως με τη μουσική του, κράτησε ψηλά το φρόνημα του καταπιεζόμενου ελληνικού λαού, δίνει συναυλία στα Χανιά.
Γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό και για ένα επιπρόσθετο ακόμα λόγο, ότι τα Χανιά είναι ο τόπος καταγωγής του Θεοδωράκη.
Παλλαϊκός ξεσηκωμός, χιλιάδες κόσμου από κάθε γωνιά του νομού, συρρέουν στο Εθνικό Στάδιο Χανίων προκειμένου να θαυμάσουν από κοντά, μα και συνάμα να τραγουδήσουν τα αγαπημένα τραγούδια του συνθέτη.
Νεαρός φέρελπις δημοσιογράφος, “οπλισμένος” με πολύ θάρρος, (ίσως και θράσος!) μα και με την αντάρτισσα καρδιά της νιότης μπροστάρισα, θέλησα να πάρω συνέντευξη από τον Μίκη Θεοδωράκη, πράγμα εξαιρετικά δύσκολο εκείνη την εποχή, δεδομένου ότι οι διασημότεροι δημοσιογράφοι και μεγαλύτερες εφημερίδες και τηλεοράσεις του κόσμου, επιδίωκαν ακριβώς το ίδιο!
Μ’ ένα μαγνητόφωνο στον ώμο -τεράστιων διαστάσεων σωστό μπαούλο!- πήγα από νωρίς στο Στάδιο στήνοντας “καρτέρι” στον Θεοδωράκη.
Μετά από πολλές ώρες αναμονής και λίγο πριν αρχίσει η συναυλία από την είσοδο της “Ρεγγίνας” εμφανίζεται εν μέσω επευφημιών και χειροκροτημάτων. Φουντωτά σγουρά μαλλιά, μαύρη ριχτή πουκαμίσα, πανύψηλος, επιβλητικός. Ολοι θέλουν να τον αγγίξουν, να του σφίξουν το χέρι. Με κόπο και ύστερα από ομηρικά σπρωξίματα κατάφερα να τον πλησιάσω. Χωρίς χρονοτριβή του λέω: -Είμαι δημοσιογράφος και θέλω να μου παραχωρήσετε μια συνέντευξη. Κοντοστάθηκε για λίγο, με κοίταξε διαπεραστικά στα μάτια και μου απαντά: -Μετά, μετά τη συναυλία. Προφανώς θέλοντας να με ξεφορτωθεί. Ελα όμως που σε μένα λειτούργησε αντίστροφα, περίπου σαν “μην τάξεις σε άγιο τάξιμο και σε μικρό κουλούρι!” Παρακολουθούσα τη συναυλία καθισμένος μαζί με εκατοντάδες άλλους οκλαδόν στο χώμα του σταδίου, χορτάρι τότε δεν υπήρχε. Μαγνητοφώνησα τα τραγούδια της φωτιάς ερμηνευμένα από τις υπέροχες φωνές των Φαραντούρη – Ζορμπαλά – Καλογιάννη – Πανδή και λίγο πριν το τέλος όταν το μικρόφωνο πήρε ο ίδιος ο Μίκης, όπου με την ιδιόρρυθμη βραχνή μα και παλλόμενη από ενθουσιασμό και συγκίνηση φωνή του, άρχισε να τραγουδά “Τη Ρωμιοσύνη μην την κλαις” ήρθε η αποθέωση. Χιλιάδες άνθρωποι με απόλυτο συγχρονισμό, ένωσαν τις φωνές τους με αυτήν του εμπνευσμένου καλλιτέχνη. Δημιουργώντας μία μουσική πανδαισία…
Η συναυλία έχει τελειώσει, ο κόσμος πολύς, ο συνωστισμός περισσότερος, η μετακίνηση δύσκολη, περνάει αρκετή ώρα έως ότου αδειάσει το Στάδιο όπου διαπιστώνω ότι ο Θεοδωράκης έχει φύγει. Η απογοήτευση έκδηλη. Ρωτώντας μαθαίνω ότι μάλλον βρίσκεται στο “Πόρτο Βενετσιάνο”. Παίρνω το αυτόματο μοτοποδήλατο που είχα και κατευθύνομαι προς τα εκεί. Πράγματι απέναντι από το ξενοδοχείο και σε μία τσιμεντένια προέκταση με μέσα στην θάλασσα υπήρχε ένα κιόσκι, όπου κάθονταν οι μουσικοί, οι τραγουδιστές και φυσικά ο Θεοδωράκης απολαμβάνοντας τη βραδινή αύρα μα και την υπέροχη θέα που προσφέρει το μοναδικό Ενετικό λιμάνι.
Τον χαιρετώ και του λέω: – Ηρθα για την συνέντευξη που μου υποσχεθήκατε. Αφού με περιεργάστηκε για μερικά δευτερόλεπτα από το κεφάλι μέχρι τα πόδια -σίγουρα ήμουν ο τελευταίος άνθρωπος που θα ήθελε να δει εκείνη την ώρα- και έπειτα από μερικές ερωτήσεις που μου έκανε, σε ποια εφημερίδα έγραφα, ποιος είναι ο εκδότης, ο διευθυντής κ.λπ. άρχισε να μου απαντά με τον γνωστό χειμαρρώδη λόγο του σε όποια ερώτηση και αν του υπέβαλα.
Πενήντα πέντε λεπτά κράτησε η συνομιλία μας, τελείωσαν και οι κασέτες που είχα μαζί μου, τον καληνύχτησα και έφυγα ευτυχισμένος…!!
– Δύο χρόνια μετά, στο δημαρχείο Χανίων και παρόντος του τότε δημάρχου Αντώνη Μαρή, έγινε η δεύτερη συνέντευξη. Πιο εξοικειωμένος αυτή τη φορά του έθεσα αιχμηρά πολιτικά ερωτήματα. Οι απαντήσεις του κοφτερά σπαθιά, όπως άλλωστε έκανε σε όλη τη συναρπαστική ζωή του. Τα ιδανικά και τα πιστεύω του τα εξέφραζε δίχως φιοριτούρες και χωρίς να συνυπολογίσει το όποιο κόστος. Για να αντιληφτεί κανείς το μέγεθος των δηλώσεων του, θα πρέπει να ανατρέξει στο κλίμα της εποχής -δεκαετίας του ’70- με την Σοβιετική Ενωση να είναι η μία από τις δύο υπερδυνάμεις του πλανήτη και με μία ηγεσία παντοδύναμη. Αυτή λοιπόν την πανίσχυρη ηγεσία, κατήγγειλε ανοιχτά ένας επιφανής και διάσημος κομμουνιστής όπως ήταν ο Μίκης Θεοδωράκης!…
– Οι δηλώσεις αυτές αναδημοσιεύτηκαν και έκαναν τον γύρο του κόσμου από τις μεγαλύτερες εφημερίδες όπως Liberation, Mont, Spiegel, Repubblica, Guardian, Times.
Περιττό να αναφέρω ότι ήταν η κορυφαία στιγμή της σύντομης δημοσιογραφικής μου πορείας. Είχα την καλή τύχη να συναντήσω ένα ίνδαλμα μου. Είχε τη καλοσύνη να συνομιλήσει μαζί μου. Είχα την τιμή να βρεθώ με ένα ζωντανό μύθο. Είχε την απλότητα του μεγάλου να μου εξωτερικεύσει τις σκέψεις του.
Τον ευχαριστώ…».

6«Μας έμαθε τον θρήνο και την εξέγερση… »
Πώς αντιλαμβάνεται τον Μίκη ένας σύγχρονος τραγουδοποιός; Ζητήσαμε από τον Χανιώτη Λεωνίδα Μαριδάκη να αποτυπώσει τις σκέψεις του. Το έκανε, γράφοντας για τον άνθρωπο  που «μας έμαθε τον θρήνο και την εξέγερση…»:
«Πόση μουσική άραγε χωράει από τον “Επιτάφιο” και τους “Λιποτάκτες” μέχρι “Τα λυρικά” και το “Διόνυσο”; Πολλή μουσική, πολλή ζωή. Οταν ήμουν φαντάρος κάποιες από τις κασέτες που είχα λιώσει ακούγοντας, στην σκοπιά, ήταν με δικά του τραγούδια. Οταν μου ζητήθηκε να γράψω δύο λόγια για τον Μίκη Θεοδωράκη, σκέφτηκα αμέσως πως είναι πολύ δύσκολο να γράψει κάποιος μόνο δύο λόγια για τον Μίκη Θεοδωράκη. Θα το προσπαθήσω. Μέσα μου τον έχω συνδέσει πολύ με την σκληράδα και την μεγαλοσύνη της Κρήτης. Ακούγοντας την μουσική του -κυρίως τις πρώτες εκτελέσεις- έχω μια αίσθηση πως βρίσκεται παντού. Στο άρωμα του βασιλικού και το ατένισμα του αρχιπελάγους. Στα μικρά και τα μεγάλα. Νομίζω επηρέασε πολύ με τον τρόπο του την ενηλικίωση της νεοελληνικής μας πραγματικότητας. Ο Μίκης Θοδωράκης μας έμαθε τη μεγάλη κλίμακα των πραγμάτων, μας έμαθε τον θρήνο και την εξέγερση. Και ενώ έχει γράψει χιλιόμετρα μουσικής όλα αυτά τα “κουβαλάει” και από μόνο του το κάθε μοτίβο του. Από μικρός όταν τραγουδούσα και έπαιζα τη μουσική του, μου έφτανε μια μουσική φράση για να διατρέξω εποχές και συναισθήματα, κοινωνικούς αγώνες και μεγάλους έρωτες, να νιώσω την οικουμενικότητα της μικροσκοπικής χώρας μου. Και τον ευχαριστώ για αυτό».

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες