Παρασκευή, 14 Μαΐου, 2021

Η γειτονιά της αγάπης

Μάζωνα χούφτες ζεστόν αγέρα από τα χνώτα μου και πάσκιζα να πολεμήσω την παγωμένη εισβολή. Χώθηκα δίπλα στα κουτσούρια που τριζοβολούσανε στο τζάκι κι αφέθηκα να βλέπω σαν το τρεχούμενο νερό να κυλάει ομπρός μου ολάκερη η ζωή μου.

Και νάσου, λίγο μετά την κατοχή. Λαμπύρισε ομπρός μου κείνη η ευλογημένη ώρα που μαζωχτήκαμε μικροί και μεγάλοι στην τάβλα ολόγυρα να γευτούμε τους όποιους κόπους της μακαρίτισσας μάνας μου. Εξόν εμάς, μάνα και πέντε ορφανά, στις μισοτριμμένες καρέγλες ήντουσαν και οι γείτονες, ζευγάρια τρία. Oλοι μαζί δώδεκα νοματαίοι. Τότε, που δεν ήτανε η ζωή εύκολη και το χρήμα δυσεύρετο. Φτώχια και λιγοστό το φαγητό. Η λέξη δίαιτα, άγνωστη.
-Ετούτη είναι αγάπη, μουρμούρισε κάποιος.
-Φόρτωμα σας γινήκαμε, συμπλήρωσε ο άλλος.
-Σειρά μας και σειρά σας, αποκρίθηκε η μάνα μου.
-Μια εδώ και μια εκεί. Όποιος έχει.
-Μην τα κρατάμε μόναχα για το στομάχι μας;
-Άμα έχω θα δώσω. Άμα δεν έχω, δεν τρώγω.
-Μια γειτονιά, μια οικογένεια. Χωρίς έχτρητες και μαλώματα.
Oμορφα χρόνια. Ζεστά. Συλλογίστηκα.
Κατρακύλησε κι άλλο το τρεχούμενο ρυάκι, πολλά αλλάξανε, δουλειές για την ανοικοδόμηση πολλές, η οικονομία έσαξε, άρχισε να γκρεμίζεται κι η γειτονιά.
Νάσου και δουλειά σπάνια μου προτάθηκε από το Υπουργείο, ραδιοφωνικές εκπομπές να κάνω, θυμάσαι, μαζί με τον θεατράνθρωπο Αλέκο Γαλανό, βρέθηκα στο κλεινόν άστυ με γυναίκα και παιδιά. Στο Παγκράτι, με προσιτό ενοίκιο. Η γειτονιά, μεγάλη μα, κρύα. Κι οι ευκαιρίες για λεφτά, πολλές.
Ψαχνόμουνα να πιάσω φιλίες με τους γειτόνους, δύσκολο πράμα. Σκυθρωποί και αερομίλητοι. Χωρίς συναίσθημα ή ίχνος αγάπης. Τι; Αγάπης είπα; Ενδιαφέροντος ήθελα να πω. Ο καθένας την πάρτη του. Ανταμώναμε στο ασανσέρ, «σε ποιο όροφο, παρακαλώ;» ή «ωραίος καιρός σήμερα.» «Τι ωραίος κύριε; Δεν βλέπετε; Ήλιος με τα δόντια.» «έχετε δίκιο», απαντούσα άβουλα κι ανυπομονούσα να σταματήσει το ρημάδι, αχ γιατί αργεί να ανέβει τρεις ορόφους; Εκεί έμενα.
Μια μέρα βγήκα στη βεράντα, δίπλα, κολλητά, η βεράντα του γείτονα. Βγήκε η γυναίκα του να απλώσει κάτι, ενθουσιάστηκα, «καλημέρα σας….». Σκυθρωπή αυτή, έδειξε ενοχλημένη που την… έβρισα!
Έβγαινε η γυναίκα μου, καλημέρα, γιοκ.
Και το ρυάκι το τρεχούμενο με έφερε από την απελπισία ετούτη στην λεβεντογέννα Κρήτη, Ηράκλειο. Πολύς κόσμος κι εδώ, πολύ μοναξιά κι ο μεγάλος θίασος με προσωπίδες και ψεύτικες χαιρετούρες επί σκηνής.
Ωσπου βρεθήκαμε Σφηνάρι. Μίκρανε η γειτονιά, μεγάλωσε το νοιάξιμο κι ίσως αγάπη με όλους.
Ξέρουμε πόσα δόντια έχει ο γείτονας, ποιος αρρώστησε, ποιος κουρεύτηκε, ποιος έσφαξε το ρίφι και ποια παρέα θα το καταβροχθίσει. Μόνο που δεν είμαι σίγουρος πόση αγάπη υπάρχει.
Έβλεπα γάργαρο το ρυάκι να τρέχει, συλλογιόμουνα, τα χρόνια να διαβαίνουν, «μέχρι να μπορούμε» ψιθύρισα κι ένα σύννεφο μελαγχολίας με σκίασε, στη θύμηση της αβεβαιότητας που βιώνουνε γνωστοί μου, κι ίσως όλοι μας, μέχρι…
….Μέχρι, …μέχρι που, φουριόζα και τούτο το απόβραδο, ξετρελαμένη πάλι η Πηνελόπη, έδωσε σήμα.
-Μπες ιντερνέτ… 3ο Νηπιαγωγείο η γειτονιά της αγάπης… και Αννουσάκειο. Δες, το βίντεο. Στο YouTube…
-Τι έπαθες πάλι, προσπάθησα να την πειράξω, αυτή βιαζότανε.
-Παραγωγή 3ο Νηπιαγωγείο Κισάμου, με τη Λένα σκηνοθέτη. Δες το, είναι υπέροχο. Κάνε κι ένα like άμα σου αρέσει… έλεγε κι άλλα ενθουσιώδικα, μα δεν μου ήτανε μπορετό να την ακούσω. Σφεντόνα γίνηκα, στο γραφείο μου βρέθηκα κι άνοιξα τον υπολογιστή.
Πάνε, χαθήκανε τα σύννεφα, λαμπερός ήλιος φεγγοβόλησε, ζεστάθηκε ολάκερη η κάμερα, αχνοβόλησε, και μια πνοή αισιοδοξίας κι ασφάλειας απλώθηκε ολόγυρα.
Μια συμπαθέστατη γιαγιά, που θα διέπρεπε σαν θεατρίνα, ζει μόνη της χωρίς να είναι αυτή η επιλογή της, γιατί μας θυμίζει η παιδική χαριτωμένη φωνούλα της αφηγήτριας, πως… πολλοί άνθρωποι στη ζωή αυτή πορεύονται μονάχοι. Άλλοι το επέλεξαν κι άλλοι όχι.
Και να την, η γιαγιά, περνάει από το Νηπιαγωγείο. Πιάνει την καγκελόπορτα και βλέπει μέσα αναπολώντας τα χρόνια που είχε φορτωμένα στην πλάτη της, μέχρι που απρόσμενα, ένα χεράκι τρυφερό, ένα γλυκό προσωπάκι που σου φέρνουνε δάκρια ελπίδας και συγκίνησης στα μάτια, ακουμπάει της γιαγιάς το χέρι. Κι άλλο παιδάκι έρχεται. Κι άλλο, κι άλλο, κι η νηπιαγωγός.
Ανοιξε την πόρτα, μπήκε η γιαγιά στον παιδόκοσμο ανακατωμένη, συγκινημένη, βρέθηκε στην αίθουσα με τα νήπια τριγύρω που ακούγανε με λαχτάρα τα όσα τους έλεγε. Φεύγοντας, μάζεψε αγάπη και χαρούμενα χεράκια να την αποχαιρετούν.
Ομως, δεν την ξεχάσανε τα παιδάκια κι ο πολύ φυσικός ταχυδρόμος, της πήγε πρόσκληση για τη γιορτή που ετοιμάζανε στο Νηπιαγωγείο.
Έφτιαξε το μαλλί, η αιώνια γυναίκα, και βρέθηκε πάλι στην αίθουσα του Νηπιαγωγείου με ένα σμάρι γλυκύτατο σαν το μέλι που συλλέγει η μέλισσα απ’ τα λουλούδια, παιδάκια και μπαλόνια στα χεράκια να την καλωσορίζουν ενθουσιασμένα, να την παίρνει πάλι το κοριτσάκι κι η γιαγιά να κάθεται κοντά στα παιδάκια, δίπλα στους παππούδες και γιαγιάδες, φιλοξενούμενοι όλοι του Αννουσάκειου Ιδρύματος, που ήτανε στην παιδική ετούτη γιορτή.
Συγκινητικά πλάνα κι εικόνες ζωντανές ακολούθησαν μέχρι που την οδήγησαν στο χώρο του Αννουσάκειου, εκεί δίπλα στο 3ο Νηπιαγωγείο που είχε τη γιορτή, για να την υποδεχτεί ο διευθυντής παπά Αντώνης δίνοντάς της μια πνοή σιγουριάς και δραπετεύσεως απ’ την αφόρητη μοναξιά. Η αρχή του ευχάριστου τέλους, είχε γίνει.
Θα μπορούσε επί τέλους να ξεφύγει από την μοναξιά της που δεν την είχε επιλέξει… Γιατί καμιά φορά, μας λέει η λιλιπούτεια αφηγήτρια, ότι… τα πράγματα καμιά φορά αλλάζουν εκεί που δεν το περιμένεις.
Και χορεύει η Πηνελόπη με το νήπιο ενώνοντας τις δυνάμεις της αγάπης Αννουσάκειο και 3ο Νηπιαγωγείο Κισάμου, σχηματίζοντας μια μεγάλη καρδιά.
Κι εδώ, συγκίνηση κι ελπίδα σε καταλαμβάνει βλέποντας γερόντους και νήπια, όλοι σαν παιδιά να χορεύουν χεροπιασμένοι, γελαστοί κι αισιόδοξοι.
Κι ο σπόρος φύτρωσε. Η γιαγιά αποφάσισε να απαρνηθεί τη μοναξιά, «μόνος ούτε στην Παράδεισο», λένε, να ετοιμάσει το βαλιτσάκι της, να κάνει το σταυρό της, να βάλει στο βαλιτσάκι της ρούχα λιγοστά, μνήμες και βάσανα και να βρεθεί τούτη τη φορά στο Αννουσάκειο Θεραπευτήριο με φίλες και συντροφιά υπέροχη, θαλπωρή και αισιοδοξία για το τελευταίο κομμάτι της ζωής της.
Η μάνα μου έλεγε, στερνά καλά, όλα καλά
Κι η μικρή αφηγήτρια μας χαλαρώνει…
Εδώ η μοναξιά δεν έχει καμιά θέση… Η γειτονιά μας είναι μικρή, μα τους χωράει όλους. Και τους μικρούς και τους μεγάλους. Και προ παντός αυτούς που το έχουν ανάγκη.
Δεν μου μένει φίλοι μου, παρά να συγχαρώ τα νεαρά βλαστάρια μας που τόσο όμορφα παίξανε το ρολάκο τους, την καλή θεατρίνα γιαγιά, τους υπόλοιπους που πήραν μέρος στην ταινία κι όλους τους συντελεστές.
Και φυσικά, τη Λένα Βερυκάκη που έγραψε το λακωνικό μα περιεκτικό κείμενο κι έκανε την θαυμάσια σκηνοθεσία, σε τούτη την ταινία μικρού μήκους παραγωγής 3ου Νηπιαγωγείου Κισάμου, και να ευχηθώ καλοτάξιδη να είναι.

2 Comments

  1. Από τα ωραιότερα και περιεκτικότερα πονήματα [διήγημα] “Η γειτονιά της αγάπης” του αγαπητού Γιώργου Καμβυσέλλη. Ωστόσο, μήπως, είναι η πρώτη φορά που μας ξαφνιάζει ευχάριστα με τον υπέροχο λυρισμό το απλού, λιτού και πανέμορφου λόγου του; Είναι φορές, που αδυνατούμε να εκφράσουμε τα συναισθήματά μας, γιατί, φαίνεται, αυτά “σκεπάζονται” από την αληθινή ή αυτοθυσιαστική αγάπη. Από καρδίας την εκτίμηση και φιλική αγάπη μας στον εκλεκτό συνεργάτη των “Χ.Ν.”, με τις καλύτερες ευχές για υγεία και δημιουργική διάθεση. Γιώργος Καραγεωργίου, συντ/χος νομικός, κοινωνιολόγος ΧΑΙΑ.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες