Τετάρτη, 12 Μαΐου, 2021

Ο καπετάν Νικήτας στο Αγριοκυπάρισσο

Αγώνας πανεθνικός να θεραπεύσουμε, να επουλώσουμε πληγές και πετσοκόμματα απ’ την Τουρκιά κι υστερνά τη Γερμανική τη μπότα, να στήσουμε τα βασικότερα ικριώματα της όποιας ανοικοδόμησης με την μηδαμινή βοήθεια συμμάχων και φίλων, μονοιασμένοι ήντουσαν οι Έλληνες ώσπου έπεσε το φθοροποιό μικρόβιο της διχόνοιας, που πλήθιανε κι όπλισε χέρια Ελληνικά να κυνηγούνε αδέρφια τους Έλληνες.
Ο ανείπωτα καταστροφικός εμφύλιος είχε ξεσπάσει και τα σπήλια στα βουνά γιομίσανε αντάρτες. Γιόμισε ο τόπος οργανώσεις πολλώ λογιώ. ΕΑΜ, ΕΛΑΣ, ΤΕΑ, ΕΠΟΝ κι άλλα τέτοια. Όλοι τα δίκια τους είχανε.
Κι έλα ντε που είχε απομείνει μικροχήρα με πέντε ορφανά στο κεφάλι της η Λαύρα. Προτεραιότητα, τα παιδιά της που τα έβαζε πάνω απ’ τη δικιά της την ασφάλεια κι υγεία. Έπαιρνε την μπουκιά απ’ το στόμα της την μοίραζε στα μικρά. Από ενός το μικρότερο ως δέκα χρονώ το μεγαλύτερο.
Το καλοκαίρι, με το που έκλειναν τα σκολειά φορτώνανε σε γαϊδουράκια μουλάρια κι αλόγατα τα υπάρχοντά τους, ότι θα χρειαζόντουσαν τρεις μήνες στο εξοχικό σπίτι και πηγαίνανε τρία χιλιόμετρα μακριά. Μακριά από κακιές συναναστροφές, στον καθαρό αέρα, με τα κηπευτικά κι ότι δίνανε τα ευλογημένα τα πρόβατα, έλεγε η Λαύρα.
Στο Αγριοκυπάρισσο, λοιπόν, το μεγάλο αγρόκτημά που της άφησε ο άντρας της φεύγοντας στα σαράντα οχτώ του για πάντα.
Ερημιά, μα δεν την ενοχλούσανε ούτε Γερμανοί, μηδέ κι οι αντάρτες αργότερα.
Με το που βράδιαζε, όλοι στρωματσάδα εξόν την αδερφή και τη μάνα που κοιμόντουσαν χωριστά. Όλα ήρεμα, ήσυχα κι ωραία.
Και να. Μια τέτοια αφέγγαρη βραδιά, παράξενα ποδοβολητά αλόγων και χλιμιντρίσματα γιομίσανε το σκοτάδι και σμίξανε με του σκύλου τα αλυχτήματα.
Πετάχτηκε τρομαγμένη η μικροχήρα, έκαμε το σταυρό της και χωρίς σκέψη, ξετραχήλωτη, με ξέπλεγα μαλλιά, ξεπόρτισε, ορθώθηκε στο πλατύσκαλο αγριεμένη, στυλώθηκε γερά, με ανοιχτά, σαν άντρας, τα ποδάρια, έδεσε τα χέρια μπροστά με δύναμη, τρεμόπαιξαν τα χυμώδη στήθια της κι απάντεξε να ξεδιαλύνει. Στα δέκα μέτρα, πλευρικά τον πετρότοιχο, δύο αλόγατα κι οι καβαλάρηδες απάνω με μοναχά τα ασπράδια των ματιών τους να ξεχωρίζουν, σταματήσανε.
Έπεσε μιας στιγμής νέκρα, τίποτα δεν κούναγε, κανένας δε μίλαγε και πένθιμα ο γκιώνης απ’ την πέρα ρεματιά, μοιρολογούσε.
―Χίλια καλώς ορίσατε παλικάρια, μα δε σας γνωρίζω. Ποιοί είσαστε, και τί θέλετε από μένα τέτοιαν ώρα, πρωτακούστηκε η Λαύρα.
―Ο καπετάν Νικήτας είμαι, θα έχεις δα ακουστά, είπε κοφτά ο ένας και σαν αγρίμι πήδηξε απ’ τ’ άλογο.
―Εγώ δε φοβήθηκα Τούρκους και Γερμανούς, εσένα θα φοβηθώ πού ‘σαι Έλληνας και καπετάνιος ξακουστός στο νησί ολάκερο; Ναι. Σ’ έχω ακουστά, μα χήρες κι ορφανά, εσύ, δεν πειράζεις. Ίσα-ίσα, λένε πως τα προστατεύεις.
Θάμαξε το θάρρος της, άρεσε που του κοντραρίστηκε η μικροκαμωμένη ετούτη γυναίκα, μέρεψε. έδωκε πήδο, ξαναβρέθηκε στο άλογο καβαλάρης.
―Δεν έχω σκοπό να σε πειράξω. Ούτε και τα παιδιά σου να τρομάξω. Φεύγω και καλό σου βράδυ, λεβεντοχήρα, ξανάπε ο αρχιαντάρτης, σπιρούνισε να φύγει, μα τον σταμάτησε η Λαύρα.
―Ξεπεζέψτε παλικάρια. Όσοι κι αν είσαστε. Δέστε τα αλόγατά σας στη βαλανιδιά κι εγώ πα’ ν’ ανάψω τη λάμπα. Σπίτι μου, μαθές, ήρθατε, δεν είναι πρέπο να φύγετε νηστικοί.
Κι ώσπου να δρασκελίσουν οι αντάρτες το κατωκάσι της ξώπορτας, είχε γιομίσει το σοφρά τυριά, ελιές, ψωμί, τσιγαριαστό κρέας και κρασί.
―Κοπιάστε. Κάτσετε. Το βρισκάμενο. Δεν περίμενα μουσαφίρηδες, μα, καλή καρδιά. Μόναχα, σιγανά μην ξυπνήσουν τα ορφανά, είπε κι έστριψε να φύγει.
―Όλα πλούσια ‘ναι αρχόντισσα, μα κάτσε κι ελόγου σου…
Πριν τελέψει όμως το λόγο του, η Λαύρα, τηγάνιζε αυγά με καβουρμά και τους τα έφερε μαζί με μια νταμιτζάνα μπρούσικο κρασί.
―Φάτε και πιέστε παλικάρια, μα ένα πράμα θέλω μοναχά. Σεβαστείτε την πατρίδα μας, μαζί και τα ορφανά που σαν αγγελούδια κοιμούνται απάνω. Και να ξέρετε πως το σπιτικό μου είναι πάντα ανοιχτό για τους καλούς αθρώπους.
Παίξανε οι μασέλες, γουργούριξε στα λαρύγγια το κρασί, χορτάσανε, ρευτήκανε, χασμουρηθήκανε, δε ‘γγίξανε κανέναν. Σινιάλο γίνηκε, σηκώθηκε ο εις, φχαρίστησε, έφυγε, κι ο καπετάν Νικήτας τεντώθηκε, άπλωσε τις ποδάρες του, έβγαλε τα άρβυλα, γιόμισε μπόχα και βαρβατίλα το σπιτικό ολάκερο, άναψε κι άλλο τσιγάρο, άνοιξε κουβέντα με τη Λαύρα, έκατσε ώρα πολλή, ξεπλέρωσε το χρέος του, πήρε ένα καρβέλι ψωμί κι ένα κεφαλοτύρι για δώρο, χάθηκε κι αυτός στο σκοτάδι.
Σίγουρο το μέρος ετούτο, μακριά από χωροφυλάκους και χαφιέδες, το τραπέζι πάντα στρωμένο, το κρασί μπόλικο, η Καπετάνισσα φιλόξενη και με το παραπάνω, συχνοπέρναγε το παλικάρι ετούτο με τα αγκαθωτά μαλλιά και τη μακριά γενειάδα. Ποτέ του όμως δεν πείραξε κανέναν κι ούτε μαθεύτηκαν ποτέ οι νυχτερινές αυτές επισκέψεις.
Ως τα σήμερα.
Εξήντα χρόνια στερνότερα, ο εγγονός του καπετάν Νικήτα, του αρχιαντάρτη, βάσταγε τη λαμπάδα πίσω από το φέρετρο που μέσα ήτανε η αιωνόβια Λαύρα.
Σύμπτωση άραγες;

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες