Τετάρτη, 12 Ιουνίου, 2024

Η οµορφιά ταξιδεύει ακόµα

Μάλιστα. Είναι γεγονός παρήγορο, πώς ευτυχώς, ακόµα και στους καιρούς µας η οµορφιά ταξιδεύει πέρα δώθε και ότι µπορείς παντού σε κάθε χώρο και σε κάθε τόπο να τη συναντήσεις.

Μα ειδικά για την πνευµατική οµορφιά µιλώ. Που κάποιες φορές, σε κάποια πρόωρα γερασµένα αυτιά, σιγοψιθυρίζει τους γλυκύτατους στίχους του εµβληµατικού, µακαρίτη πλέον στιχουργού µας Κώστα Βίρβου. Πού να, ψιθυρίζει σιγανά και ταπεινά, αυτό το «κοιµήσου αγγελούδι µου, γλυκό είναι το τραγούδι µου». Αλλά µια παράκληση, εδώ, όπου γερασµένα πρόωρα αυτιά, βάλτε, όχι συλλήβδην βεβαίως, τη νέα γενιά. Αυτήν τη σφριγηλή σκυταλοδρόµο του χρόνου, την ανήσυχη ντόπια νεολαία µας. Ταυτοχρόνως όµως αλλάξτε και το ρήµα κοιµήσου, µε την προτροπή, ξύπνα, εµπρός σήκω πάνω αγγελούδι µου. Ξυπνήστε νιάτα και ετοιµαστείτε κι εσείς µε τη σειρά σας να παλέψετε για τις ανίκητες όµορφες ιδέες.

Μάλιστα. Η οµορφιά ταξιδεύει ακόµη και ευτυχώς ακατάπαυστα. Έτσι, αυτές τις φθινοπωρινές ηµέρες, το ολοπλούµιστο και χαµογελαστό τρεχαντήρι της, άραξε κι εδώ, στα µέρη µας, στον φιλόξενο χώρο του θεάτρου Μίκης Θεοδωράκης. Έχοντας ένα πλήθος µεσήλικων ανθρώπων, αλλά όχι δυστυχώς εξίσου πολυάριθµων νέων, σαν ένα ακροατήριο της µουσικής εκδήλωσης που οργανώθηκε στα πλαίσια του οµώνυµου φεστιβάλ 2023 στα Χανιά µας. Με τον βαθύφωνο ερµηνευτή Χριστόφορο Σταµπόγλη να µας ταξιδεύει µε τη φωνή του τη χαρισµατική, σε ελκυστικότατες µουσικές τοποθεσίες, ονειρικές! Σε 17, τόσα ήταν, από τα υπέροχα τραγούδια του ουρανοµίκη Μίκη µας, ενθουσιάζοντας ειλικρινά το παρευρισκόµενο κοινό, όλους µας. Και δεν γινόταν βέβαια να πάνε αλλιώς τα πράγµατα, µε την ερµηνεία του εν λόγω καλλιτέχνη, που ήταν θεσπέσια, σαν µια ηχητική µυσταγωγία και τόσο γλυκιά και χαλαρωτική, σαν ένα απαλό τρυφερό χάδι. Ένα αλησµόνητο ταξιδάκι ήταν αυτό που ζήσαµε όλοι στους απέραντους δρόµους της σοβαρής, έντεχνης, στρατευµένης µουσικής. Το τονίζουµε, ήταν περίπου σαν να επισκεφθήκαµε εν τάχει τις λυτρωτικές γειτονιές των αγγέλων, µε αυτήν εδώ, την πρώτη τη τάξει παγκοσµίως µουσική του δικού µας, του αλησµόνητου Χανιώτη µουσικοσυνθέτη Μίκη Θεοδωράκη, που τον ήξεραν από τότε ακόµα που ήταν στη ζωή, όπως είχε εµφαντικά εκµυστηρευθεί κάποτε και ο ίδιος σε ένα φίλο του Έλληνα δηµοσιογράφο, που τον γνώριζαν λοιπά µουσικά περισσότερο ως και οι σιωπηλές πέτρες της παγκόσµια κοινότητας. Που αναγνωριζόταν το µεγάλο ταλέντο και το έργο του µεγάλου αυτού δηµιουργού. Που κατόρθωσε κάτι λίαν σπάνιο, που µπόρεσε και και οικοδόµησε ένα µεγάλο, αξιοζήλευτο ήθος µε το συνολικό του έργο.

Σε µια θαυµαστή συµφωνία του µεγάλου Έλληνα στοχαστή, του Πλάτωνα, του φιλόσοφου που υποστήριξε πρώτος πως η Μουσική Τέχνη και Παιδεία είναι ή τουλάχιστον πρέπει να είναι πρωτίστως ένας νόµος ηθικός, ένας βαρυσήµαντος νόµος, που σύνθετο σκοπό έχει, πέρα από την τέρψη, να κάνει καλύτερες, πιο ανθρώπινες, τις κοινωνίες.
Τώρα, λέµε, τι συνέβη άραγε και το όποιο χθες, το όχι και τόσο µακρινό και γενικά ήταν τόσο σαγηνευτικό σαν τα οµορφόλογα της πιο µαγευτικής σύγχρονης Κίρκης; Κι εδώ, συγκεκριµένα µιλάµε, γι’ αυτήν την ασυναγώνιστη γλυκύτατα των τόσων αξέχαστων τραγουδιού του κοντινού παρελθόντος. Αυτών των ενδεδυµένων µε τους πιο υπέροχους µουσικούς τόνους, αυτών των µελοποιηµένων στίχων, των µεγάλων ποιητών και στιχουργών µας. Τι συνέβη κάποτε λοιπόν και είναι τόσο εκπληκτικά ωραία και καθηλωτικά, έως τις µέρες µας, τα εν λόγω µουσικά ακούσµατα;

Κατά τη γνώµη µας λοιπόν, πάντα το εξής απλό µα και µεγαλειώδες συνάµα έχει συµβεί. ∆ηλαδή το ότι αυτός, ο βαθιά καλοσυνάτος λαός µας, ο άκρως ανεπιτήδευτος και συναισθηµατικός ελληνικός λαός, αγάπησε σφόδρα την καλή µουσική, τα καλά ποιοτικά τραγούδια, λες κι ήταν ένας συνδηµιουργός τους. ∆ιότι ναι, αυτό κι αν είναι αλήθεια, ναι, είχε πονέσει πολύ, είχε άδικα υποφέρει, είχε στερηθεί πολλά. Ω ναι, αυτός είναι µάλλον ο βασικός λόγος. Ο πόνος, η φτώχεια, το αναπάντεχο κακό, το χειρότερο όλων, του εµφυλίου πολέµου. Κι έτσι, ναι, αγάπησε πάρα πολύ όλο αυτό το ζωογόνο πλέγµα της ποίησης και της µουσικής, λες κι ήταν ένα δικό του πνευµατικό παιδί, ένα σπλάχνο του. Γιατί, ολοφάνερο ήταν, µέσα από τη χιλιοµατωµένη του ύπαρξη, µέσα από τον παραγκωνισµό του από τους ισχυρούς, να, έτσι είχαν βγει, έτσι είχαν γεννηθεί, αυτά τα προσφιλή τραγούδια της µεγάλης ψυχικής του ανάγκης.

Όµως τώρα να, που έτσι στις γκρίζες µέρες µας προκύπτει πλέον αδυσώπητο, σαν ένα φυσικό ζητούµενο, ένα σηµαντικό ερώτηµα. Πώς δηλαδή αυτή η ηρωική νέα γενιά µας, η καταστριµωγµένη σε εφιαλτικές σχεδόν γωνίες, αυτή η µόνη ελπιδοφόρα ακτίνα της ζοφερής πραγµατικότητας των καιρών µας, πώς θα µπορέσει τελικά να κάνει µια λεβέντικη ανατροπή; πώς θα µπορέσει, λέµε, να αγαπήσει όπως οι γεννήτορες της πάρα πολύ, έως το µεδούλι της ψυχής της τέτοιας υφής αναζωογονητικά προϊόντα, εν προκειµένω τραγούδια; Τέτοια ασυναγώνιστα τραγούδια, εµψυχωτικά, σαν αυτά που µας άφησε σαν αιώνια πνευµατική παρακαταθήκη καλού, ο αείµνηστος δικός µας Μίκης Θεοδωράκης;

Όταν στους περισσότερους εκπροσώπους της, αυτής της καινούργιας γενιάς, παρατηρούµε συχνά µε µια λύπη ειλικρινέστατη, τους προβληµατικούς βηµατισµούς της; Που έχουν δυστυχώς µια πολύ µεγάλη εξάρτηση, σχεδόν εξουσιαστική, από το υπεροπτικό κράτος της ύλης; Κι εµείς βεβαίως, οι µεγαλύτεροι, οι διατηρούντες ακέραιο το µερίδιο της ενοχής µας, φάγαµε που λένε τα ψωµιά µας. Αυτή όµως, η νεολαία µας πώς άραγε θα συντρίψει και πότε τις επίσηµες σφραγίδες της υλοφροσύνης; Πότε αυτές τις αόρατες αλυσίδες που ταπεινώνουν και εν τέλει φιµώνουν το ολόδικο τους, το τόσο αναγκαίο για όλους τους άλλους πνεύµα τους;
Κι όµως, ίσως πρέπει να ΄µαστε περισσότερο αισιόδοξοι, γιατί και η νεολαία δεν µπορεί, θα βρει κάποτε τον δρόµο της. Και θα βοηθήσει σε αυτό, πολύ, η πνευµατική οµορφιά. Πώς; Μα ακριβώς επειδή ανεπιτήδευτα εντελώς, ακόµα κάνει πάµπολλα ταξίδια πέρα δώθε, µε το αδούλωτο ύφος ενός Ζορµπά και ακριβώς επειδή διατηρεί ακόµη το κουράγιο να διαλαλεί την ανώτερη πραµάτεια της, γι’ αυτό ακριβώς δεν θα σβήσει ποτέ η ελπίδα. Αρκεί να το καταλάβει επαρκώς η νέα γενιά και όσο συντοµότερο τόσο καλύτερα, εννοείται. Αρκεί να συνειδητοποιήσουν όσοι νεότεροι παίρνουν τη σκυτάλη του αγώνα της ζωής από τους µεγαλύτερους τους, ότι ήγγικεν η ώρα. Για να εγερθούν αυτές, οι µόνες σεβάσµιες και ζωτικές ελπίδες του έθνους µας, να εγερθούν και να τις καυτηριάσουν παραµερίζοντας τις, όσο µπορούν περισσότερο, όλες τις σύγχρονες µαταιοδοξίες του δηλητηριώδους υλισµού. Αφού πια, λοιπόν, θα έχουν καταλάβει πόσο απροσµέτρητα πιο γλυκείς είναι οι αθάνατοι λαϊκοί ύµνοι της πνευµατικής οµορφιάς. Πόσο πιο πάνω από τις σηµερινές φτηνιάρικες κατοχές και εξαρτήσεις.

Κάπως έτσι είναι, κάπως έτσι έχουν τα πράγµατα. Γιατί να, σίγουρα η οµορφιά, σίγουρα ταξιδεύει και πυρετωδώς, ακόµα…


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα