Παρασκευή, 21 Ιανουαρίου, 2022

H μετανάστευση των πτηνών

«Οι Τρώες με φωνή κι αχό σαν όρνια ροβολούσαν, όπως στον ουρανό αψηλά οι γερανοί φωνάζουν, π’ αφού σωθούνε από βαριά βροχή κι ανεμοζάλη κοπάδι στ’ Ωκιανού πετάν με λαλητά στο ρέμα φέρνοντας φόνους κι όλεθρο μακριά στους Σπιθαμένιους (Πυγμαίους)…» (γ’ ραψωδία της Ιλιάδος, μετάφραση Αλεξ. Πάλλη).

Σεπτέμβριος μήνας και στον ουρανό των Χανίων φτερουγίζουν ποικίλα πτηνά ερχόμενα από την Ευρώπη κατευθυνόμενα προς την Αφρική.
Πολύ πριν από την ανάπτυξη της Ορνιθολογίας ως Φυσικής Επιστήμης, η εξαφάνιση ορισμένων πτηνών σε καθορισμένο πάντα χρόνο είχε προκαλέσει ποικίλα σχόλια, μολονότι είχε αναγνωριστεί ότι μερικά είδη πτηνών εκτελούσαν τακτικά εποχιακά ταξίδια. Η πιο παραδοσιακή πάντως άποψη ήταν ότι πολλά πτηνά πήγαιναν απλώς κάπου αλλού να κοιμηθούν πριν από την παγωνιά και θάβονταν στη λάσπη ή κρύβονταν στις κουφάλες των δένδρων, ενώ έχαναν στο μεταξύ τα φτερά τους, τα οποία ξαναμεγάλωναν την άνοιξη! Οι λαθεμένες αυτές θεωρίες συνεχίζονταν ως την Αναγέννηση, παρά το γεγονός ότι πολλοί συγγραφείς βιβλίων γύρω από τη ζωή των πτηνών παρουσίαζαν αποδείξεις ότι τα πτηνά μεταναστεύουν και δεν πέφτουν σε νάρκη.
Ο πρώτος που παρουσίασε κατά τον 16ο αιώνα αδιάψευστα γεγονότα ενισχυτικά της θεωρίας της μεταναστεύσεως, ήταν ο Γάλλος ορνιθολόγος Pierre Belon, ο οποίος στα ταξίδια του στην Ανατολική Μεσόγειο και στην Ιωνία παρακολούθησε σμήνη πελαργών και ορτυκιών, που πήγαιναν εκεί να περάσουν προς τον Νότο και αναχωρούσαν προς τη Δύση για να πολλαπλασιασθούν το καλοκαίρι.
Τι είναι όμως εκείνο που προκαλεί και διεγείρει τη μεταναστευτική τάση των πουλιών; Μερικοί ορνιθολόγοι πιστεύουν ότι η μετανάστευση των πτηνών χρονολογείται από την Τριτογενή περίοδο, τότε που, ενώ το κλίμα ήταν πιο ζεστό από σήμερα, υπήρχαν εναλλασσόμενοι κύκλοι θερμότητος και ψύχους και ορισμένα πτηνά κατάφερναν ήδη να πετούν μ’ επιτυχία.
Οι περισσότεροι συγγραφείς πάντως υποστηρίζουν ότι το φαινόμενο έχει την αρχή του στους παγετώνες της Τεταρτογενούς περιόδου, τότε που έντονη αλλαγή του κλίματος θα είχε οπωσδήποτε  σημειώσει άμεσο και βαθύ αντίκτυπο στον πληθυσμό των πτηνών.
Εν τούτοις, είναι βέβαιο ότι η αργή πορεία των πάγων δεν προκάλεσε μαζικές πτήσεις πτηνών προς τα μετριότερα από άποψη κλίματος γεωγραφικά πλάτη και ότι το γενικό ένστικτο της μεταναστεύσεως ήταν τότε ανύπαρκτο, γι’ αυτό και τα περισσότερα πτηνά δεν έκαναν καμία προσπάθεια διαφυγής, αλλά έμειναν να πεθάνουν από το ψύχος και την πείνα.
Οσα επιβίωσαν, κατάφεραν κατά τη διάρκεια των περιπλανήσεών τους να φτάσουν σε πιο φιλόξενα κλίματα, όπου και εγκαταστάθηκαν μαζί με τους τοπικούς κατοίκους, πολύ δε αργότερα, όταν το στρώμα του πάγου αποσύρθηκε σιγά – σιγά, ξαναγύρισαν στους αρχικούς τόπους διαμονής τους ως τον επόμενο χειμώνα.
Αλλά μερικά είδη του Νότου συνόδευσαν τους μετανάστες και βρήκαν τις συνθήκες στις τεράστιες βορινές εκτάσεις πιο κατάλληλες για την αναπαραγωγή τους.
Προωθήθηκαν, λοιπόν, προς τα βόρεια και άπλωσαν τη γεωγραφική κατανομή τους. Η διαδικασία αυτή ήταν πιο εύκολη και γινόταν σ’ ευρύτερη κλίμακα στη Βόρειο Αμερική παρά στην Ευρώπη όπου η Σαχάρα και η Μεσόγειος αποτελούσαν φυσικούς φραγμούς στις ελεύθερες μετακινήσεις. Παρά ταύτα βρέθηκαν κι εδώ ορισμένα τροπικά είδη πτηνών, όπως την μπλάβη (κορακίας), τον μελισσοφάγο, το ορτύκι, τη φοινικούλα, τον κούκο, το πετροχελίδονο, το μεταναστευτικό γεράκι κ.ά. που ξεπέρασαν τα φυσικά αυτά εμπόδια κι έγιναν μόνιμοι επισκέπτες της Νοτίου και Κεντρικής Ευρώπης. Η μόνη τάξη πτηνών που δεν περιλαμβάνει καθόλου μεταναστευτικά είδη είναι των δρομέων που δεν πετούν, ενώ και οι πιγκουίνοι ακόμη του Νότιου ημισφαιρίου (το βόρειο δεν έχει) διανύουν κολυμπώντας ή περπατώντας σημαντικές αποστάσεις στην Ανταρκτική για να φύγουν από τις φωλιές τους ή να ξαναγυρίσουν σ’ αυτές.
Οι αρκτικές στέρνες είναι ίσως τα πιο εντυπωσιακά μεταναστευτικά πτηνά. Τα ετήσια ταξίδια τους ανάμεσα στις Αρκτικές περιοχές της Ασίας και της Αμερικής, όπου πολλαπλασιάζονται και στα νοτιότερα μέρη του Ατλαντικού και του Ειρηνικού, όπου περνούν τον χειμώνα τους, τις αναγκάζουν να διανύουν συνολική απόσταση γύρω στα 35.000 km (σε κυκλική μετανάστευση)! Τα περισσότερα μεταναστευτικά πτηνά κατά τα ταξίδια τους πετούν σε ύψος 900 – 1.500 μέτρων περίπου με σημαντικές βέβαια διαφορές, ανάλογα με τις κλιματικές συνθήκες και τη διεύθυνση ειδικότερα του ανέμου.
Εξαίρεση αποτελούν οι αγριόχηνες, οι οποίες έχουν παρατηρηθεί να πετούν πάνω από τα Ιμαλάια σε ύψος μεγαλύτερο από 9.000 μέτρα!
Η ταχύτητα της πτήσεως των μεταναστευτικών γενικά πτηνών έχει μετρηθεί με διάφορους τρόπους, το γενικό δε συμπέρασμα είναι ότι κατά τις μεταναστεύσεις δεν πετούν τόσο γρήγορα, όσο πετούν, όταν ψάχνουν για τροφή.
Οι πάπιες πάντως πετούν με ωριαία ταχύτητα 70 – 100 km και το ρεκόρ ανήκει στον χρυσό χαραδριό, ο οποίος με ευνοϊκό άνεμο φτάνει τα 200 km. Είναι φανερό ότι, αν τα πτηνά αυτά μπορούσαν να διατηρήσουν την ίδια ταχύτητα σ’ ολόκληρη τη διαδρομή, σε λίγο χρόνο θα κάλυπταν την απόσταση ανάμεσα στην περιοχή, όπου πολλαπλασιάζονται και στον τόπο της χειμερινής διαμονής τους.
Αν εξαιρέσουμε όμως εκείνα που υποχρεώνονται να πετούν χωρίς διακοπή -πάνω π.χ. από ωκεανούς- τα περισσότερα πραγματοποιούν το ταξίδι με την ησυχία τους και δεν παραβιάζουν τα όρια της φυσικής αντοχής τους.
Πολλά από τα μεταναστευτικά είδη της Βόρειας Αμερικής διασχίζουν τα 800 km του κόλπου του Μεξικού για να περνούν τον χειμώνα στα νοτιότερα μέρη της ηπείρου, αυτό όμως για τα μικρά κολύβρια αποτελεί καταπληκτικό κατόρθωμα αντοχής. Τα περί μεταφοράς μικρών πτηνών στις πλάτες των γερανών είναι μύθοι και μόνον της φαντασίας του λαού μας. Τα μεταναστευτικά πάλι πτηνά της Νέας Ζηλανδίας πετούν 1.000 – 1.500 km για να πατήσουν σε στεριά. Αλλά και πάλι το ρεκόρ της πτήσεως στη μεγαλύτερη απόσταση χωρίς διακοπή το κατέχει ο χρυσός χαραδριός, ο οποίος πετά συνέχεια 3.000 km από την Αλάσκα ως τη Χαβάη.
Κατά τους υπολογισμούς του ορνιθολόγου Erwin Stressmann, το πτηνό αυτό πετά 35 ώρες χωρίς διακοπή και ανάπαυση με ωριαία ταχύτητα 90 km.
Τα πτηνά που ταξιδεύουν πάνω από τη στεριά, όπως αυτά που γεννούν στην Ευρώπη και περνούν τον χειμώνα τους στην Αφρική πετούν σε πολύ βραδύ ρυθμό. Οι πελαργοί π.χ. ενώ εγκαταλείπουν τους πύργους και τα κωδωνοστάσια της Ευρώπης στα μέσα του Αυγούστου, δεν φτάνουν στον προορισμό τους πριν από τον Νοέμβρη. Το ίδιο διάστημα χρειάζονται και τα χελιδόνια, μολονότι μπορούν να τρέφονται στον αέρα καθώς πετούν. Οι κορακίες επίσης δεν πετούν περισσότερο από 60 – 70 km την ημέρα και θέλουν αρκετούς μήνες να τελειώσουν το ταξίδι τους.
Κάτω από την επίδραση των ενδοκρινών αδένων, το φθινόπωρο, τα χελιδόνια π.χ. αλλά και άλλα πτηνά, έλκονται από τους συντρόφους τους και κάθονται μαζί πάνω στα τηλεφωνικά σύρματα ή μαζεύονται σ’ ορισμένα μέρη και ξαφνικά ολόκληρα σμήνη ξεκινούν για το πρώτο στάδιο του ταξιδιού προς τα νότια. Εν τούτοις, μολονότι το μεταναστευτικό ένστικτο φαίνεται να εξαρτάται από τους ενδοκρινείς αδένες των πτηνών, δεν μπορεί αυτό και μόνο να αποτελεί τη μοναδική αφορμή του φαινομένου. Πρέπει να υπάρχει κάποιος συνδυασμός μεταξύ του ετήσιου κύκλου των πτηνών και ορισμένων παραγόντων του περιβάλλοντος. Πώς όμως ο φυλλοσκόπος (το κοινό πιπιόνι) που ταξιδεύει μόνος τη νύχτα βρίσκει τον δρόμο του μέσα στο σκοτάδι;
Και πώς άλλα πτηνά που γεννιούνται στην Ευρώπη, όταν φτάσουν στην Αφρική, γνωρίζουν ότι βρίσκονται στον προορισμό τους και σταματούν;
Οι φυσιοδίφες σήμερα δεν έχουν την παραμικρή αμφιβολία στο ότι τα άστρα (και ο ήλιος) αποτελούν τους φωτεινούς φάρους που κατευθύνουν στο ταξίδι τους πολλά μεταναστευτικά πτηνά. Αν συγκρίναμε τις μεθόδους που χρησιμοποιεί ο άνθρωπος να προσανατολιστεί σε ξένο περιβάλλον, θα λέγαμε πως -μαζί μ’ ένα πολύπλοκο σύστημα υψομέτρων, ταχυμέτρων και οργάνων ελέγχου των ατμοσφαιρικών διαταραχών- ο εγκέφαλος πολλών ειδών πτηνών περιέχει έναν πλήρη ουράνιο χάρτη που τους επιτρέπει να βρίσκουν τη θέση τους με την ίδια ακρίβεια, με την οποία οι πλοίαρχοι προσδιορίζουν τη θέση του πλοίου τους με τη βοήθεια του εξάντα. Ο πρώτος επιστήμων που παρουσίασε αποδείξεις για τη θεωρία της “ουράνιας ναυσιπλοΐας” ήταν ο Eustar Kramer. Επίσης ο δρ Sauer οδήγησε αιχμάλωτα πτηνά στο πλανητάριο του Ναυτικού Κολεγίου της Βρέμης σε φανταστικό μεταναστευτικό ταξίδι: προέβαλε διαδοχικά ουράνιους χάρτες πολλών περιοχών της Ευρώπης κι έδινε στα πτηνά την εντύπωση ότι διασχίζουν τη Γερμανία, την Τσεχία, την Ουγγαρία, τη Ρουμανία και τη  Μικρά Ασία.
Οταν παρουσιάστηκε ξαφνικά ο νυχτερινός ουρανός της Κύπρου πάνω από το κλουβί, τα πτηνά άλλαξαν απότομα διεύθυνση και στράφηκαν προς την κοιλάδα του Νείλου, προς τη διαδρομή δηλαδή που διάλεγαν κανονικά για να διασχίσουν την έρημο!

*μέλος Ορνιθολογικής Εταιρείας Ελλάδας

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα