Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου, 2021

Στα χρόνια της καταιγίδας

Στον καφενέ του Κανίτσου τ’ Αποστολάκη, στην αμμούτσα της Καινούργιας Χώρας άρχισε να σουρουπώνει. Ο φθινοπωρινός φλογερός δίσκος τ’ αφέντη ήλιου ανάμεσα στα συναγμένα σύννεφα, βυθίζονταν αργά-αργά πίσω απ’ τον κάβο Σπάθα.

Το μπλέξιμο των αποχρώσεων του κίτρινου με το κόκκινο και το τρελό ανακάτεμά τους με τα μπλε τ’ ουρανού, συνθέτανε έναν εκρηκτικό Βαν Γκονγκ που δε χόρταινες να τον βλέπεις.
Οι τελευταίοι πελάτες έχοντας πιεί τις τσικουδιές και τα κρασάκια τους που συνοδεύονταν από καμιά παστή σαρδέλα, λίγες πατάτες κι ελιές, ετοιμάζονται για τα φτωχικά τους. Ο καφετζής άρχισε να συγυρίζει. Ο Γιώργης βάζει τη τραγιάσκα του, χαιρετά, κατεβαίνει τα τρία σκαλιά και καληνυχτίζει τη σιωπηλή παρέα που κάθεται όξω, κάτω από την πλατύφυλλη μουρνιά. Πατώντας στην άμμο στρίβει αριστερά και περνά από την ταβέρνα του Γαναδάκη του Κωστή, ανηφορίζοντας προς τα στενά χωμάτινα σοκάκια. Παραπέρα ο δημοτικός υπάλληλος ανεβασμένος με το σκαλάκι του στο στύλο του δημοτικού φωτισμού, τον γεμίζει με πετρέλαιο και τον ανάβει. Βαριά τα βήματα τον οδηγούν στο σπιτικό του. Πέρα μακριά, κάποια σκυλιά αλυχτούν. Του φαίνονται λυπημένα σαν και του λόγου του. Είναι σε βαθιά περισυλλογή με το κακό που βρήκε το Μιχαλιό του. Ο νους του έχει ανάψει. Δε μπορεί να το χωνέψει. «Άκου, λέει, το χτικιό! Δε γίνεται ρε. Κάτι άλλο θα ’ναι». Πάει να σκάσει. Καθώς περνά από την αυλή του πρόσφυγα γείτονά του, χαϊδεύει το βασιλικό στη γλάστρα και μυρίζει την παλάμη του και καμαρώνει τις αλιτάνες με τις τριανταφυλλιές, τις γαριφαλιές, τους πανσέδες και τ’ άλλα πανέμορφα λουλούδια. Αποκαμωμένος φτάνει.
• Που είναι το παιδί; ρωτά τη γυναίκα του.
• Κοιμάται. Είχε πυρετό κι ήταν εξαντλημένο.
• Στον καφενέ είπανε πως ήρθε καινούργια παρτίδα κινίνου. Να πάμε στου γιατρού να δούμε.
• Μη στενοχωράσαι άντρα μου μα ο Θεός είναι μεγάλος! του λέει η κυρά Σοφία θέλοντας να τον αποφορτίσει.
Μ’ αυτός φούντωσε ακόμα περισσότερο.
• Αν ήτονε μεγάλος και δίκαιος, δε θ’ αρρώσταινε ένα παλληκαράκι 12 χρονώ που να μη κατέχουμε ανέ ζήσει.
Τ’ άλλα κοπέλια του μαχαλά είχαν θορυβηθεί με την περιπέτεια του φίλου τους και το κουβέντιαζαν στο σκολειό και στα παιχνίδια τους στις αλάνες. Πολλά, είχαν δει στο Πετροκοπιό το κάψιμο των ρούχων των φθισικών που ’χε καταβάλει η καταραμένη αρρώστια.
Στα παιδιά του σκολειού του Τζαμιού, είχαν προστεθεί τα προσφυγόπουλα που έμεναν στην Καινούργια Χώρα, στο Συνοικισμό και στο Βαρούσι. Οι αίθουσες μα ούτε η αυλή τα χωρούσαν. Πολλές φορές οι πλάτανοι κι οι λεύκες που βρίσκονταν στην πίσω μεριά του σκολειού, χρησίμευαν για την αποσυμφόρηση των τάξεων του ορόφου ενώ στα διαλείμματα τα παιδιά για να παίξουν έβγαιναν έξω στην μικρή πλατεία. Η κατάσταση είχε φτάσει στο απροχώρητο. Αναγκαστικά χωρίστηκαν στα δύο και το νέο σχολείο βρήκε στέγη στο Πανελλήνιο κι αργότερα το σπίτι του Καστανάκη μετατράπηκε σε διδακτήριο.
Η κυρία Θεανώ γύρισε με τα ψώνια της από το φούρνο και το μπακάλη. Θα έφτιαχνε ντολμάδες να ευχαριστήσει τον άντρα της. Μπαίνοντας στην αυλή κοντεύει να πάθει συγκοπή με το θέαμα που αντικρίζει. Η πάνινη σχολική τσάντα του κανακάρη της πεταμένη χάμω σε μια γωνιά κι αυτός άφαντος. Αυτόματα χιλιάδες μαύρες σκέψεις τριγυρίζουν στο μυαλό της. Την πιάνει μια σκοτοδίνη και κάθεται στην καρέκλα. Της κόπηκε η όρεξη για μαγερέματα. «Που να πήγε; Τι να ’γινε; Μήπως το παράσυραν οι αλήτες;» σκεφτόταν αγχωμένη. Μόνη της όπως ήταν, δεν ήξερε τι να κάνει. Ύστερα από πολλή ώρα ένας θόρυβος στην αυλή την κάνει να πεταχτεί έξω. Βλέπει το γιο της και τρέχει να τον αγκαλιάσει. Ο Σταύρος, ηλιοκαμένος στο κούτελο, δίχως να καταλαβαίνει την αγωνία της, στέκει μακριά νομίζοντας ότι θα ’χει ξανά γκρίνιες και φωνές.
• Πάλι τα ίδια μαμά; Αφού σου έχω πει ότι το σκολειό δε μ’ αρέσει.
• Και ίντα σ’ αρέσει μωρέ; Πε μου που ήσουνα.
• Στον Κλαδισό ήμουνα κι έστενα πλάκες για να πιάσω πουλάκια. Αυτό μ’ αρέσει να κάνω. Τ’ αγαπώ τα πουλάκια. Στο σκολειό ο δάσκαλος μας ε-λέει να μην τα σκοτώνουμε με τσι χαρχάλες και δίνει ένα δίφραγκο σ’ όποιο κοπέλι του παραδώσει τη χαρχάλα του. Μα αυτά τον ε-περιπαίζουνε και του δίνουνε ψεύτικες για να πάρουν τα λεφτά.
Η Θεανώ έσκασε ένα χαμόγελο και μαλάκωσε με την αγάπη του γιου της για τα ζώα κι έκανε μια αγκαλιά το Σταυρούλη της. Το χαϊδεύει στοργικά το αντράκι της και του ψιθυρίζει γλυκόλογα στ’ αυτί. Αυτό απαγκιάζει στην αγκαλιά της μάνας και μαλακώνει. Του υποσχέθηκε να μη μάθει τίποτα ο πατέρας του γιατί θα τον σάπιζε στο ξύλο και συμφώνησαν να συνεχίσει να πηγαίνει στο σχολείο.
Τα παιδιά καθώς ήταν πολλά σε κάθε αίθουσα και ορισμένα πολύ αστρόλογα, έκαναν δύσκολη τη ζωή των δασκάλων. Όμως αυτοί είχαν το αντίδοτο, τη βέργα που δε χωράτευε. Η παιδαγωγική της βέργας έκανε τα θαύματά της! Η μεγάλη καμπάνα που μόλις είχε τοποθετηθεί στο καμπαναριό του Αγίου Κωνσταντίνου, είχε προκαλέσει αίσθηση. Ακούγονταν απ’ όλη τη συνοικία.
Στην αίθουσα διδασκαλίας όλα ήταν ήρεμα. Ο δάσκαλος παρέδιδε αριθμητική. Το κουδούνι κόντευε να χτυπήσει. Και ξάφνου μες στην ησυχία: «Νταν, ντιν, νταν», ακούγεται η φωνή του Σταύρου. Ο δάσκαλος έκανε πως δεν άκουσε και συνέχισε το μάθημά του. Μετά από λίγο, πάλι «νταν, ντιν, νταν»! Τα πρώτα γελάκια και τα χάχανα έκαναν την εμφάνισή τους. Με την τρίτη επανάληψη όλη η τάξη ξεσπά σε βροντερά γέλια. Το κουδούνι σημαίνει διάλειμμα. Γίνεται πανδαιμόνιο κι ο δάσκαλος κατευθύνεται προς τον διακοψία. Τον γραπώνει πριν προλάβει να φύγει και με μια απότομη κίνηση του βάζει το χέρι στην πλάτη και τον ρίχνει κάτω. Αρχίζει να τον βαράει αλύπητα και με αγριότητα. Ο μικρός υποφέρει και προσπαθεί ν’ απεγκλωβιστεί. Γίνεται πάλη του δασκάλου με το μαθητή. Μετά από αρκετή ώρα ο Σταύρος καταφέρνει να ξεφύγει κι εξαφανίζεται. Βγαίνει έξω απ’ το σχολείο πάει στη γωνιά, κρύβεται και περιμένει υπομονετικά. «Που θα πάει, θα ’ρθει», σκέφτεται. Κάποια στιγμή εμφανίζεται ο δάσκαλός του και κατευθύνεται προς το μέρος του. Με γρήγορες κινήσεις βγάζει τη χαρχάλα από την κωλότσεπη και την οπλίζει. Όταν ο δάσκαλος φτάνει κοντά, ο μικρός τον σημαδεύει και με προσοχή σημαδεύει κι εκσφενδονίζει τη βολή του. Ένα «ωχ» ακούγεται κι ο δάσκαλος πέφτει καταγής χτυπημένος στο μέτωπο. Τον είχε πετύχει στο δόξα πατρί… . Πολύ γρήγορα ο κόσμος αρχίζει να μαζεύεται. Φτάνει κι η χωροφυλακή, ειδοποιημένη κι αναζητά τον δράστη. Μ’ αυτός έχει γίνει λαγός χωρίς να γίνει αντιληπτός. Περιπλανιέται για λίγο στα ανήλιαγα σοκάκια και μετά τραβά προς την ενετική τάφρο και το μώλο. Εκεί θα μπορεί πιο εύκολα να κρυφτεί ώσπου να περάσει η μπόρα. Φτάνει στα εντέκια, για ν’ ανακαλύψει κάθε γωνιά τους. Τρώει μερικές νόστιμες μπουρνέλες κι ακούει φωνές στην είσοδο της τρύπας του καταφύγιου που κρύβονταν από θάμνους και τσιρέβολα όπως λέγανε τα βρωμόδεντρα. Πάει προς τα εκεί και βλέπει μια ομάδα νεαρών μεγαλύτερων του να παίζουν χαρτιά, να φωνάζουν και να βρίζουν. Κάνα δυό φορούσαν κουρελιάρικα ρούχα. Δεν του έδωσαν σημασία. Ένας βγάζει ένα ζευγάρι ζάρια και τα ρίχνει. Στρέφεται προς το νεοφερμένο:
• Είσαι μικρέ; Έχεις λεφτά;
Το Σταύρο τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Ο φόβος τον κυρίευσε. Το βάζει στα πόδια ενώ πίσω του τα τρανταχτά γέλια των αλητόπαιδων δονούσαν την ήρεμη ατμόσφαιρα. Πίνει γρήγορα νερό απ’ το πηγάδι, και παρατηρεί τους τάφους των επτά αδελφιών που ήταν οι εφτά εβλιγιάδες. Βγαίνει από την τάφρο και πάει στο μώλο, στην πλατεία Λουμπάνσκι που είναι γεμάτη με βαρέλια κίτρου που είχαν φέρει από τον Αποκόρωνα. Αφού χαζεύει για κάμποση ώρα πάει δυτικότερα στα μπάνια. Ανεβοκατεβαίνει στις καμπίνες και ψιλοβρέχεται από τη θάλασσα. Σε λιγάκι βαρέθηκε και κατευθύνθηκε προς την ΑΒΕΑ. Πηγαίνει απέναντι από την είσοδο του εργοστασίου που βρισκόταν το καρνάγιο του Μπαριώτη. Εκεί παρακολουθεί με θαυμασμό τους καραβομαραγκούς που με μαεστρία και τέχνη κατασκευάζουν περίτεχνα καΐκια και βάρκες, όμορφα σκαριά.
• Ε, ψιτ, πιτσιρίκο, τον ρωτά ένας τεχνίτης, θέλεις να ’ρθεις μαζί μας να μάθεις την τέχνη;
• Μ’ αρέσει, αλλά δεν ξέρω, απαντά ο Σταύρος, του γυρίζει την πλάτη και χάνεται.
Παίρνει το δρόμο, περνά μέσα από το εργοστάσιο, κοιτάζει το σαπουναριό, τις καμινάδες, παραπέρα το σφαγείο που βρωμούσε ανυπόφορα και πάει στην κολύμπα. Ο καιρός ήταν καλός. Ένα μπανάκι ήταν ότι πρέπει. Βγάζει γρήγορα – γρήγορα τα ρούχα του και βουτά στη μικρή θαλασσινή λιμνούλα που έκαναν τα βράχια. Ξάφνου χαμογέλασε. Θυμήθηκε τις γυναίκες που πήγαιναν στην κολύμπα κι έκαναν το μπάνιο τους φορώντας το κομπινεζόν τους. Δεν έφτανε όμως μόνο αυτό. Βάνανε μπροστά τα κοπέλια κι όποιος άντρας σίμωνε για να δει τον ε πετραδίζανε διώχνοντάς τον. Μύριζε αρμύρα τώρα. Ξάπλωσε να τον δει ο ήλιος να στεγνώσει. Δροσερός και φρέσκος, ντύθηκε και μέσα από τ’ αμπέλι προχώρησε προς το βαγί κι έφαγε μερικούς ολόγλυκους χουρμάδες. Κατηφόρισε προς τους καφενέδες στην παραλία και περπάτησε στην αμμουδιά. Η αλήθεια είναι ότι λίγες ήταν οι φορές που κατέβαινε στην θάλασσα. Κοίταζε τα βράχια απέναντι και στο βάθος τα Λαζαρέτα. «Πόσο θα ’θελα να ξεκινήσω από το Χάρακα ή την Καμήλα, να κάνω τη διαδρομή κολυμπητός από βράχο σε βράχο και να καταλήξω στο νησί!», σκέφτηκε. Σιγά-σιγά έφτασε στον ποταμό Κλαδισό και πέρασε απέναντι δίχως να βραχεί. Πήγε προς τις αμμοθίνες. Στη τσουροβολίστρα βλέπει το συμμαθητή του, το Γιάννη. Τρέχει προς το μέρος του. Ο Γιάννης χάρηκε που βρήκε παρέα και μαζί παίζουν το παιχνίδι του κατεβάσματος του αμμόλοφου καθιστοί με δύναμη. Μετά από ώρα καθώς είναι κουρασμένοι, προτείνει ο Γιάννης:
• Θέλεις να πάμε στην πλατανομουρνιά ν’ ακούσουμε;
• Τι ν’ ακούσουμε; απορεί ο Σταύρος.
• Εκεί μαζεύονται κάτι άνθρωποι και μιλάνε. Λένε ωραία πράματα. Πάμε;
Ο Σταύρος συμφωνεί και πηγαίνουν. Κάθονται δίπλα και τους παρατηρούν. Οι περισσότεροι από τους συγκεντρωμένους ήταν γνώριμοί τους. Ήταν γείτονες και γονείς συμμαθητών τους. Ο Φραγκιός ο καφετζής, ο Μαριάνος που τον λέγαν δάσκαλο, ο Μάρκος ο ψαράς, ο Μήτσος ο εργάτης, ο Φώτης ο χασάπης, ο Χρήστος ο κουρέας, ο Νίκος ο ράφτης και άλλοι. Γυρίζει ο Σταύρος και λέει στ’ αυτί του φίλου του σιγανά:
• Καλά μου το ’λεγε η Ελενίτσα πως στο σπίτι του δασκάλου του Μαριάνου μαζεύονται κάμποσα παιδιά, πάει κι αυτή, και τους δείχνει τα μαθήματα του σχολείου μα τους λέει κι άλλα πράγματα. Όμορφα πράγματα. Πολύ της άρεσε της Ελενίτσας…
Ο Φραγκιός τους κάνει νόημα να ησυχάσουν. Ο ομιλητής τους, άγνωστος στα παιδιά. Φαινόταν πολύ μορφωμένος, μιλούσε κι αυτός σιγά. Άκουσαν πως τον έλεγαν Βαγγέλη. Προσπάθησαν ν’ ακούσουν τι λέει. Καταλάβαιναν στο περίπου τι έλεγαν γιατί κάποιες λέξεις δεν τις ήξεραν και δεν μπορούσαν να βγάλουν νόημα. Στο τέλος βαρέθηκαν και συνεννοήθηκαν να φύγουν. Κατευθύνθηκαν προς τη θάλασσα.
Στην ακροθαλασσιά με τις μεγάλες κροκάλες συναγωνίζονταν ποιανού η πλακουδερή πετρούλα καθώς θα την εκσφεντόνιζε, θα έκανε περισσότερα πηδήματα πάνω στα ήρεμα νερά με το δικό της ξεχωριστό παφλασμό. Ο Γιάννης αποδείχτηκε πιο επιδέξιος. Από τη σκιά τους κατάλαβαν πως η ώρα είχε περάσει και πήραν το δρόμο του γυρισμού.
Φτάνοντας στο σπίτι ο Σταύρος προσπαθεί να κάνει ησυχία για να μην τον πάρει χαμπάρι ο αφέντης του κι αρχίσει τις ανακρίσεις. Οι μέρες περνούσαν και δεν έλεγε να πάει ξανά στο σκολειό. Η μάνα του το παρακαλούσε μα αυτό ήταν ανένδοτο. Ώσπου μια μέρα που είχε πάει στο φούρνο για ψωμί ακούει το αναπάντεχο από τη φουρνάρισσα. Το κακορίζικο το Μιχαλιό, το συμμαθητή του, το ’στειλε στον Άδη η καταραμένη η φυματίωση. Οι γιατροί όσο κι αν προσπάθησαν δεν μπόρεσαν να κάνουν κάτι να το γιατρέψουν. Αύριο θα ’ναι η κηδεία του. Σα να τον χτύπησε κεραυνός το Σταύρο. Παράλυσε. Έμεινε ακίνητος. Πλήρωσε κι έφυγε τρέχοντας για το σπίτι του. Η μάνα του το βλέπει να έχει πλαντάξει στο κλάμα. Της διηγείται τα καθέκαστα κι αυτή το παίρνει αγκαλιά για να τον καθησυχάσει. Την άλλη μέρα όλη η τάξη με το δάσκαλό τους αποχαιρέτησε το συμμαθητή τους για τελευταία φορά. Ο Σταύρος ανήσυχος συλλογιόταν και συνέχεια έφερνε στο νου του τα λόγια που είχε ακούσει από τους ανθρώπους στην πλατανομουρνιά και του είχαν καρφωθεί βαθιά μέσα στο μυαλουδάκι του και μιλούσαν για ισότητα, ελευθερία, δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, αγάπη, ειρήνη και πολλά άλλα.
«Ε, αυτά θ’ ακολουθήσω όταν θα μεγαλώσω», είπε συνωμοτικά στον εαυτό του.

*Δάσκαλος – Ιστορικός ερευνητής

1 Comment

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες