Σάββατο, 16 Οκτωβρίου, 2021

H κοινωνία

Τὸ ταξίδι τῆς λέξης “κοινωνία” στὸ χρόνο ξεκίνησε ἀπὸ τὴν προκλασικὴ ἐποχὴ (δὲν ὑπάρχει στὴν ἐπικὴ ποίηση) μὲ τὶς σημασίες ἕνωση, μέθεξη, συμμετοχή, ἐπιμιξία, συνεισφορά, συναναστροφή, συνουσία.

Mὲ ὁρισμένες ἀπὸ αὐτὲς τὴ συναντᾶμε καὶ σήμερα, τὴ συναντᾶμε καὶ σὲ λεκτικὰ σύνολα ὅπως “γάμου κοινωνία”, “καλὴ / ὑψηλὴ κοινωνία”, “Ἁγία / Θεία Κοινωνία”. Καὶ γιὰ δήλωση τῶν ἀνθρώπων μιᾶς περιοχῆς χρησιμοποιεῖται (“ἑλληνικὴ / χανιώτικη κοινωνία”) ἢ συνόλου ζώων (“κοινωνία τῶν μελισσῶν”), ἐνῶ στὰ σκοτεινὰ τῆς Ἱστορίας ἀναπαύεται ἡ “Κοινωνία τῶν Ἐθνῶν”.

Σὲ κείμενα τῆς ἀρχαιότητας συναντᾶμε ἀξιοθαύμαστες χρήσεις της ἀλλὰ καὶ ἀποχρώσεις σημασιολογικές. Ὅλες παραπέμπουν (ἢ θεμελιώνονται) στὴ συνύπαρξη τῶν ἀνθρώπων, ἔκφραση τῆς ὁποίας ἦταν ἡ σύσταση τῆς “πόλεως”: «τῶν φύσει ἡ πόλις ἐστί, καὶ ὁ ἄνθρωπος φύσει πολιτικὸν ζῷον», ἔγραφε ὁ Ἀριστοτέλης ἐπισημαίνοντας ὅτι εἶναι καὶ «οἰκονομικὸν καὶ κοινωνικόν». Γιὰ νὰ συμπληρώσει ὁ Πλάτων μὲ τὴν ἐπισήμανση ὅτι ἡ συμμετοχὴ ὅλων στὰ εὐχάριστα καὶ στὰ δυσάρεστα δένει τοὺς ἀνθρώπους. Μὲ τὴ συμμετοχὴ τοῦ ἀτόμου (τοῦ “πολίτου”) στὴν πόλιν ἐπιτυγχάνεται ἡ “κοινωνία”, μὲ τὴν ὁποία ἐπιδιώκεται ἡ κατάκτηση τοῦ «εὖ ζῆν»· ἀλλά, ὅταν αὐτὸ δὲν κατακτᾶται, «διαλύεται καὶ ἡ κοινωνία», ὅπως καὶ πάλι διδάσκει ὁ Ἀριστοτέλης.

Πολλὲς φορὲς στὶς μέρες μας γίνεται λόγος μὲ τρόπο ἀόριστο στὴν κοινωνία, πιὸ πολὺ γιὰ νὰ φορτώσουμε σὲ αὐτὴν ὅ,τι δὲν μᾶς ἀρέσει. Δὲν λείπουν οἱ κατάλληλοι χαρακτηρισμοὶ μὲ τοὺς ὁποίους ἐκφράζεται ἡ ἀνυποληψία ἢ καὶ λοιδορία (κακούργα, ἔνοχη, βρώμικη…). Ἀφορμὴ δίνουν γεγονότα καὶ καταστάσεις σχεδὸν πάντοτε ἀρνητικὰ καὶ ποὺ εἶναι δύσκολο νὰ ἀποδοθοῦν σὲ μεμονωμένα ἄτομα. Ἡ λύση εἶναι πολὺ εὔκολη: ”φταῖνε ὅλοι, φταίει ἡ κοινωνία!”.

Αὐτὸ ἔγινε καὶ πρὶν ἀπὸ λίγα χρόνια. Πολιτικός, παροπλισμένος πλέον καὶ σχεδὸν ἐσχατογέρων, γιὰ νὰ κοιμᾶται μὲ καθαρὴ τὴ συνείδησή του ἀλλὰ ὑπονομεύοντας τὴ σημασία τοῦ ὀνόματός του, ἀποφάνθηκε γιὰ τὴν κατάρρευση τῆς οἰκονομίας: «Μαζὶ τὰ φάγαμε». Μὲ τὸ ἐπίρρημα “μαζὶ” ἐννοοῦσε τοὺς ὁμοίους του, δηλαδὴ τοὺς πολιτικούς, καὶ τοὺς (ὑπόλοιπους) πολίτες – τὴν κοινωνία ὁλόκληρη.

Ἂν καὶ ἡ ἀπόφανση αὐτὴ προκάλεσε ἀντιδράσεις, θὰ ἔπρεπε νὰ εἶναι ἀναμενόμενη. Δὲν θὰ ἐπικαλεστῶ τὸν ἀρχαῖο λόγο κατὰ τὸν ὁποῖο «κακοῦ κόρακος κακὸν ᾠὸν» (σήμερα λέμε «ἀπὸ κόρακα κρὰ θὰ ἀκούσεις»). Ἀντίθετα, προτείνω νὰ δοῦμε αὐτὴν τὴν κραυγὴ ὡς ἐγερτήριο σάλπισμα ποὺ θὰ μᾶς ξυπνήσει ἀπὸ τὸν ἐπώδυνο ὕπνο μιᾶς ψεύτικης μακαριότητας. Διότι μίλησε μὲν ὁ κύριος ἐκεῖνος γιὰ τὰ “λεφτὰ” (ποὺ ὅλοι μαζὶ τὰ φάγαμε καὶ ὁδηγηθήκαμε στὴ χρεωκοπία), συγχρόνως ὅμως θόλωσε τόσο πολὺ τὸ μυαλό μας, τὸ ἤδη τρικυμισμένο, ποὺ ξεχάσαμε πὼς ἔχουμε χρέος καὶ εἶναι ἀνάγκη νὰ ρίχνουμε μιὰ ματιὰ μέσα μας καὶ στὸν καθρέφτη μας. Μήπως, λοιπόν, πρέπει γιὰ λίγο νὰ προσπεράσουμε τὸ βάναυσο ὕφος … καὶ νὰ δοῦμε ἂν καὶ σὲ τί φταίξαμε, ὥστε νὰ μᾶς πυροβολήσει χωρὶς κανέναν ἐνδοιασμό; Νὰ τὸ κάνουμε αὐτὸ προσπερνώντας καὶ τὸ ὅτι, σίγουρα, πολλοί, ἄκριτα καὶ ἀπερίσκεπτα, χάρηκαν γιὰ τὸν “πυροβολισμό”· διότι ποτὲ δὲν ἔλειψαν οἱ χαιρέκακοι καὶ οἱ φαρισαῖοι – ὅπως καὶ οἱ ψευδολόγοι καὶ οἱ ψευδοπλόκοι.

Οὐσιαστικά, τὸ θέμα αὐτὸ μᾶς φέρνει μπροστὰ στὸ ἐρώτημα ἂν γιὰ ὅσα συμβαίνουν – ὄχι μόνο τώρα ἀλλὰ σὲ κάθε ἐποχὴ – ὑπάρχει συλλογικὴ εὐθύνη· ἤ, στὸ πλαίσιο τῆς κοινωνίας, κοινωνικὴ εὐθύνη. Ἐξειδικεύοντας, θὰ ἀναρωτηθοῦμε ἂν τὸ κοινωνικὸ σύνολο ἔχει εὐθύνες γιὰ ἀποφάσεις ποὺ παίρνουν τὰ κατὰ τὸ νόμο ἁρμόδια ὄργανα τῆς Πολιτείας, ὅσοι δηλαδὴ ἀπὸ ὁποιαδήποτε θέση ἀσκοῦν κάποια μορφὴ ἐξουσίας.

Θὰ ἐπαναλάβω αὐτὸ ποὺ ἀνάμεσα σὲ ἄλλα ἔγραψα σὲ πρόσφατο ἄρθρο (Χ. Ν. 7.4.2021): «ἡ εὐθύνη, μὲ τὴ σημερινὴ ἔννοια τῆς λέξης, σχετίζεται τόσο μὲ τὴν Πολιτεία καὶ τὴν κοινωνία ὡς ὀργανωμένα σύνολα ὅσο καὶ μὲ τὸ κάθε ἄτομο χωριστά. Πρόκειται γιὰ δοχεῖα συγκοινωνοῦντα, δὲν νοεῖται ἑπομένως διαχωρισμὸς ποὺ ὁδηγεῖ στὴν ἄποψη ὅτι ἡ εὐθύνη γιὰ κάποιο θέμα κοινοῦ ἐνδιαφέροντος βαρύνει τὴ μία ἀπὸ τὶς δύο πλευρές. Προφανῶς, διαφοροποίηση ὑπάρχει στὸ ρόλο ποὺ ἔχει κάθε πλευρά, κατὰ συνέπεια καὶ στὴν ποιότητα καὶ στὸ βάρος τῆς εὐθύνης των: οἱ ἐνέργειες τῶν ὀργάνων τῆς Πολιτείας ἀφοροῦν τὸ σύνολο τῶν πολιτῶν, κάτι ποὺ δὲν ἰσχύει καὶ ἀντιστρόφως».

Συνήθως, καὶ κατὰ τὶς ἑκάστοτε περιστάσεις, κρυβόμαστε πίσω ἀπὸ τὸν (καὶ) συνταγματικὸ ὁρισμό, σύμφωνα μὲ τὸν ὁποῖο οἱ βουλευτὲς εἶναι ἀντιπρόσωποι τοῦ “λαοῦ”. Μὲ πόση προσοχὴ ὅμως – ποὺ συνδέεται καὶ μὲ τὸ ἐπίπεδο τῆς προσφερόμενης ἐνημέρωσης – ὁ πολίτης ἐπιλέγει τοὺς ἀντιπροσώπους του; Μὲ πόση συνέπεια ἀκολουθοῦν τὶς προεκλογικὲς ἐξαγγελίες τους οἱ ἐκλεγόμενοι βουλευτές; Πόσο ἕτοιμες εἶναι καὶ οἱ δύο πλευρὲς νὰ ἀποδεχθοῦν τοὺς κανόνες πάνω στοὺς ὁποίους στηρίζεται τὸ δημοκρατικὸ πολίτευμα;

Ἀπαντήσεις στὰ ἐρωτήματα αὐτά, καὶ σὲ ἄλλα παρόμοια, ἔχει δώσει ἀμέτρητες φορὲς ἡ ζωὴ – ὅλοι τὸ γνωρίζουμε. Πρόκειται γιὰ γεγονότα καὶ ἀπαντήσεις γιὰ τὰ ὁποῖα ἐδῶ καὶ πολλοὺς αἰῶνες ἔχει προσδιοριστεῖ ἡ βαθύτερη αἰτία: «Ἂν δὲν συμβεῖ ἢ οἱ φιλόσοφοι νὰ κυβερνήσουν τὶς πόλεις ἢ οἱ βασιλεῖς καὶ οἱ ὀνομαζόμενοι σήμερα κυβερνῆτες νὰ γίνουν ἀληθινοὶ καὶ μὲ ἐπάρκεια φιλόσοφοι, (…) δὲν θὰ σταματήσει τὸ κακὸ οὔτε στὶς πόλεις οὔτε στὸ ἀνθρώπινο γένος» (Πλάτωνος, Πολιτεία 473 c).

Αὐτὸ δὲν ἔχει τὴν ἔννοια ὅτι οἱ πολίτες ἀπαλλάσσονται ἀπὸ τὶς εὐθύνες τους, ἀφοῦ μὲ τὴ δική τους ψῆφο ἀναδεικνύονται καὶ ἀσκοῦν τὴν ἐξουσία οἱ “κυβερνῆτες”. Χωρὶς ἀμφιβολία ὅμως, ὁ Πλάτων στὸ πρόσωπο τῶν “κυβερνητῶν” δὲν ἔβλεπε κάποιους διαχειριστὲς τῶν δημοσίων ζητημάτων· ἔβλεπε (ἤθελε νὰ βλέπει…) παιδαγωγούς, οἱ ὁποῖοι μὲ τὴν ὅλη παρουσία τους θὰ ἔδειχναν στὸ “ἀνθρώπινο γένος” (στοὺς πολίτες) τί πρέπει νὰ κάνουν, ὥστε νὰ ἀνέβουν πιὸ ψηλά. Καὶ εἶναι γνωστὸ πὼς τὸ κατ’ ἐξοχὴν ἔργο του ὁ παιδαγωγὸς τὸ ἐπιτελεῖ μὲ τὸ παράδειγμά του.

Ἀντίθετα, ἐμεῖς πολὺ συχνὰ γινόμαστε μάρτυρες κάθε λογῆς ἀνομιῶν καὶ παρεκτροπῶν μὲ δράστες ἀνάξιους πολιτικούς. Τοὺς ὁποίους, σὰν νὰ πρόκειται γιὰ κακόγουστη φάρσα, ἐπιδοκιμάζουμε μὲ τὸ νὰ τοὺς ξαναψηφίζουμε. Ὅσοι ἀμφιβάλλουν δὲν ἔχουν παρὰ νὰ ἀνατρέξουν στὴ νεοελληνικὴ πολιτικὴ Ἱστορία, παλαιότερη ἀλλὰ καὶ πρόσφατη: θὰ βροῦν πολλοὺς οἱ ὁποῖοι, ἀφοῦ ἔσπειραν θύελλες καὶ ὄλεθρο, ἐπανεμφανίστηκαν σὰν σωτῆρες, καὶ ἔγιναν ἀποδεκτοί.

Ἀνεξάρτητα, πάντως, ἀπὸ τὸν ἰδεαλισμὸ τοῦ Πλάτωνος, μποροῦμε (καὶ πρέπει) νὰ ἔχουμε ὁδοδεῖκτες βγαλμένους ἀπὸ τὸ ἐργαστήριο τῆς ζωῆς. Κάθε χρονικὴ περίοδος, μικρὴ ἢ μεγάλη σὲ ἔκταση, ἀφ’ ἑνὸς ἔχει καὶ τὰ δικά της γνωρίσματα – παράγοντες οἱ ὁποῖοι ἐπιφέρουν ἀποτελέσματα, θετικὰ ἢ ἀρνητικά· ἀφ’ ἑτέρου ἔχει τυπικὴ καὶ οὐσιαστικὴ συνάφεια μὲ ὅσα προηγήθηκαν, συγχρόνως δὲ ἐπιδρᾶ σὲ ὅσα θὰ ἀκολουθήσουν. Γιὰ νὰ μιλήσουμε πιὸ συγκεκριμένα, θὰ ποῦμε ὅτι σπονδυλικὴ στήλη τῆς ζωῆς εἶναι ἡ διαδοχὴ τῶν γενεῶν μέσα σὲ πνεῦμα σεβασμοῦ, ἀλληλεγγύης, ἀλτρουϊσμοῦ.

Ὅπως διηγεῖται ὁ Πλούταρχος (Λυκοῦργος, 21), στὴ Σπάρτη κατὰ τὴ διάρκεια ἑορτῆς τρεῖς “χοροὶ” (γερόντων, ἀνδρῶν, παίδων) ἔψαλλαν ἄσματα μὲ τὰ ὁποῖα τὸ φρόνημα ὅλων τῶν γενεῶν γινόταν πιὸ ρωμαλέο. Ἡ ἅμιλλα ποὺ ὑπῆρχε ἀνάμεσά τους δὲν ἀποσκοποῦσε στὸ νὰ φανεῖ ποιοί ἦταν οἱ καλύτεροι, ἀλλὰ στὸ νὰ σφυρηλατηθεῖ ἡ ἑνότητα ἡ ἀπαραίτητη γιὰ τὴν κοινὴ εὐημερία. Ἦταν ὅλοι κοινωνοὶ τῶν ἴδιων ἀξιῶν γιὰ τὸ καλὸ τῆς πατρίδας.

Οἱ ἐποχὲς ἀλλάζουν, ἀνατροπὲς διαδέχονται ἡ μία τὴν ἄλλη, ὁ ἥλιος ὅμως ἀκολουθεῖ τὸν ἴδιο δρόμο. Καὶ ὁ ἄνθρωπος κάπως ἔτσι εἶναι: τὸν τρὸπο ζωῆς του τὸν ἀναπροσαρμόζει συχνά, καινούργιο ὄχημα προμηθεύεται γιὰ τὶς διαδρομές του, ἡ φύση του ὅμως παραμένει ἀναλλοίωτη. Δὲν εἶναι πλασμένος γιὰ νὰ ζεῖ μόνος του, μακριὰ ἀπὸ τοὺς ἄλλους. Ὅλοι ἔχουμε τὴν ἀνάγκη νὰ βρίσκεται δίπλα μας κάποιος· γιὰ νὰ μοιροστοῦμε τὴ χαρά, γιὰ νὰ δώσουμε καὶ νὰ πάρουμε χέρι βοήθειας στὶς δύσκολες ὧρες.

Αὐτὴν τὴν ἀλήθεια τὴν ξεχνᾶμε σὲ στιγμὲς εἴτε πραγματικῆς εἴτε εἰκονικῆς εὐμάρειας – σὰν τὸν ἄφρονα πλούσιο τῆς γνωστῆς παραβολῆς. Δὲν ἔχουμε διδαχτεῖ ὅτι ὁ νοῦς εἶναι ἡ κορυφαία δύναμη ποὺ ὑπάρχει – δύναμη ποὺ μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει καὶ σὲ κοινὴ καταστροφὴ καὶ σὲ κοινὴ ἀνάταση. Κλεισμένοι ἐδῶ καὶ πολλὰ χρόνια στὸν αὐτάρεσκο ἑαυτό μας, ἀποκομμένοι ἀπὸ τὶς πηγὲς ποὺ ἔδιναν ζωὴ καὶ δύναμη στοὺς πατέρες μας, ὀρφανοὶ ἀπὸ ἡγήτορες (“κυβερνῆτες”) μὲ ὅραμα, ἀφήσαμε τὸ μεγάλο ἀγαθὸ ποὺ λέγεται Κοινωνία νὰ πέσει σὲ μαρασμό.

Ἂν σὲ στιγμὲς ἀναλαμπῆς καταλαβαίνουμε τί συμβαίνει, εἶναι, δυστυχῶς, γιὰ νὰ ἐπιβεβαιώνουμε τὸ λόγο τοῦ Ποιητῆ: «Εἶν’ ἡ προσπάθειές μας, τῶν συφοριασμένων (…) / Κομμάτι κατορθώνουμε· κομμάτι / παίρνουμ’ ἐπάνω μας κι ἀρχίζουμε / νἄχουμε θάρρος καὶ καλὲς ἐλπίδες. / Μὰ πάντα κάτι βγαίνει καὶ μᾶς σταματᾶ…».

 

2 Comments

  1. Αγαπητέ κύριε Λουπάση παρότι προσπάθησα δεν κατάφερα να αφομοιώσω πλήρως το παραπάνω κείμενο σας. Επιτρέψτε μου ωστόσο να πω ότι βλέπω τον προβληματισμό σας σε σχέση με τα τρέχοντα ζητήματα της χώρας μας, όπως τα ελληνοτουρκικά, ανεργία των νέων, κλιματική αλλαγή,πανδημία κλπ. Επίσης αναρωτιέμαι γιατί σε ένα συστηματικό προβληματισμό επί όλων αυτών δεν συμμετέχουν σκεπτόμενοι συμπολίτες μας;
    Στην ερώτηση σας γιατί οι πολιτικοί άλλα λένε προεκλογικά και άλλα κάνουν, νομίζω ότι σε κάποιο βαθμό αυτό συμβαίνει γιατί τα δεδομένα αλλάζουν και η απόλυτη συνέπεια δεν μπορεί να είναι εφικτή!

  2. Κύριε Πατσουράκη, σας ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και για τη συμβολή σας σε προβληματισμούς επί θεμάτων που αφορούν όλους μας.
    Άξονας του κειμένου μου ήταν η διαπίστωση της αντινομίας ανάμεσα στην έννοια της λέξης κοινωνία (που παραπέμπει στη συμμετοχή) και στην υπονόμευση αυτής της έννοιας εξαιτίας της συμπεριφοράς μας. Φυσικό και αναμενόμενο επακόλουθο είναι ο προβληματισμός για επιμέρους ζητήματα – όπως αυτά που μνημονεύσατε.
    Ως προς την αναντιστοιχία λόγων και έργων που χαρακτηρίζει (τους) πολιτικούς, μπορεί πράγματι να συμβαίνει αυτό που γράψατε, προσωπικά όμως θα το δεχόμουνα υπό την προϋπόθεση ότι θα μας μιλούσαν με ειλικρίνεια, χωρίς μισόλογα, χωρίς να επιχειρούν να φορτώνουν αστοχίες και λάθη σε άλλους. Και, πάντως, τον πολιτικό, πλην άλλων, πρέπει να κοσμεί διορατικότητα – προς όφελος πάντοτε των πολιτών.
    Με εκτίμηση

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες