Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου, 2021

Η σύγκρουση του Βενιζέλου με τους Σέρβους για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης

Eνα διαχρονικό μάθημα εξωτερικής πολιτικής

Στις 18 Μαρτίου 1936 απεβίωσε στο Παρίσι, σε ηλικία 72 ετών, ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Με αφορμή τη φετινή επέτειο, δημοσιεύουμε κείμενο του γενικού διευθυντή του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών “Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος” Νικόλαου Παπαδάκη, όπου περιγράφονται οι μεγάλες επιλογές του στην εξωτερική πολιτική κατά την τελευταία περίοδο διακυβέρνησης της χώρας από τον ίδιο (1928-1932).

Το 1928 το κρατικό άρμα είχε ακινητοποιηθεί σε έναν βάλτο εθνικής αβεβαιότητας και διεθνούς ανασφάλειας. Η εσωτερική αστάθεια και η δημαγωγία είχαν εξασθενίσει το διεθνές κύρος της χώρας και είχαν αυξήσει την απομόνωσή της. Η Γιουγκοσλαβία είχε σοβαρές αξιώσεις στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης, η Βουλγαρία διεκδικούσε κυριαρχία σε εδαφική λωρίδα της δυτικής Θράκης, για να αποκτήσει διέξοδο προς τη θάλασσα, ενώ με την Τουρκία υπήρχαν σοβαρές διαφορές. Η Ιταλία του Μουσολίνι, η οποία πριν από λίγα χρόνια είχε ταπεινώσει την Ελλάδα με την κατάληψη της Κέρκυρας, αντιμετώπιζε την Αθήνα με διαθέσεις χειραγώγησης. Η Αγγλία είχε πάψει να θεωρεί την Ελλάδα σοβαρό παράγοντα σταθερότητας στον χώρο της Εγγύς Ανατολής. Την ίδια εποχή, ξεκάθαρη στρατηγική επιλογή της Γαλλίας, στην περιοχή των Βαλκανίων, ήταν η συμμαχία με τη Γιουγκοσλαβία. Κεντρικοί άξονες της νέας εξωτερικής πολιτικής ήταν η αποφυγή εξάρτησης από μία ή περισσότερες Δυνάμεις, η αυστηρή ουδετερότητα σε περίπτωση πολέμου και οι ισορροπημένες σχέσεις με την Αγγλία, τη Γαλλία και την Ιταλία. Οι συμμαχίες της δεκαετίας του 1910 υπήρξαν προϊόν ανάγκης. Τις είχε επιβάλει η διασφάλιση της εδαφικής ακεραιότητας και η αλυτρωτική πολιτική της χώρας. Στη νέα περίοδο, θα δοκιμαζόταν μια πολιτική φιλίας με όλους, μικρούς και μεγάλους, η οποία θα αποκτούσε ουσιαστικό περιεχόμενο εάν οδηγούσε στην εκκαθάριση του βεβαρυμένου παρελθόντος με τους απαιτητικούς γείτονες: Γιουγκοσλαβία, Τουρκία, Βουλγαρία και Αλβανία. Πρόκειται για ένα σύντομο απόσπασμα, χωρίς τις υποσημειώσεις του, από το κεφάλαιο με τίτλο «Πρωθυπουργός ξανά» της βιογραφίας «Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Άνθρωπος, ο Ηγέτης» του κ. Νικολάου Παπαδάκη.

Απέναντι σε επίδοξους προστάτες
Στην Ευρώπη του τέλους της δεκαετίας του 1920, όπου οι ισορροπίες μεταξύ των νικητών και των ηττημένων του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου εξακολουθούσαν να είναι εύθραυστες, η επάνοδος το 1928, μετά από εξορία επτά ετών, στην εξουσία του Βενιζέλου, ενός σκληρού παίκτη της διπλωματίας του πολέμου και των μεταπολεμικών διακανονισμών, κάθε άλλο παρά ενθουσίασε τις ηγεσίες της Δύσης. Η αγγλική κυβέρνηση τον αντιμετώπιζε με επιφυλακτικότητα. Ο υπουργός Εξωτερικών, Όστεν Τσάμπερλεν, τον θεωρούσε απρόβλεπτο παράγοντα, που ήταν σε θέση να πυροδοτήσει νέα ανάφλεξη στα Βαλκάνια. Στο Λονδίνο δεν ήταν λίγοι όσοι χρέωναν στον Βενιζέλο, και εκείνη την εποχή και αργότερα, μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την καταστροφή του Πρωθυπουργού του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου Λόιντ Τζορτζ, εξαιτίας της ταύτισης του δεύτερου με τα ελληνικά συμφέροντα. Ένας από αυτούς ήταν ο λόρδος Βάνσιταρτ (Robert Vansittart), πολιτικός γραμματέας του πρώην Βρετανού υπουργού εξωτερικών Κόρζον, ο οποίος στο παρελθόν είχε διαπραγματευθεί με τον Βενιζέλο και έκτοτε διατηρούσε ανάμεικτα αισθήματα. Τα μάτια του, έγραφε, «ἄστραφταν πίσω ἀπὸ τὰ γυαλιά του. Τὸν ἐκτιμοῦσα καὶ δυσπιστοῦσα ἀπέναντί του πάρα πολύ».
Στα μάτια των Ιταλών ο Βενιζέλος φάνταζε εφιάλτης. Οι σκληρές αντιπαραθέσεις του πρόσφατου παρελθόντος, σε όλα τα μέτωπα, για τη Σμύρνη, τα Δωδεκάνησα, τη Βόρειο Ήπειρο, τους έκαναν καχύποπτους. Οι Γάλλοι ήλπιζαν, παρά τις αρνητικές ενδείξεις, να πείσουν τον Βενιζέλο να ενταχθεί η Ελλάδα στη λεγόμενη Μικρή Αντάντ, μια συμμαχία της Τσεχοσλοβακίας, της Ρουμανίας και της Γιουγκοσλαβίας, την οποία είχε πριμοδοτήσει η γαλλική πολιτική, ενάντια στην ουγγρική, αυστριακή και γερμανική επιρροή στην Κεντρική Ευρώπη και τα Βαλκάνια. Οι Γιουγκοσλάβοι τηρούσαν σκληρή στάση, προβάλλοντας διεκδικήσεις για το λιμάνι της Θεσσαλονίκης και διεκδικώντας ρόλο προστάτη απέναντι στην Ελλάδα. Η ανασφάλειά τους, εξαιτίας των διαφορών τους με τους Ιταλούς στην Αδριατική και την Αλβανία, τους έκανε να χάνουν την αίσθηση του μέτρου. Ετσι, η απαίτησή τους να μπορούν να χρησιμοποιούν ανεμπόδιστα το λιμάνι της Θεσσαλονίκης, για στρατιωτικό ανεφοδιασμό σε περίπτωση πολέμου με την Ιταλία, ισοδυναμούσε με μετατροπή της Ελλάδας σε χώρα-εξάρτημα της Γιουγκοσλαβίας, ενώ συνεπαγόταν την εμπλοκή της σε μια ιταλογιουγκοσλαβική σύρραξη. Η ηγεσία του Βελιγραδίου, παραδομένη στα χιμαιρικά της όνειρα να ηγεμονεύσει στα Βαλκάνια, αν και γνώριζε καλά τον Βενιζέλο, και παρά τους παλιούς δεσμούς της χώρας μαζί του, τον υποτίμησε. Ο Έλληνας ηγέτης, που είχε προσβληθεί από δάγκειο πυρετό, μόλις ανέρρωσε, δεν περίμενε ούτε μία μέρα. Βγαίνοντας από τον Ευαγγελισμό, όπου νοσηλευόταν, αναχώρησε κατευθείαν για την Ευρώπη. Στη βαλίτσα του χωρούσαν δύο όνειρα: η ανεξαρτησία της χώρας και η ευημερία του λαού της.

Στον εκβιασμό απαντά με εκβιασμό
«Ἔκρινα ὅτι ἡ ὁδός, ἥτις ὡδήγει εἰς Βελιγράδι πρὸς ρύθμισιν τῶν σχέσεών μας μὲ τὴν Γιουγκοσλαβίαν διήρχετο διὰ Ρώμης», είπε λίγα χρόνια αργότερα στους πολιτικούς αρχηγούς για το ταξίδι του αυτό. Έριξε στο τραπέζι ένα μεγάλο χαρτί: την αξιοποίηση των αντιθέσεων και της ανασφάλειας που αισθάνονταν οι Γιουγκοσλάβοι απέναντι στους Ιταλούς. Απαντούσε, έτσι, με εκβιασμό στους εκβιασμούς του Βελιγραδίου. Η απόφασή του δεν υπαγορευόταν από κάποια ιδεολογική ή πολιτική συμπάθεια προς το καθεστώς της Ρώμης, αλλά από την προσπάθεια να εκμεταλλευθεί τις αντιθέσεις. Πριν φύγει, άλλωστε, έλεγε στον Ιταλό πρέσβη στην Αθήνα, Μάριο Αρλότα (Mario Arlotta), ότι δεν εκτιμούσε τον φασισμό και δεν τον θεωρούσε «οὔτε εὐκαιριακὰ οὔτε πρακτικὰ ἐφαρμόσιμο στὴν Ἑλλάδα».
Οι Ιταλοί επιφύλαξαν στον ίδιο και την Έλενα μεγαλειώδη υποδοχή. Είκοσι ένας κανονιοβολισμοί ρίχτηκαν από το φρούριο της Νάπολης όταν, στις 22 Σεπτεμβρίου 1928, το πλοίο «Ιταλία» κατέπλευσε στο λιμάνι της πόλης. Την άλλη μέρα ο Μουσολίνι υποδέχθηκε τον Βενιζέλο με μια πρόταση συμμαχίας των δύο χωρών. Ο Βενιζέλος απάντησε ότι σκοπός της επίσκεψής του δεν ήταν μια στενότερη σύνδεση με την Ιταλία. Η Ελλάδα επιβαλλόταν να μην ακολουθήσει μια πολιτική την οποία οι Γιουγκοσλάβοι θα τη θεωρούσαν εχθρική – και μια ελληνοϊταλική συμμαχία θα μπορούσε να ερμηνευθεί πρωτίστως ως ενέργεια που στρεφόταν εναντίον τους. Ο Βενιζέλος δεν επιθυμούσε ρήξη με τη Γιουγκοσλαβία, αλλά σχέσεις ισοτιμίας και αμοιβαίου σεβασμού. Άλλωστε επί αιώνες Έλληνες και Γιουγκοσλάβοι είχαν αγαθές σχέσεις, μάλιστα πρόσφατα είχαν συμπολεμήσει τρεις φορές.
Ο Μουσολίνι αναδιπλώθηκε και επανήλθε με μια δελεαστικότερη πρόταση: προσέφερε μονομερή γραπτή εγγύηση για την ελληνικότητα της Θεσσαλονίκης και αναλάμβανε τη δέσμευση η Ιταλία να πολεμήσει στο πλευρό της Ελλάδας, σε περίπτωση γιουγκοσλαβικής επίθεσης. Άναυδος, άκουσε τον Βενιζέλο να την απορρίπτει, λέγοντας ότι το ταξίδι του είχε άλλους τρεις σταθμούς, το Παρίσι, το Λονδίνο και το Βελιγράδι· αν αποδεχόταν τη γραπτή εγγύηση του Μουσολίνι για τη Θεσσαλονίκη, θα δημιουργούσε υπόνοιες στους Γάλλους και τους Γιουγκοσλάβους για συμμαχικό δεσμό με την Ιταλία. Έτσι, παρά την επιδίωξή του, ο Ντούτσε απέτυχε να σπείρει ζιζάνια.
Τελικά, ο Βενιζέλος και ο Μουσολίνι υπέγραψαν διμερές Σύμφωνο Φιλίας, Συνδιαλλαγής και Δικαστικού Διακανονισμού. Εκτός από τη γενική συνεργασία των δύο κρατών, το σύμφωνο προέβλεπε αμοιβαία πολιτική και διπλωματική σύμπραξη σε περίπτωση που ένα από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη δεχόταν επίθεση από τρίτο κράτος. Έτσι, ο Μουσολίνι αφενός έκανε ένα βήμα, προσεγγίζοντας τον σκοπό του να απομονώσει τη Γιουγκοσλαβία από τους γείτονές της, αφετέρου όμως, με βάση το πρώτο άρθρο του Συμφώνου, υποχωρούσε, αποδεχόμενος τις συνθήκες ειρήνης που αναγνώριζαν το εδαφικό καθεστώς της Ελλάδας. Με άλλα λόγια, ο Βενιζέλος, χωρίς να συμπήξει συμμαχία, κατάφερε να εξασφαλίσει την ιταλική ουδετερότητα σε μια ενδεχόμενη σύρραξη με τη Βουλγαρία ή την Τουρκία, καθώς και την ενεργότερη ιταλική συμπαράσταση έναντι της Γιουγκοσλαβίας.
Μετά το τέλος των διαπραγματεύσεων ο Βενιζέλος βρήκε λίγο καιρό να ασχοληθεί με τον δάγκειο πυρετό. Από τον γιατρό των ανακτόρων της Ρώμης πληροφορήθηκε ότι οι Ιταλοί είχαν ανακαλύψει ένα μικρό ψαράκι που εξαφάνιζε τα αυγά των κουνουπιών και καθάριζε τα έλη. Ενθουσιάστηκε και ζήτησε να σταλούν στην Ελλάδα ποσότητες από τα ψαράκια αυτά. Πράγματι, έφτασαν, ρίχτηκαν σε έλη, πολλαπλασιάστηκαν και βοήθησαν στην καταπολέμηση των ελωδών νόσων.

«Θα κάμω την πολιτικήν που συμφέρει την Ελλάδα»
Η κυριαρχία στη Μεσόγειο δεν ήταν το μοναδικό ζήτημα που έφερνε σε αντιπαράθεση Γαλλία και Ιταλία. Ο Μουσολίνι διεκδικούσε, επίσης, αυξημένη επιρροή στα κράτη που είχαν δημιουργηθεί μετά τη διάλυση της Αυστροουγγαρίας, καθώς και αποικιακά οφέλη στην Αφρική. Ακόμα, μόνιμη πηγή τριβής μεταξύ των δύο χωρών ήταν η προπαγάνδα κατά του φασιστικού καθεστώτος που ασκούσαν οι Ιταλοί αντιφασίστες οι οποίοι είχαν βρει καταφύγιο στη Γαλλία. Σε αυτό το κλίμα έντασης και αμοιβαίας έλλειψης εμπιστοσύνης μεταξύ Ιταλίας και Γαλλίας, η είδηση της υπογραφής του Ελληνοϊταλικού Συμφώνου δεν έγινε δεκτή με χαρά στο Παρίσι. Ο Βενιζέλος είχε συναίσθηση της κατάστασης και, έναν μήνα πριν ξεκινήσει την περιοδεία του στην Ευρώπη, έγραφε στην Έλενα:
«Εἰς τὸ Παρίσι δὲν θὰ εἶναι πολὺ εὐχαριστημένοι, ἀλλὰ ἔλαβα ὅλα τὰ ἀναγκαῖα μέτρα, ὥστε ἡ φιλία μας μὲ τὴν Ἰταλίαν νὰ μὴν ἔχῃ καμίαν αἰχμὴν ἐναντίον κανενὸς ἄλλου. Καὶ ἰδιαιτέρως οὔτε κατὰ τῆς Ἀγγλίας, οὔτε κατὰ τῆς Γαλλίας, οὔτε κατὰ τῆς Γιουγκοσλαβίας. Ἐν πάσῃ περιπτώσει, θὰ κάμω τὴν πολιτικὴν ποὺ συμφέρει τὴν Ἑλλάδα, καὶ ὄχι τὴν πολιτικὴν ποὺ ἀρέσει εἰς τοὺς ἄλλους».
Επηρεασμένος ίσως από τις ιδέες του πρώην Προέδρου των Η.Π.Α. Ουίλσον και βασισμένος σε νέες αντιλήψεις για τις διεθνείς σχέσεις, ο Βενιζέλος προχώρησε σε μια ασυνήθιστη ενέργεια: πριν υπογράψει το Ελληνοϊταλικό Σύμφωνο, το κοινοποίησε στις κυβερνήσεις της Αγγλίας, της Γαλλίας και της Γιουγκοσλαβίας, για να βεβαιωθούν ότι δεν περιείχε αιχμές ή υπαινικτικές αναφορές σε βάρος τους. Παρά ταύτα, στη Γαλλία επικρατούσε κλίμα δυσπιστίας και οι περισσότερες εφημερίδες διατύπωναν την υπόνοια ότι το Σύμφωνο περιείχε και μυστικούς όρους, που ισοδυναμούσαν με ελληνοϊταλική συμμαχία. Τις παραμονές της άφιξης του Βενιζέλου στο Παρίσι, η εφημερίδα Le Temps υπογράμμιζε ότι η επάνοδος του Έλληνα πολιτικού στη διπλωματική σκηνή, με την προϋπόθεση ότι δεν υπήρχαν κρυφοί όροι, σηματοδοτούσε ένα μεγάλο βήμα προς την παγίωση της ειρήνης στα Βαλκάνια και τη Μεσόγειο.
Ο Βενιζέλος έφτασε στο Παρίσι στις 26 Σεπτεμβρίου και αμέσως διέβη την πόρτα του Quai d’Orsay. Ο Μπριάν, που τώρα ήταν υπουργός Εξωτερικών, και ο Φιλίπ Μπερτελό, γενικός γραμματέας του ίδιου υπουργείου, τον υποδέχθηκαν με εγκαρδιότητα αλλά και έκδηλη ανυπομονησία. Είχαν την προσδοκία ότι ο παλιός σύμμαχος θα διέλυε τα σύννεφα της αμφιβολίας που σκίαζαν τις σχέσεις των δύο χωρών. Η σχέση των δύο Γάλλων με τον Βενιζέλο είχε περάσει από πολλά κύματα. Έτρεφαν μεγάλη εκτίμηση στο πρόσωπό του, αλλά η συνεργασία τους δεν ήταν πάντα ανέφελη και είχε δοκιμαστεί από σοβαρές διαφωνίες. Στη συνάντηση αυτή, ο Βενιζέλος τοποθετήθηκε με ειλικρίνεια και ρεαλισμό. Υπενθύμισε στον Μπριάν ότι την εξωτερική πολιτική που ακολουθούσε την είχε εξαγγείλει στο Παρίσι ήδη από το 1920, πριν από την ήττα στις εκλογές του Νοεμβρίου και δύο χρόνια προτού καταλάβει την εξουσία ο Μουσολίνι. Επιδίωκε, από τότε, η Ελλάδα να καλλιεργήσει σχέσεις εμπιστοσύνης με την Ιταλία και να τις αναπτύξει στο επίπεδο των σχέσεών της με την Αγγλία και τη Γαλλία. Μόνο με αυτό τον τρόπο, εξήγησε στους συνομιλητές του, θα μπορούσε η Αθήνα να αποκτήσει μεγαλύτερη ανεξαρτησία απέναντι στις δύο χώρες. Μέχρι τότε, ο ανταγωνισμός με την Ιταλία υποχρέωνε την ελληνική διπλωματία να αναζητά στηρίγματα στους Άγγλους και τους Γάλλους. Μέσα στο γαλλικό υπουργείο Εξωτερικών, ο Έλληνας πρωθυπουργός έλεγε ανοιχτά στον υπουργό της μεγαλύτερης τότε στρατιωτικής δύναμης της Ευρώπης ότι η ανεξαρτησία της χώρας του ήταν συνυφασμένη με την απεξάρτησή της από την ίδια και την Αγγλία.
Η εθνική κυριαρχία της Ελλάδας θα ήταν όμως ουσιαστικά ανάπηρη χωρίς την κατοχύρωση της εξωτερικής ασφάλειας. Είχε έρθει η ώρα ο Βενιζέλος να δοκιμάσει τις πραγματικές προθέσεις των Γάλλων απέναντι στις απαιτήσεις των Γιουγκοσλάβων. Η στάση τους, εξήγησε στον Μπριάν, υπέκρυπτε «ἐπιβουλὴν κατὰ τῆς Θεσσαλονίκης», για την αντιμετώπιση της οποίας η Ελλάδα χρειαζόταν ένα ισχυρό αντίβαρο. Τον ρόλο αυτό δεν μπορούσε να τον αναλάβει η Γαλλία, λόγω των συμμαχικών της δεσμών με τη Γιουγκοσλαβία. Για την Ελλάδα, συνέχισε ο Βενιζέλος, δεν υπήρχε άλλη λύση από τη στήριξη της Ιταλίας. Αντιμέτωπος με δίλημμα «ἢ νὰ ἴδωμεν τὴν Θεσσαλονίκην σερβικὴν ἢ νὰ δεχθῶμεν βοήθειαν τῆς Ἰταλίας», επέλεγε σαφώς τη δεύτερη λύση, έστω και αν προκαλούσε διεθνείς αναταράξεις. Ήταν μια απειλή ή, ακριβέστερα, ένας εκβιασμός, τον οποίο επανέλαβε και στον Μπερτελό, χρησιμοποιώντας ακόμα σκληρότερη γλώσσα. Δεν ήταν διατεθειμένος, του είπε, να αφήσει τον γιουγκοσλαβικό κίνδυνο να πλανάται πάνω από την Ελλάδα: «Ἡ φρασεολογία τοῦ Βελιγραδίου ἀπέναντί μας εἶναι ἀπαράδεκτος, διότι ἐγὼ πιστεύω ὅτι ἐὰν μοῦ δίδῃ ἡ Σερβία τὴν φιλίαν της, τῆς δίδω ὡς ἀντάλλαγμα τὴν φιλίαν μου». Στην περίπτωση, ωστόσο, που η Γιουγκοσλαβία δεν ανταποκρινόταν θετικά και δεν παραιτούνταν από τις βλέψεις της, θα επέστρεφε αμέσως στη Ρώμη και θα υπέγραφε ανοιχτή συμμαχία με την Ιταλία, μολονότι, όπως είπε, απεχθανόταν την ιδέα να γίνει σύμμαχος μιας Μεγάλης Δύναμης.
Ο Βενιζέλος θέλησε να επισημάνει στους Γάλλους τον κίνδυνο που συνιστούσε και για τα δικά τους συμφέροντα στη Μεσόγειο η σερβική έπαρση. Οι δύο άνδρες που ηγούνταν του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών κάθε άλλο παρά τυχαίοι ήταν. Ο Μπερτελό ήταν πολύπειρος διπλωμάτης και βαθύς γνώστης της περίπλοκης κατάστασης των Βαλκανίων, ενώ ο Μπριάν υπήρξε μια από τις σημαντικές μορφές της διεθνούς πολιτικής σκηνής· επιπλέον, γνώριζε καλά τον Βενιζέλο και αντιλαμβανόταν ότι δεν αστειευόταν. Προτού ακόμα φτάσει στο Παρίσι ο Έλληνας πρωθυπουργός, ο Μπριάν είχε ζητήσει από τη γαλλική πρεσβεία στο Βελιγράδι να ασκήσει πίεση στη γιουγκοσλαβική κυβέρνηση. Η ανένδοτη στάση του Βενιζέλου οδήγησε την ηγεσία του γαλλικού υπουργείου Εξωτερικών στο συμπέρασμα ότι μόνο ένας τρόπος υπήρχε για να εξαλειφθεί ο κίνδυνος ενός μεγαλύτερου ανοίγματος της Αθήνας προς την Ρώμη: η κάμψη της αδιαλλαξίας των Γιουγκοσλάβων.
Η αλλαγή του κλίματος έγινε αμέσως αισθητή και στη συνάντηση του Βενιζέλου με τον Πουανκαρέ. Οι σχέσεις των δύο ανδρών δεν υπήρξαν ποτέ θερμές, καθώς τις είχαν διαπεράσει βαθιές διαφορές αντιλήψεων και έντονες λογομαχίες, ιδίως για τις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Ο Γάλλος πρωθυπουργός ωστόσο, αυτή τη φορά, όχι μόνο δεν ήρθε σε αντιπαράθεση με τον συνομιλητή του, αλλά τον διαβεβαίωσε ότι είχε εξασφαλίσει τη δέσμευση των Σέρβων να συνεννοηθούν με την Ελλάδα. Παράλληλα, ο Μπριάν συναντήθηκε με τον Σέρβο υπουργό Εξωτερικών, Βόισλαβ Μαρίνκοβιτς, ο οποίος, κατά την επίσημη εκδοχή, βρισκόταν εκείνες τις μέρες στο Παρίσι για λόγους υγείας, και του ζήτησε την αποκατάσταση των σχέσεων με την Ελλάδα.
Τις ίδιες μέρες, ο Βενιζέλος, θέλοντας να μην υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία για τους στόχους του, απαντούσε με ευθύτητα στις ερωτήσεις των δημοσιογράφων, που τον επισκέπτονταν στο σαλόνι του «Οτέλ Ρουαγιάλ Μονσό». Υπεραμύνθηκε του Ελληνοϊταλικού Συμφώνου, τονίζοντας ότι «ὅσοι ἀγαποῦν τὴν εἰρήνη πρέπει νὰ τὸ χειροκροτήσουν», ενώ καθησύχασε τους Σέρβους ανταποκριτές, λέγοντάς τους ότι ήταν έτοιμος να υπογράψει σύμφωνο φιλίας και με τη χώρα τους, εάν αυτή εγκατέλειπε τις παράλογες απαιτήσεις της: «Θὰ πράξω τὸ πᾶν […] ἐφ’ ὅσον δὲν θίγεται ἡ κυριαρχία μας». Σε καμία όμως περίπτωση δεν έπρεπε να συναφθεί συμμαχία, «καθ’ ὅσον αὐτὸ θὰ εἶναι δυστύχημα», δεδομένου ότι θα διατάρασσε τους συσχετισμούς στην ευρύτερη περιοχή.
Όπως θυμάται ο Γεώργιος Φτέρης, ανταποκριτής του Ελευθέρου Βήματος στο Παρίσι, ο Βενιζέλος είχε το χάρισμα να πείθει τους δημοσιογράφους με τον λόγο, αλλά και με την παρουσία του. Νόμιζε κανείς «ὅτι ἀπὸ τὰ πόδια ἕως τὴν κορφὴ εἶναι φτιαγμένος ἀπὸ λεπτὸ πολυτελὲς κρύσταλλο». Μια Γαλλίδα δημοσιογράφος, εντυπωσιασμένη από τη ροδαλή επιδερμίδα του, του ζήτησε να της λύσει μια απορία: «Τὰ καλλυντικά σας ἀπὸ ποῦ τὰ ἀγοράζετε, κύριε Πρόεδρε;». «Ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς βρύσης μας μόνον, κυρία μου», της απάντησε με ένα σαγηνευτικό χαμόγελο.

Οχι δεσμεύσεις αντίθετες στη διεθνή νομιμότητα
Στις 29 Σεπτεμβρίου 1928 το Ελεύθερον Βήμα ανήγγειλε τη ραγδαία μεταβολή της στάσης των Σέρβων. «Οἱ Σέρβοι δὲν ἐμμένουν εἰς τὰς παλαιὰς ἀπόψεις των», ήταν ο τίτλος της εφημερίδας. Οι Γάλλοι είχαν υποκύψει στις πιέσεις του Βενιζέλου και οι Σέρβοι στις πιέσεις των Γάλλων. Την προηγουμένη, ο Βενιζέλος είχε βρεθεί απέναντι στον Μαρίνκοβιτς. Ο Έλληνας πρωθυπουργός ζήτησε απτές εγγυήσεις ασφάλειας για τη χώρα του, καθώς οι σερβικές αξιώσεις είχαν κλονίσει την εμπιστοσύνη της Ελλάδας. Μόνο με έναν τρόπο ήταν δυνατόν να αποκατασταθεί η ελληνοσερβική φιλία: εάν το Βελιγράδι εγκατέλειπε τις απαιτήσεις του. Ο Μαρίνκοβοτς αναγνώρισε ότι οι διεκδικήσεις της χώρας του ήταν υπερβολικές και ρώτησε ευθέως τον Βενιζέλο εάν είχε την πρόθεση να συμφωνήσει στην αναβίωση της ελληνοσερβικής συμμαχίας. Ο Έλληνας πρωθυπουργός, ο οποίος ήταν αντίθετος σε μια τέτοια προοπτική για λόγους γενικότερων ισορροπιών στην περιοχή, αρνήθηκε με εύσχημο τρόπο και εμφάνισε την απάντησή του με φιλειρηνικό περιτύλιγμα: οι συμμαχίες ήταν αντίθετες με το πνεύμα της εποχής, ενώ επιπλέον μια τέτοια κίνηση θα ερχόταν σε αντίθεση με το Ελληνοϊταλικό Σύμφωνο και θα προκαλούσε σοβαρές παρεξηγήσεις με τη Ρώμη.
Ο Μαρίνκοβιτς δεν προσπάθησε να καταρρίψει τα επιχειρήματα του Βενιζέλου, καθώς ήθελε να επικεντρωθεί, την επόμενη μέρα, στο ζήτημα που τον απασχολούσε περισσότερο: τη δέσμευση της Ελλάδας για ελεύθερη διακίνηση στρατιωτικού υλικού από τη σερβική ζώνη του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, για τις ανάγκες της Γιουγκοσλαβίας και της μικρής Αντάντ, σε περίπτωση πολέμου. Ο Βενιζέλος απέρριψε αμέσως την ιδέα με τον τρόπο που τη διατύπωσε ο συνομιλητής του και τη συνάρτησε με τη στάση της Κοινωνίας των Εθνών. Σε περίπτωση πολέμου, εάν το συμβούλιο του διεθνούς οργανισμού έκρινε ότι η Γιουγκοσλαβία ήταν επιτιθέμενη, η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να της απαγορεύσει τη διακίνηση πυρομαχικών από το λιμάνι της Θεσσαλονίκης· εάν όμως αποφάσιζε ότι η Γιουγκοσλαβία είχε δεχθεί άδικη επίθεση, θα επέτρεπε τη μεταφορά πυρομαχικών για τον γιουγκοσλαβικό στρατό. Στη νέα εξωτερική πολιτική του Βενιζέλου οι εθνικές δεσμεύσεις δεν έπρεπε να συγκρούονται με τη διεθνή νομιμότητα. Ο Μαρίνκοβιτς, θέλοντας και μη, αποδέχθηκε αυτή την αρχή. Ωστόσο, στην αγωνιώδη προσπάθειά του να αποσπάσει κάποιες εγγυήσεις, ρώτησε εάν, σε περίπτωση μιας αμφιλεγόμενης απόφασης της Κοινωνίας των Εθνών, η Ελλάδα θα επέτρεπε την ακώλυτη διέλευση πολεμικού υλικού μέσω της Θεσσαλονίκης. Ο Γιουγκοσλάβος υπουργός ζητούσε μια εκ των προτέρων δέσμευση της Ελλάδας υπέρ του Βελιγραδίου εναντίον ενός πιθανού αντιπάλου, ο οποίος δεν κατονομαζόταν μεν, αλλά δεν μπορούσε να είναι άλλος από την Ιταλία.
Ο Βενιζέλος δεν παγιδεύθηκε στον ιστό που προσπαθούσε να υφάνει ο συνομιλητής του. Του απάντησε ότι οι εγγυήσεις που ζητούσε ήταν περιττές. Εάν ο αντίπαλος της Γιουγκοσλαβίας κυριαρχούσε στη θάλασσα, τα πολεμοφόδια δεν θα μπορούσαν να φτάσουν στη Θεσσαλονίκη, ανεξάρτητα με το εάν υπήρχαν ή όχι εγγυήσεις. Επίσης, εάν οι ελληνογιουγκοσλαβικές σχέσεις δεν ήταν καλές, μια εκ των προτέρων δέσμευση της Ελλάδας δεν θα ωφελούσε σε τίποτα. Εν κατακλείδι, ο Βενιζέλος έριξε τις ευθύνες στο Βελιγράδι, λέγοντας ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να αναλάβει μια τέτοια δέσμευση μέχρι και τρεις μήνες νωρίτερα. Οι Γιουγκοσλάβοι όμως είχαν καθυστερήσει και έτσι, μετά την υπογραφή του Ελληνοϊταλικού Συμφώνου, κάτι τέτοιο ήταν αδύνατο, καθώς θα είχε σοβαρές συνέπειες στις σχέσεις της Αθήνας με τη Ρώμη.
Η τρίτη συνάντηση με τον Μαρίνκοβιτς έγινε στις αρχές Οκτωβρίου. Οι δύο άνδρες συμφώνησαν ότι αρκούσε η σύναψη ενός συμφώνου φιλίας μεταξύ των δύο χωρών. Ο Έλληνας πρωθυπουργός στο Παρίσι είχε κερδίσει τη συνηγορία του Μπριάν και του Μπερτελό, ενώ είχε κάμψει, σε μεγάλο βαθμό, τις αντιρρήσεις του Μαρίνκοβιτς. Έμενε να αποδειχθεί εάν σε λίγες μέρες, όταν θα επισκεπτόταν το Βελιγράδι, θα κατόρθωνε να αντιμετωπίσει με επιτυχία και τις αντιστάσεις της αδιάλλακτης μερίδας της σερβικής ηγεσίας.
Στην Αθήνα είχε ανακοινωθεί ότι ο Βενιζέλος θα διέσχιζε σχεδόν όλη την Ευρώπη, αλλά δεν σκόπευε να διαβεί τη Μάγχη. Ωστόσο, λίγες μέρες προτού αναχωρήσει από το Παρίσι για το Βελιγράδι, άλλαξε γνώμη και αποφάσισε να επισκεφθεί το Λονδίνο. «Ὅλος ὁ κόσμος ξεχνᾶ, ἀκόμη καὶ οἱ Ἄγγλοι», είπε στους δημοσιογράφους, ωστόσο δεν θα μπορούσαν να ξεχάσουν ούτε να του συγχωρήσουν ότι περιόδευσε σε τόσες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, βρισκόταν λίγα μίλια μακριά από τις βρετανικές ακτές και απέφυγε να πάει στο Λονδίνο.
Η άφιξή του, την Κυριακή 29 Σεπτεμβρίου, προκάλεσε αναστάτωση. Οι Άγγλοι με δυσκολία πρόλαβαν να τηρήσουν το πρωτόκολλο. Με την ομίχλη πάντως που είχε απλωθεί στον σταθμό της Βικτώριας ήταν αδύνατο να διακρίνει κανείς τους επίσημους από τον απλό κόσμο, που είχε συγκεντρωθεί για να τον υποδεχθεί. Ο πρωθυπουργός Στάνλεϊ Μπάλντουιν, που πραγματοποιούσε προεκλογική περιοδεία, επέστρεψε στο Λονδίνο για να συνομιλήσει μαζί του. Ήταν ένα πυκνό σαρανταοκτάωρο γεμάτο δράση και αδιάκοπες συναντήσεις. Η επάνοδός του στην εξουσία είχε γίνει δεκτή με επιφύλαξη στην Αγγλία, ενώ ακόμα και σοβαρές εφημερίδες εξέφραζαν την αγωνία τους για την ειρήνη, την οποία απειλούσε ο «ταραξίας» Βενιζέλος. Συνεπώς, η παρουσία του στο Λονδίνο ήταν αναγκαία όχι μόνο για την ανασύσταση των δεσμών, αλλά και για τη διάλυση της σύγχυσης που επικρατούσε γύρω από τις προθέσεις του. H Daily Telegraph, λ.χ., έκανε λόγο για τον ιμπεριαλιστή Βενιζέλο. «’Iμπεριαλιστὴς ἐγώ;» ρώτησε με απορία τον συντάκτη του άρθρου. Και αμέσως του ανέλυσε τη διαφορά του ιμπεριαλιστικού από τον απελευθερωτικό πόλεμο:
«Ἐὰν σήμερον, ὁπότε ὅλοι οἱ Ἕλληνες εἶναι συγκεντρωμένοι ἐντὸς τῶν συνόρων μας, ἐζήτουν νὰ ἀνακτήσω τὰ ἐδάφη ποὺ ἐχάσαμεν, αὐτὸ θὰ ἦτο ἰμπεριαλισμός. Ὅταν ὅμως εἶχα τὴν Μακεδονίαν ἀλύτρωτον καὶ ἑνάμισυ ἑκατομμύριον Ἕλληνας εἰς τὴν Ἀνατολήν τί ἠθέλατε νὰ πράξω; Ἦσαν ἰμπεριαλιστικοὶ ἢ λυτρωτικοὶ οἱ πόλεμοι ἐκεῖνοι;».
Σε ένα σαρανταοκτάωρο είχε καταφέρει να ανακτήσει την εμπιστοσύνη των Άγγλων. Στο Λονδίνο πείστηκαν ότι το Ελληνοϊταλικό Σύμφωνο ήταν μέρος μιας πολιτικής που τηρούσε ίσες αποστάσεις από τις τρεις Μεγάλες Δυνάμεις, υπηρετούσε το εθνικό συμφέρον και εδραίωνε την ειρήνη στην Ανατολική Μεσόγειο. Άλλωστε, οι σχέσεις των Άγγλων και των Ιταλών εκείνη την περίοδο ήταν ανέφελες· ο Χίτλερ δεν είχε εμφανιστεί ακόμα στο προσκήνιο και τίποτα δεν προμήνυε όσα θα ακολουθούσαν μετά το 1933.

Το Βελιγράδι υποχωρεί: «Απού ’χει δυο αγαπητικιές έχει χαρά μεγάλη…»
Όσο δεν διαπραγματευόταν, ο Βενιζέλος ταξίδευε. Όταν επέστρεψε από το Λονδίνο έμεινε για λίγες μέρες στο Παρίσι για έναν ακόμα γύρο συνομιλιών και μετά αναχώρησε για το Νταβός, όπου νοσηλευόταν ο Γιώργος Σαριδάκης, γιος της αγαπημένης του αδελφής Ευανθίας, χτυπημένος από τη φυματίωση. Στη συνέχεια θα επισκεπτόταν το Βελιγράδι. Σε όλο το ταξίδι ο Βενιζέλος ήταν αρκετά νευρικός και κάποια στιγμή τα μέλη της συνοδείας του τον άκουσαν να συνοψίζει τον σκοπό των ταξιδιών του στην Ευρώπη με μια μαντινάδα:

«Απού ’χει δυο αγαπητικιές
έχει χαρά μεγάλη,
όντε μαλώσει με τη μια
τα φκιάνει με την άλλη».

Φτάνοντας στο Βελιγράδι, κατάκοπος από το μακρινό ταξίδι, αποκοιμήθηκε για μισή ώρα σε μια πολυθρόνα, στην ελληνική πρεσβεία. Νωρίς το απόγευμα έγινε δεκτός από τον βασιλιά Αλέξανδρο. Μετά τον θάνατο του Πάσιτς, ήταν ο μόνος εν ζωή υψηλά ιστάμενος Σέρβος που γνώριζε προσωπικά τον Βενιζέλο και ήξερε, από πρώτο χέρι, πόσο είχε συμμεριστεί τον αγώνα επιβίωσης της πατρίδας του σε μια από τις οδυνηρότερες στιγμές της ιστορίας της. Η βαθιά αλληλοεκτίμηση και η στέρεη φιλία των δύο ανδρών είχε οικοδομηθεί πάνω στις κοινές δοκιμασίες ενός δραματικού και ένδοξου παρελθόντος. Ο Αλέξανδρος ήταν εκείνη την περίοδο ο κυρίαρχος στο πολιτικό σύστημα της Γιουγκοσλαβίας, αποτελώντας τον βασικό συνδετικό κρίκο ενός κράτους-μωσαϊκού που σπαρασσόταν από τις διαμάχες Σέρβων και Κροατών. Ο Βενιζέλος ξεκίνησε τις συνομιλίες μαζί του, αναγνωρίζοντας στο πρόσωπό του έναν έγκυρο συνομιλητή, σε αντίθεση με τους περισσότερους Σέρβους πολιτικούς που ήταν όμηροι μιας μαξιμαλιστικής πολιτικής στο ζήτημα των ελληνογιουγκοσλαβικών σχέσεων. Η ανάμνηση των πρόσφατων κοινών αγώνων των δύο λαών συγκινούσε και τους δύο. Για την Ελλάδα όμως οι σελίδες αυτές ήταν εξαιρετικά οδυνηρές, του είπε ο Βενιζέλος, ανασύροντας στην επιφάνεια την εποχή του Εθνικού Διχασμού, μία από τις αφορμές του οποίου υπήρξε η αταλάντευτη στάση του ίδιου υπέρ της σερβικής ανεξαρτησίας. Οι μεγάλες υπηρεσίες του προς τον γειτονικό λαό και η διαρκής αφοσίωσή του στην ελληνοσερβική φιλία ήταν οι εγγυήσεις που μπορούσε να προσφέρει. Κάλεσε τον Αλέξανδρο να τον εμπιστευθεί. Ήταν έτοιμος, τόνισε, να παραχωρήσει κάθε διευκόλυνση στο σερβικό εμπόριο, αρκεί να γινόταν σεβαστή η κυριαρχία και τα ζωτικά συμφέροντα της Ελλάδας και να μη θιγόταν η εθνική της ευαισθησία. Έπειτα από δύο ώρες ο Βενιζέλος βγήκε από τα ανάκτορα. Το πρόσωπό του το φώτιζε ένα διάπλατο χαμόγελο, σημάδι ότι οι συνομιλίες είχαν πάει καλά.
Το ίδιο βράδυ, στην ελληνική πρεσβεία, παρέθεσε δείπνο στον πρωθυπουργό, Άντον Κόροσετς, και τον αναπληρωτή υπουργό Εξωτερικών, Ίλια Σουμένκοβιτς. Την αισιοδοξία από τις συνομιλίες με τον βασιλιά διαδέχθηκε ο σκεπτικισμός. Ο Βενιζέλος αντιλήφθηκε ότι οι Σέρβοι δεν είχαν ενιαία γραμμή. Οι διαθέσεις της άλλης πλευράς έγιναν ξεκάθαρες την επομένη, όταν ο Σουμένκοβιτς προσήλθε στην ελληνική πρεσβεία με διεκδικήσεις που βάθαιναν τις διαφορές. Η μόνη ουσιαστική υποχώρηση αφορούσε τη μη διεξαγωγή διεθνούς διαμετακομιστικού εμπορίου στη σερβική ζώνη του λιμανιού της Θεσσαλονίκης, αλλά και αυτή υπονομευόταν από την άρνηση των Σέρβων να δεχθούν τον έλεγχο των ελληνικών αρχών στα πλοία που είχαν προορισμό τη ζώνη αυτή.
Ο κατάλογος του Σουμένκοβιτς ήταν μεγάλος. Ζητούσε, μεταξύ των άλλων, δημιουργία ξεχωριστού σερβικού σιδηροδρομικού σταθμού στη Θεσσαλονίκη και ίδρυση σερβικού σχολείου στην πόλη, χωρίς όμως η ελληνική πλευρά να διατηρεί αμοιβαίο δικαίωμα για την ίδρυση ελληνικού σχολείου στο Μοναστήρι, καθώς και την αναγνώριση της σερβικής υπηκοότητας στους μοναχούς της Μονής Χιλανδαρίου.
Ο Βενιζέλος απέρριψε κατηγορηματικά τα σερβικά αιτήματα. Ξεκίνησε, έτσι, μια επίπονη διαπραγμάτευση και την επομένη, 11η Σεπτεμβρίου, οι διπλωμάτες των δύο χωρών κατέληξαν στα βασικά σημεία μιας συμφωνίας· έμεναν μόνο οι λεπτομέρειες της διατύπωσης.
Η ώρα για την υπογραφή των πρωτοκόλλων είχε φτάσει. Ο Βενιζέλος είχε ήδη φορέσει επίσημο ένδυμα, έτοιμος να αναχωρήσει για το γεύμα που θα παρέθετε ο βασιλιάς, όταν ξαφνικά παρουσιάστηκε στην ελληνική πρεσβεία ένας Σέρβος διπλωματικός υπάλληλος, με ένα υπόμνημα που αναιρούσε βασικά σημεία της συμφωνίας. Ταυτόχρονα, επιδόθηκε στην ελληνική αντιπροσωπεία αντίγραφο της ομιλίας του Σέρβου μονάρχη, ο οποίος έκανε λόγο για πλήρη συμφωνία των δύο πλευρών.
Ο Βενιζέλος εξοργίστηκε. Στις προσβολές της σερβικής ηγεσίας απάντησε με μια ακόμα μεγαλύτερη: δεν δέχθηκε να γίνουν προπόσεις στο γεύμα, γεγονός που αποτελούσε επίσημη παραδοχή ότι οι διαπραγματεύσεις είχαν αποτύχει. Η ατμόσφαιρα βάρυνε απότομα. Ο Αλέξανδρος, έκπληκτος, καθώς αγνοούσε τις κινήσεις της κυβέρνησής του, τον ρώτησε για ποιον λόγο αρνήθηκε τις προπόσεις. Περιγράφοντας τη στάση της άλλης πλευράς, ο Βενιζέλος απέφυγε να χρησιμοποιήσει τη λέξη «εξαπάτηση»· προτίμησε να κάνει λόγο για «παλινωδία». Οι συνομιλίες είχαν τελματωθεί, καθώς, παρά τη ρητή εντολή του βασιλιά, ο Σουμένκοβιτς εξακολουθούσε να δημιουργεί προσκόμματα. Πρότεινε, για παράδειγμα, να μη συμπεριληφθούν στη συμφωνία τα επίμαχα σημεία, τα οποία το Βελιγράδι υποσχόταν να τα εξετάσει εν καιρώ, με πνεύμα δικαιοσύνης. Ο Βενιζέλος απάντησε με μια κατάφαση, η οποία ισοδυναμούσε με άρνηση. Δεχόταν να υπογράψει το πρωτόκολλο, έστω και χωρίς τα επίμαχα σημεία, ταυτόχρονα όμως θα παρέδιδε στους Σέρβους μια προειδοποιητική επιστολή: εάν η σερβική κυβέρνηση δεν συνέκλινε με τις ελληνικές θέσεις στα σημεία που έμεναν εκκρεμή, τότε ολόκληρη η συμφωνία θα ήταν άκυρη. Ήταν φανερό ότι δεν ήταν διατεθειμένος να υποχωρήσει ούτε βήμα. Ο Σουμένκοβιτς, μπροστά στο αδιέξοδο, κατέφυγε στον βασιλιά, ζητώντας τη βοήθειά του. Η απάντηση του Αλέξανδρου είχε διαχρονική αξία:
«Λαμβάνοντας ὑπ’ ὄψιν τὴν προσωπικότητα τοῦ κ. Βενιζέλου καὶ τὶς μεγάλες ὑπηρεσίες ποὺ ἔχει προσφέρει, ὄχι μόνο στὴν Σερβία, ἀλλὰ στὴν ἐλευθερία τῶν Βαλκανίων, πρέπει νὰ ρυθμίσουμε καὶ νὰ ἀνασυστήσουμε τὴν ἑλληνο-σερβικὴν φιλία».

Είχε βραδιάσει και το τρένο είχε ανάψει τις μηχανές του, αναμένοντας τον Βενιζέλο για το ταξίδι της επιστροφής. Λίγο πριν από την επιβίβασή του, ειδοποιήθηκε ότι οι Σέρβοι είχαν υποχωρήσει. Αμέσως κατευθύνθηκε στο υπουργείο Εξωτερικών. Εκεί, στις 10 το βράδυ, ο ίδιος και ο Σουμένκοβιτς υπέγραψαν δύο πρωτόκολλα.
Η στιγμή ήταν σημαδιακή. Μια μακρά προσπάθεια της σερβικής ηγεσίας να εκμεταλλευθεί τις ασάφειες της συμφωνίας του 1923 ή να κατοχυρώσει τα κέρδη από τις εξωφρενικές παραχωρήσεις της δικτατορίας του Πάγκαλου έπαιρνε τέλος. Η σκληρή διαπραγμάτευση, λέξη προς λέξη, απέτρεψε σοβαρούς κινδύνους για το μέλλον της Θεσσαλονίκης. Πρωτίστως, η πρόβλεψη ότι η σερβική ζώνη θα εξυπηρετούσε αποκλειστικά το σερβικό εμπόριο και όχι το εμπόριο τρίτων χωρών δεν άφηνε κανένα περιθώριο για να σχηματιστεί, όπως επιδίωκαν οι Σέρβοι, κάποια σύγχυση στη διεθνή κοινή γνώμη περί συγκυριαρχίας στο λιμάνι. Εξίσου μεγάλη σημασία είχε η συμφωνία ότι τον υγειονομικό έλεγχο επί των πλοίων στη σερβική ζώνη θα τον διενεργούσαν οι ελληνικές αρχές.
Ακόμα, το δικαίωμα που είχαν κερδίσει οι Σέρβοι να μεταποιούν πρώτες ύλες στη ζώνη τους, το οποίο απειλούσε τη βιομηχανική παραγωγή της Θεσσαλονίκης, καταργήθηκε. Στα δύο πρωτόκολλα προβλεπόταν, ταυτόχρονα με την υπογραφή των οριστικών συμφωνιών, και η σύναψη συμφώνου φιλίας και διαιτησίας μεταξύ των δύο κρατών. Το σύμφωνο υπεγράφη τον Μάρτιο του 1929.
Ένα μεγάλο βάρος, που έπεφτε στους ώμους και των δύο λαών, υπονομεύοντας την ειρηνική τους συνύπαρξη, ενώ ταυτόχρονα απειλούσε την εθνική ασφάλεια της Ελλάδας, είχε φύγει. Η στιγμή είχε σημασία. Εάν ένα τόσο ακανθώδες ζήτημα παραπεμπόταν στο μέλλον, είναι αμφίβολο πότε και πώς θα λυνόταν· η διαιώνισή του μπορούσε να δηλητηριάσει, σε βάθος χρόνου, τις σχέσεις των δύο χωρών. Ο ευρωπαϊκός Τύπος ήταν διθυραμβικός για τον Βενιζέλο. Οι Times εκτίμησαν ότι επρόκειτο για ήττα των Γιουγκοσλάβων και υπογράμμιζαν ότι, εάν δεν ήθελαν να απομονωθούν, δεν είχαν άλλη λύση παρά να δεχθούν τη φιλία του Βενιζέλου, κάνοντας ταυτόχρονα ένα σοβαρό βήμα για την ειρήνη στα Βαλκάνια.
Ο Άγγλος πρέσβης στην Αθήνα, Πέρσι Λόρεν (Sir Percy Loraine), σε αναφορά του προς τον υπουργό Εξωτερικών, Όστεν Τσάμπερλεν, διαπίστωνε ότι η Ελλάδα αναδεικνυόταν ταχύτατα σε υπολογίσιμο παράγοντα στα Βαλκάνια.
Είναι φανερό πλέον, υπογράμμιζε, ότι ο Βενιζέλος διακατέχεται από μια διάθεση ανεξαρτησίας που δεν διέθεταν οι προηγούμενες ελληνικές ηγεσίες. Και συνέχιζε επισημαίνοντας ότι, εφόσον προέκυπταν διαφορές με την αγγλική κυβέρνηση, δεν ήταν από τους ανθρώπους που θα μπορούσαν εύκολα να μεταπεισθούν. Όπως και άλλοι Άγγλοι διπλωμάτες, ο Λόρεν ήταν καχύποπτος για το ενδεχόμενο φιλοαμερικανικής στροφής της Ελλάδας, που θα απέβαινε σε βάρος των αγγλικών οικονομικών συμφερόντων.
Ταυτόχρονα, άφηνε υπόνοιες για εκδικητικές διαθέσεις του Βενιζέλου εναντίον των Άγγλων, εξαιτίας της αρνητικής στάσης που είχαν κρατήσει απέναντί του στις διαπραγματεύσεις για τα πολεμικά χρέη.
Η πρώτη διπλωματική εξόρμηση του Βενιζέλου, κατά τη διάρκεια της νέας πρωθυπουργίας του, διήρκεσε είκοσι μέρες και είχε θεαματικά αποτελέσματα.
Με την ανοιχτή διπλωματία που ακολουθούσε, καθώς και με το τολμηρό πρόγραμμα ανεξαρτησίας της χώρας του, εγκαινίαζε μια νέα εποχή.
Στο Λονδίνο είχε δηλώσει ότι δεν υφίστανται στεγανά μεταξύ εσωτερικής και εξωτερικής πολιτικής. Προϋπόθεση της εσωτερικής γαλήνης και της ανάπτυξης ήταν η εξωτερική ειρήνη και η σταθερότητα. Στο Βελιγράδι η φιλία με όλους και η ειρηνική συνύπαρξη με τους γείτονες κατέλαβε εξέχουσα θέση στους λόγους του. Εμενε ακόμα ένα βήμα, δήλωσε στους δημοσιογράφους, για την παγίωση της ειρήνης στα Βαλκάνια: η σύναψη συμφώνων φιλίας με τη Βουλγαρία και την Τουρκία. Μετά θα μπορούμε, είπε, να «ἐπιδοθῶμεν τελείως ἀπερίσπαστοι εἰς τὸ ἔργον τῆς ἐσωτερικῆς ἀνορθώσεως».
Αμέσως μετά την ολοκλήρωση των συμφωνιών με τους Σέρβους, παρά τη σημασία τους, πολύ λίγο ασχολήθηκε με αυτές. Το βλέμμα του ήταν ήδη στραμμένο στην επόμενη μέρα.
Ετσι, λίγο πριν αναχωρήσει από το Βελιγράδι, στη συζήτηση με τους δημοσιογράφους κυριάρχησαν η κρίση του ελληνικού εμπορίου, η ανεργία, τα μεγάλα δημόσια έργα, η μείωση των τόκων, η θέση του αγρότη και του εργάτη στην ελληνική κοινωνία, οι Νέες Χώρες και, βέβαια, το αγαπημένο του θέμα, η Θεσσαλονίκη.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα