Παρασκευή, 14 Μαΐου, 2021

Ο μηδενιστής

O Φανούρης Λυκάκος σαραντάρισε Δημόσιος υπάλληλος και μάλιστα προϊστάμενος. Αξιος στη δουλειά του.

Ξύπνησε την Κυριακή το πρωί στην ώρα του στις 7 από συνήθεια. Οτι έκανε από συνήθεια το έκανε, μηχανικά.

Θυμήθηκε πως αυτή την Κυριακή 14 Απρίλη είχε τα γενέθλιά του.

Σιγά μην τα γιορτάσω σκέφτηκε. Σιγά μην καλέσω φίλους. Αυτά είναι μικροαστικές συνήθειες. Σιγά μην παντρευτώ, μικροαστική συνήθεια.

Ολα τα έβρισκε μικροαστικά ενώ ο ίδιος πίστευε ότι είναι υπεράνω. Τα πάντα και οι πάντες γύρω του ήταν μικροαστικά, θλιβερά και ανούσια.

Ενώ… ο ίδιος ήταν θλιβερός.

Εκρινε και κατέκρινε τους πάντες.

Μμμ… τρώνε σαν τα ζώα τις ταβέρνες

Μμμ…. καλούνε φίλους στο σπίτι για να επιδειχθούν.

Τον καλούσαν συνάδελφοι για φαγητό, επειδή όντως τον αγαπούσαν, έστω τον συμπαθούσαν. Εκείνος έβρισκε το ζευγάρι συμβατικό κι ότι υποκρίνεται το ευτυχισμένο.

Εβρισκε τα παιδιά τους κακομαθημένα.

Νευρίαζε, θύμωνε, έβριζε στη δουλειάκ στο δρόμο, στις παρέες.

Ζούσε μόνος και μοναχικά.

Τίποτα δεν είχε αξία για κείνον. Πρόσωπα και πράγματα ήταν απορριπτέα.

Στο δρόμο τον ενοχλούσαν τα αυτοκίνητα και οι οδηγοί. Κανείς δεν οδηγούσε σωστά, και μάλιστα, οι περισσότεροι οδηγοί, πίστευε πως κάνουν εφέ. Ενώ δεν χρειαζόταν το αυτοκίνητο, το αγόραζαν μόνο για επίδειξη.

Στην εκκλησία τον ενοχλούσαν οι παπάδες και οι πολυέλαιοι. Γενικώς μηδένιζε τα πάντα.
Ενας ξάδελφός του που παίζανε παιδιά στην ίδια αλή, κατανοούσε τη συμπεριφορά του.

Γνώριζε πως, σαν παιδί, σαν έφηβος, σαν ενήλικας, πήρε απόρριψη από τους εν διαστάσει γονείς του. Οπότε η συμπεριφορά αιτιολογημένη. Δεν πήρε αγάπη και αποδοχή και κατάντησε ένα αγρίμι.

Ηθελε ο Κωνσταντίνος να τον βοηθήσει.

– Πάμε, του λέει, σε ένα πάρτυ;
– Εγώ σε πάρτυ; Δεν είμαστε καλά.
– Ναι , εμείς σε πάρτυ και θα περάσουμε καλά, το υπογράφω.

Ηξερε ο ξάδελφός του ότι δεν είχε ποτέ μόνιμη σχέση, εκτός από σύντομες περιστατσιακές καταστάσεις της μιας βραδιάς. Αρα δεν είχε γνωρίσει τη χαρά του έρωτα και της συντροφικότητας.

Ζήτησε από τη φίλη του την Ελίνα που θα ήταν κι εκείνη στο πάρτυ, να προσεγγίσει το Φανούρη και να τον μυήσει στα μυστικά του έρωτα.

Για πρώτη φορά ο Φανούρης πλύθηκε, αρωματίστηκε και ντύθηκε κομψά.

Τυχαίο; Ποιός ξέρει;

Τα μάτια του διασταυρώθηκαν με της Ελίνας. Ενα συγκινησιακό προϊόν του επιβλήθηκε ακαριαία.

Απ’ τη φύση; απ’ το σύμπαν; Απ’ το στερημένο μέσα του;

Η Ελίνα έπαιξε πολύ καλά το ρόλο της. Τον παρέσυρε στην αγκαλιά της, δεν της ήταν και αδιάφορος, περιποιημένος, ήταν γοητευτικός άντρας.

Δημιουργήθηκε μια σχέση που κράτησε αρκετά. Ο Φανούρης γλύκανε.

– Λυκάκο! Πάψε να είσαι ο λύκος της στέππας. Απόλαυσε, ζήσε πάρε ολα τα δώρα της ζωής, του έλεγε.

Ο Φανούρης αυτό που απέρριπτε και το θεωρούσε υποκρισία και πλάνη, τώρα το ζούσε ως το μεδούλι του. Τώρα ένιωθε για πρώτη φορά να διαπερνά μια φλόγα τα κύτταρά του και όλη την ύπαρξή του.

Εβρισκε τόση ομορφιά γύρω του. Κατανοούσε τους ανθρώπους, απολάμβανε τη μέρα , την κάθε στιγμή.

Ο έρωτας καταλύτης, μαζί με την αγάπη βέβαια έφερε τα πάνω κάτω.

Ο Φανούρης έγινε γλυκός, τρυφερός, κοινωνικός, γεμάτος αγάπη για τους πάντες και τα πάντα.

Η Ελίνα παντρεύτηκε το δημιούργημά της. Ο λύκος της στέππας, όπως χαρακτήριζαν τον Φανούρη, έγινε ο λατρεμένος φίλος.

Απέκτησαν δύο παιδιά, αγόρι κορίτσι. Επαιζε μαζί τους σαν παιδί κι ο ίδιος. Καθώς μεγάλωναν, δεν τους χαλούσε χατήρι. Οτι του ζητούσαν τους το έδινε. Εδώ έβαλε φρένο η Ελίνα.

– Βάλε όριο, του έλεγε, μην πας στην άλλη άκρη. Οι ακρότητες και οι υπερβολές είναι πάντα καταστροφικές σε όλους τους τομείς της ζωής.
– Θέλω να έχουν ότι στερήθηκα, της απαντούσε.
– Το μοιραίο και το τραγικό λάθος των γονιών που σκέφτονται έτσι. Μάθε στα παιδιά μας να προσπαθούν να δημιουργούν, να κατακτούν, να μοιράζονται, να συμμετέχουν.

Πέρασέ τους το σεβασμό, την ευγένεια και την ευγνωμοσύνη. Αυτά είναι στοιχεία πολιτισμού. Κι αν θέλεις αυτό είναι μόρφωση.

– Αλκμήνη! Βοήθησε τη μαμά σου στις δουλειές, μεγάλη κοπέλα είσαι πια. Αντε… και η μαμά κουράζεται. Αντε κορίτσι μου ξεκόλα απ’ το ίντερνετ.
– Μπαμπά εγώ να πλύνω το αυτοκίνητό μας; είπε ο γιος.
– Μπράβο παιδιά μου κι εγώ να τελειώσω με τα λουλούδια και τον κήπο, και το βραδάκι να πάμε παρεάκι για φαγητό.

Η Ελίνα χαμογελούσε ικανοποιημένη και δικαιωμένη. Με επίπονες προσπάθειες, με υπομονή και επιμονή δημιούργησε μια οικογένεια όπως την ονειρευόταν.

Με αγάπη έβγαλε όλα τα καλύτερα κομμάτια του Φανούρη που τα είχε καταχωνιασμένα και πιεσμένα απ’ τα παιδικά του τραυματικά βιώματα.

Πάνω που ξεκινούσαν να πάνε για τη βόλτα τους άρχισε να ψιχαλίζει και μετά δυνάμωσε η βροχή.

– Μήπως να μέναμε σπίτι; είπε η Ελίνα.
– Μα να χάσουμε αυτή την υπέροχη εικόνα; Ακου τον ήχο της βροχής. Ακου τον στην λαμαρίνα, άκου τον στα φύλλα! Μύρισε το χώμα. Ευωδιάζει η φύση. Αυτή τη μαγεία δεν θατη χάσουμε απαντά ο Φανούρης, ενθουσιασμένος. Πάμε!

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες