Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου, 2021

Παρετυμολογία και τοπωνύμια

Oσοι ἀσχολούμαστε μὲ γλωσσικὰ θέματα ἔχουμε τὸν τρόπο ἀλλὰ κυρίως τὴν ὑποχρέωση νὰ καταφεύγουμε στοὺς γλωσσολόγους, ὡς εἰδικούς, κάτι ποὺ μᾶς προφυλάσσει ἀπὸ αὐθαίρετους ἰσχυρισμοὺς καὶ ἀκροβασίες. Προϋπόθεση αὐτονόητη εἶναι ὄχι μόνον ἡ γνώση ἡ σχετικὴ μὲ τὴ λειτουργία τῆς γλώσσας ἀλλὰ καὶ ἡ κατανόηση καὶ ἐν συνεχείᾳ ἡ σωστὴ χρησιμοποίηση ὅσων ἀντλήσαμε ἀπὸ τὴ σοφία τῶν εἰδικῶν. Πρόκειται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων, γιὰ τὲστ αὐτογνωσίας, καθὼς ἡ σχετικὴ ἐνασχόληση εἶναι πολὺ ἑλκυστική, παιγνίδι γιὰ πολλούς, ποὺ ὅμως συχνὰ «παίζεται» σὲ στίβο μὲ παγίδες καὶ ὀλισθηρό.

Aφορμὴ γιὰ τὶς σκέψεις αὐτὲς εἶναι ἡ διαπίστωση ὅτι πολὺ εὐδοκιμεῖ, στὸν τόπο μας τουλάχιστον, ἡ ἀπόπειρα ἐτυμολογίας λέξεων καὶ μάλιστα ὀνομάτων κυρίων πολλὰ ἀπὸ τὰ ὁποῖα εἶναι τόπων ὀνόματα (τοπωνύμια). Ὁ λόγος δὲν εἶναι γιὰ ὀνόματα προσηγορικὰ τὰ ὁποῖα χρησιμοποιοῦνται καὶ ὡς τοπωνύμια καὶ γιὰ τὰ ὁποῖα πληροφορίες ὑπάρχουν στὰ λεξικὰ (Λιβάδι, Πλάτανος, Πρινές, Λυγιδές, Κεφάλα, Ποταμίδα, Σκάφη, Ἄμπελος, Πλατανιάς, Καστρί, Σταυρός…), ἀλλὰ γιὰ σειρὰ ἄλλων ὀνομάτων ποὺ ἀνευρίσκονται ὡς ἐπὶ τὸ πλεῖστον μόνον ὡς τοπωνύμια καὶ ὄχι σπάνια ἔχουν ἀμφισβητούμενη ἢ ἄδηλη προέλευση, ἑπομένως καὶ σημασία.
Ὁ κοινὸς νοῦς ὑποδεικνύει ὡς πρῶτο βῆμα τὴν ἀναζήτηση τοῦ δρόμου ποὺ ὁδηγεῖ σὲ ἕνα κομβικὸ σημεῖο – τὸ ὁποῖο, δυστυχῶς, πολλὲς φορὲς βρίσκεται κρυμμένο στὸ σκοτεινὸ παρελθόν. Τὸ εὐκταῖο δηλαδὴ θὰ ἦταν νὰ ἔχουμε πληροφορίες σχετικὲς μὲ τὴν ὀνοματοδοσία ἑνὸς τόπου: πότε δόθηκε τὸ ὄνομα, ἀπὸ ποιόν, μὲ ποιά ἀφορμή, γιὰ νὰ δηλωθεῖ τί· τὸ γλωσσικὸ ὑλικὸ ποὺ χρησιμοποιήθηκε ἦταν ἤδη διαμορφωμένο; ποιές ἦταν οἱ γνώσεις τῶν ἀνθρώπων ποὺ τὸ ἔβαλαν στὴ ζωή τους ὡς τοπωνύμιο; – καὶ ἄλλα παρόμοια. Ἐπειδὴ οἱ πληροφορίες γύρω ἀπὸ αὐτὰ εἶναι λειψὲς ἢ ἀνύπαρκτες, ἀρχίζει ἡ ἀναζήτηση μὲ βάση ὅσα γνωρίζουμε σήμερα. Σὲ ὑποθέσεις ἢ / καὶ ἀπόψεις ποὺ προβάλλονται ὡς ἀπόδειξη γιὰ τὴν ἀνακάλυψη τῆς ἀλήθειας εἶναι συχνὰ εὐδιάκριτη ἡ πλάνη ποὺ ἔχει παρεισφρήσει. Φταίει γι’ αὐτὸ τὸ ὅτι ἡ ἀγωνία γιὰ τὴν εὐόδωση τῆς ἔρευνας βιάζει ἢ ἀγνοεῖ γλωσσικοὺς κανόνες ἢ νόμους, θολώνει τὴν κριτικὴ σκέψη,  ὥσπου στὸ τέλος τὴν παρασύρει σὲ συμπέρασμα τὸ ὁποῖο συνιστᾶ παρετυμολογία.
Δὲν εἶναι ἀσυνήθιστο φαινόμενο ἡ παρετυμολογία. Ὁρισμένες φορὲς εἶναι ψευδής, καθὼς πρόκειται γιὰ παιγνίδι μὲ τὶς λέξεις. Σὲ περίπτωση, π. χ., καύσωνα λέγεται ὅτι «γίναμε Βραζιλία» – φράση ποὺ παραπέμπει στὶς λέξεις «βράζω» καὶ «ἥλιος». Μὲ τὸ συγκεκριμένο ὅμως ὅρο ἐννοοῦμε τὴν ἐσφαλμένη ἑρμηνεία τοῦ ἐτύμου, τῆς ἀρχικῆς καὶ ἀληθινῆς σημασίας μιᾶς λέξης (παλαιότερα εἶχα γράψει ἀναλυτικὰ γιὰ τὴν ἐκτροπὴ αὐτή). Τὸ ἂν αὐτὸ ὀφείλεται σὲ ἐλλιπεῖς γνώσεις ἢ σὲ πρόχειρη ἔρευνα ἢ στὴν «ἀνάγκη» νὰ δοθεῖ ἀπάντηση στὴν ἀπορία εἶναι θέμα δευτερεῦον. Προέχει τὸ ὅτι νοθεύεται ἢ διαστρεβλώνεται ἡ ἀλήθεια, προτείνονται ἀνυπόστατες «γνώσεις», ἐνίοτε δὲ ὅλα αὐτὰ συνοδεύονται ἀπὸ ἀπαίτηση γιὰ ἀποδοχή τους ἐκ μέρους ὅσων διαφωνοῦν, παρὰ τὸ ὅτι προσκομίζουν στέρεα ἐπιχειρήματα.
Γιὰ νὰ μὴν παρερμηνευθοῦν ὅσα γράφω, προσθέτω ὅτι ὁ κίνδυνος ἀστοχίας παραμονεύει γιὰ ὅλους ἀδιακρίτως – δὲν εἶναι, ἐξάλλου, λίγες οἱ περιπτώσεις διαφωνίας ἀνάμεσα σὲ ἔγκριτους ἐρευνητὲς καὶ ἐπιστήμονες. Ἄλλο ὅμως αὐτὸ καὶ ἄλλο τὸ νὰ ὑποστηρίζεται (παλαιότερα) ὅτι ὁ «Κάτολας» (στὰ Χανιὰ καὶ ἀλλοῦ) πῆρε τὸ ὄνομά του ἀπὸ τὴ φράση «κάτω ὅλα» μὲ τὴν ὁποία ἐννοοῦσαν, τάχα, ὅτι σὲ ἐκεῖνο τὸ σημεῖο, ὅπου ὑπῆρχε ὀχετός, ἔριχναν ὅλα τα σκουπίδια (ἄλλης τάξεως θέμα, ἴσως πιὸ σοβαρό, εἶναι ἡ ἐσφαλμένη ἀναγραφὴ πλήθους τοπωνυμίων ἀπὸ δημόσιες Ὑπηρεσίες).
Στὸ πλαίσιο αὐτὸ κινούμενος, πολλὲς φορὲς κατὰ τὸ παρελθὸν κατέθεσα, μέσα ἀπὸ τὶς φιλόξενες στῆλες τῆς ἐφημερίδας αὐτῆς τὰ δεδομένα ποὺ ὑπάρχουν γιὰ πολλὰ δυσεξήγητα τοπωνύμια τοῦ νομοῦ μας καθὼς καὶ τὸ πῶς πρέπει αὐτὰ νὰ γράφονται. Θυμίζω ὁρισμένα: Κίσαμος, Καληδονία, Μαλάθηρος, Ἀζωγυρές, Γραμένο, Σηρικάρι, Κατσοματάδος, Ξαμμουδοχώρι, Πύργος Ψιλονέρου.
Τελευταῖα ἔγινε πάλι λόγος γιὰ τὸ Ἐλαφονήσι ἢ Λαφονήσι. Μὲ τὸ ἐπιχείρημα ὅτι στὸ νησὶ αὐτὸ δὲν ὑπάρχουν ἐλάφια ἀποσυνδέθηκε ἡ ὀνομασία ἀπὸ τὸ ὄμορφο θηλαστικό. Προβλήθηκε ἡ ἀπαίτηση νὰ βρεθοῦν σημάδια παρουσίας ἐλαφιῶν, κάποτε στο παρελθόν, ποὺ νὰ δικαιολογεῖ τὴν ὀνομασία. Παραβλέπεται ὅμως τὸ ὅτι εἶναι ἀμέτρητα τὰ τοπωνύμια ποὺ ὀφείλονται στὴν ὕπαρξη ἑνὸς μόνον ἀτόμου – κάτι ποὺ ἐπίσης προξενεῖ ἐντύπωση καὶ ἀποτυπώνεται μὲ τὴ χρήση τοῦ ἐπιθέτου «μονὸς» / «μοναχός». Ὡς πρὸς τὸ ἐλάφι, ἂς ληφθεῖ ὑπόψη καὶ τὸ ὅτι στὸ «σπήλαιο τῶν ἐλεφάντων» στὸν Ἀποκόρωνα βρέθηκαν ὀστὰ καὶ ἐλαφιῶν. Ἐπὶ πλέον, εἶναι γνωστὸ πὼς ὑπάρχει μεγάλος ἀριθμὸς τοπωνυμίων ποὺ χρησιμοποιοῦνται χωρὶς πρόβλημα, ἐνῶ ἔχει ὁριστικὰ χαθεῖ τὸ στοιχεῖο στὸ ὁποῖο ὀφείλεται ἡ δημιουργία τους.
Μετὰ τὴν ἀποσύνδεση καὶ τὴν ἀναγκαστικὴ ἀφαίρεση τοῦ ἀρχικοῦ ἔψιλον (ε) ἔπρεπε νὰ ἀναζητηθεῖ κάποια γλωσσικὴ ρίζα μὲ βάση τὴ συλλαβὴ [λα-], στὴν ὁποία καὶ νὰ θεμελιωθεῖ ἡ δημιουργία τῆς λέξης «Λαφονήσι». Ἀπὸ τὶς πάμπολλες λέξεις ποὺ ἀρχίζουν μὲ [λα-] (μάρτυρας τὰ λεξικά…) τὴ «λύση» στὸ πρόβλημα ἔδωσαν τὸ «λάφυρο», ἐσχάτως δὲ τὸ ὁμηρικὸ ρῆμα «λαφύσσω». Συνοδεύτηκε αὐτὸ ἀπὸ νοηματικά, ἱστορικὰ καὶ γλωσσικὰ ἅλματα. Κατέθεσα ἀντίλογο τεκμηριωμένο, γιὰ ἀπάντηση ὅμως ἐπιστρατεύτηκαν δύο νέα στοιχεῖα (βλ. ἐπιστολὴ τοῦ κ. Μανόλη Κ. Κογχυλάκη στὰ Χ. Ν., 20.7.2019, 22).
Τὸ πρῶτο εἶναι ὅτι καθένας μπορεῖ νὰ ἔχει τὶς πηγές του, οἱ ὁποῖες ὅμως εἶναι ἐνδεχόμενο νὰ ἔχουν διαφορές. Ἀπάντηση: φυσικά, ἔχουμε τὶς πηγές μας, ἔχουμε ὅμως καὶ τὴν ὑποχρέωση νὰ τὶς ὑποβάλλουμε, κατὰ τὶς δυνάμεις μας, σὲ ἐπιστημονικὸ ἔλεγχο. Καί, πάντως, ἡ ἀλήθεια γιὰ τὸ ἴδιο θέμα προκύπτει ἀπὸ τὸ συγκερασμὸ τῶν στοιχείων ποὺ παρέχουν οἱ ὑπάρχουσες πηγές.
Τὸ δεύτερο εἶναι ἡ ὕπαρξη φιδιοῦ μὲ τὸ ὄνομα «λαφύτης». Σημειώνω πρῶτα ὅτι πρέπει νὰ γράψουμε «λαφίτης». Καὶ προσθέτω ὅτι πρόκειται γιὰ φίδι μὲ μῆκος μέχρι 2,50 μέτρα, μὲ πανελλήνια παρουσία καὶ μὲ τὸ ὄνομα «λαφιάτης» ἢ «λαφίτης». Ἂν ἀνατρέξουμε στὸ «Λεξικό της ελληνικής γλώσσας αρχαίας – μεσαιωνικής – νέας» τόμ. 6, σελ 188 (ἔκδοση ΠΑΠΥΡΟΣ), θὰ μάθουμε ὅτι τὸ φίδι αὐτό, «που συχνάζει μέσα στα σπίτια και θεωρείται ότι φέρνει ευτυχία», ἀνήκει στὸ εἶδος μὲ τὴν κοινὴ ὀνομασία Elaphis quatorlineata, τὸ δὲ ὄνομά του συνδέεται ἐτυμολογικὰ μὲ τὸ «λάφι» (ἐλάφι), ὅπως ὑπαγορεύει καὶ ἡ λατινικὴ ὀνομασία τοῦ εἴδους (ἡ ὀνομασία δὲν ὀφείλεται, βέβαια, σὲ συγγένεια μὲ τὸ ἐλάφι, ἀλλὰ στὸ ὅτι χρωματικὸς σχηματισμὸς στὸ κεφάλι τοῦ φιδιοῦ θυμίζει κέρατα ἐλαφιοῦ). Τὸ ὅτι εἶναι φίδι «που καταπίνει και μικρά κοτοπουλάκια» δὲν σημαίνει πὼς ἔχει σχέση μὲ τὸ ρῆμα «λαφύσσω» – ὅλα τα φίδια καταπίνουν την τροφή τους, ὅπως εἶναι γνωστὸ σὲ ὅλους, κανένα δεν τὴ μασάει, ἀλλὰ καὶ κανενὸς τὸ ὄνομα, ἂν δὲν κάνω λάθος, δὲν συνδέεται μὲ τὸ «λαφύσσω» ἢ μὲ κάποια παρεμφεροῦς σημασίας λέξη.
Καταλήγοντας σημειώνω ὅτι ἡ λέξη «παρετυμολογία» ἐδήλωνε κατὰ τὸ παρελθὸν τὴν ἀνεύρεση τοῦ ἐτύμου μιᾶς λέξης (μὲ τὴ σημασία ποὺ ἔχει σήμερα μαρτυρεῖται ἀπὸ τὸ 1874). Ἐνδιαφέρον παρουσιάζει τὸ ὅτι δὲν εἶχαν πλάσει λέξη δηλωτικὴ κακῆς (ἐσφαλμένης) ἐτυμολογίας, ἂν καὶ τὸ φαινόμενο ἦταν ὑπαρκτό. Μποροῦμε νὰ ὑποθέσουμε ὅτι ἔβλεπαν μὲ ἀδιαφορία, ἢ καὶ περιφρόνηση, τέτοιες περιπτώσεις καί, ἀντὶ νὰ ἀσχολοῦνται μὲ τὴν ἀναίρεσή τους, τὶς ἔριχναν βορὰ στὴ λήθη καὶ στὸ χρόνο. Κάτι ποὺ δὲν συμβαίνει σήμερα.

2 Comments

    • Ευχαριστώ, κύριε Πατσουράκη.
      Έχουμε φτάσει στο σημείο να μας προξενεί εντύπωση το αυτονόητο, όταν το συναντάμε. Φαντάζομαι πως θα συμφωνείτε μαζί μου…

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα