Κυριακή, 25 Φεβρουαρίου, 2024

Ο κονταρομάχος των φτωχών, ποιητής Κώστας Βάρναλης

Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, εκπαιδευτικού Δ.Ε.

ΜΩΜΟΣ: Δεν μπορούνε να σωθούν οι ψυχές από τίποτα, όσο παραμένει όξω τους η αιτία του Κακού.
ΠΡΟΜΗΘΕΑΣ: Ποια;
ΜΩΜΟΣ: Η Ανισότητα 1.

Δεύτερη περίοδος της ποιητικής του δημιουργίας:
Ποιητής – Οδηγητής του λαού
Την ίδια χρονιά που ο Βάρναλης δημοσίευσε τον Προσκυνητή, πήγε στο Παρίσι με υποτροφία. Εκεί παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας, φιλολογίας, κοινωνιολογίας και αισθητικής. Τότε προσχώρησε στον μαρξισμό και αναθεώρησε τις προηγούμενες απόψεις του για την ποίηση, τόσο σε θεωρητικό, όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Είχαν μεσολαβήσει οι Βαλκανικοί Πόλεμοι, το μακελειό του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου αλλά και η Οχτωβριανή Επανάσταση.
Γράφει ο Αυγέρης2: ´Η μεταβολή ήταν απότομη, αληθινή μεταστροφή. Στη συνείδηση του Ποιητή άλλαξε ολότελα η αντίληψη του κόσμου. Από την αισθητική αρχαϊκή και διακοσμητική λογοτεχνία προσγειώνεται ξαφνικά στη σημερινή δραματική πραγματικότητα, αφήνει τους πολυσύχναστους παλιούς δρόμους, αλλάζει πορεία κι ακολουθεί αποφασιστικά τη νέα ανθρωπότητα, που έρχεται ν’ αναγεννήσει τον τόπο´.
Το καλοκαίρι του 1921 ολοκληρώνει στην Αίγινα Το Φως που καίει, την περίοδο δηλαδή που η Ελλάδα βιώνει τη Μικρασιατική εκστρατεία που σε λίγο θα εξελιχθεί σε καταστροφή.
Ο ίδιος ο Βάρναλης γράφει 3: ´Το “Φως που καίει” το έγραψα στην Αίγινα το καλοκαίρι του 1921. Ομως το διάγραμμα του έργου, την κατανομή του σε τρία μέρη, τα πρόσωπα του διαλόγου και των διαφόρων λυρικών κομματιών τα είχα συλλάβει όταν ακόμη ήμουνα στο Παρίσι. Εκεί μάλιστα έγραψα και τις πρώτες στροφές από το “Τραγούδι των Ωκεανίδων”… Το έργο μου αυτό τυπώθηκε στην Αλεξάνδρεια από το Στέφανο Πάργα (έκδοση ´Γραμμάτων´) με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας στην αρχή του 1923. Ητανε για την Ελλάδα η πρώτη επαναστατική κραυγή ενάντια στο τεράστιο έγκλημα του παγκόσμιου μακελειού´4.
Η καλλιτεχνική πραγμάτευση αξιοποιεί μυθικά και ιστορικά πρόσωπα με ισχυρά φορτία σημασίας στο πολιτικό και το κοινωνικό πεδίο, όπως είναι ο Προμηθέας, ο Ιησούς και ο Μώμος5. Κι ενώ, στην αρχή, τα πρόσωπα αυτά εμφανίζονται να αντιστοιχούν με τις διαλεκτικές σχέσεις, Προμηθέας – ´θέση´, Ιησούς – ´αντίθεση´, Μώμος – ´σύνθεση´, στην πορεία ολοκλήρωσης του έργου προκύπτουν νέες σχέσεις και πρόσωπα, όπως: Προμηθέας και Ιησούς αποτελούν τη ´θέση´, ο Μώμος την ´αντίθεση´ και τα πρόσωπα Οδηγητής και Λαός τη ´σύνθεση´, όπου η πάλη των αντιθέσεων οδηγεί εξελικτικά και νομοτελειακά στην προλεταριακή επανάσταση6.
Τα συμβολικά πρόσωπα του Προμηθέα και του Ιησού γίνονται τα μέσα για να δείξει ο ποιητής τη σχέση ανάμεσα στην εξουσία (πολιτική και κοινωνική) και στη φιλοσοφία που καλλιεργεί την ψευδή συνείδηση και στηρίζει την εξουσία. Ετσι, η Σταύρωση, ως κοινή τύχη και του Προμηθέα και του Ιησού, και ενώ υπαγορευόταν από το ζωτικό συμφέρον της εξουσίας (του Δία ή των Φαρισαίων) στον λαό περνάει αντίστροφα και εμφανίζεται ως δικό του αίτημα και συμφέρον. Να, μια στιγμή από τον λόγο του Μώμου προς τον Προμηθέα:

´Αν νικούσες τον Δία, τότε όλοι θα ’τανε μαζί σου. Και θεοί κι ανθρώποι. Δεν το ξέρεις; Πάντα οι νικημένοι έχουνε τ’ άδικο. Και τ´ άβουλο πλήθος πάει ταχτικά με τους νικητές´.

Και για τον Ιησού θα πει:
´…μεγαλοπαπάδες και Φαρισαίοι κάνανε συμβούλιο και τον κατηγορήσανε από τη μια μεριά στη ρωμαϊκή εξουσία για οχτρό του Νόμου κι από την άλλη στον ιουδαϊκό λαό για οχτρό του Θεού./Οχτρός του Θεού; Τότες ο λαός των κουρελήδων, που είναι θρήσκος (όλα κι όλα!) αγρίεψε, ξεσηκώθηκε και ζήτησε από τους Ρωμαίους το θάνατό του´.

Λυρικότατο είναι το τραγούδι – θρήνος της μάνας του Χριστού στο Ιντερμέδιο7, το Δεύτερο Μέρος δηλαδή αυτής της ποιητικής σύνθεσης:

Η μάνα του Χριστού 8

[…]
Φεύγεις πάνου στην άνοιξη, γιέ μου, καλέ μου,
άνοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιέ μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς, πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Καθώς κλαίει, σαν της παίρνουν το τέκνο, η δαμάλα,
ξεφωνίζω και νόημα δεν έχουν τα λόγια.
Στύλωσέ μου τα δυο σου τα μάτια μεγάλα.
Τρέχουν αίμα τ’ αστήθια, που βύζαξες γάλα.

Η Μαγδαληνή9, πάλι στο Ιντερμέδιο είναι το σύμβολο του ανθρώπου που μεταμορφώνεται κάτω από την επίδραση της προοδευτικής ιδεολογίας. Κήρυκας αυτής της ιδεολογίας στο ποίημα είναι ο Χριστός, σύμβολο του απεσταλμένου απ’ τους ανθρώπους -κι όχι απ’ τον Θεό- αγωνιστή. Η Μαγδαληνή δε μεταπείθεται αμέσως:

Δεν ήταν άξαφνη αστραψιά.
Τούτο συνέβη αργά, σιγά…
Ωραίος δεν ήσουν,
τίποτα δεν είχες πάνω σου άξο!
Κοίταγες χάμου τα χαλίκια,
ως μίλαγες σιγά κι αργά.
Την τρίτη ή τέταρτη φοράν
άρχισε ο νους μου να ριγά,
κι ως σήκωσες τα μάτια σου,
δε βάσταα να κοιτάξω10.

Μόλις όμως άρχισε να καταλαβαίνει, όλες οι παλιές αξίες της αναποδογυρίζουν:

Κι ένιωσα ορμή ασυγκράτητη
στα πόδια σου να κυλιστώ.
Είδα να σειέται μέσα μου ψυχή
παρθένα ως τώρα.
Την ευτυχία τη γνώρισα
στο δόσιμο χωρίς μιστό,
τη λευτεριά – στο σκλάβωμα
σε κάποιο ιδανικό σωστό
και την υπέρτατ’ ηδονή
στον πόνον, – άξια γνώρα.

Σε μια κορυφαία στιγμή εξομολόγησης της βαθιάς πίστης του Βάρναλη στη δύναμη του λαού να αναγεννήσει το θυσιασμένο στα ξένα συμφέροντα άνθρωπο-Χριστό, το ποίημα καταλήγει:

Κανείς (και πλήθη και σοφοί
και μαθητάδες και γονιοί)
δεν ξάνοιγε το σπαραγμό
στα θάματά σου πίσω.
Κι αν πρόσμενες το λυτρωμό σου
από την άδικη θανή,
εγώ μονάχα το ’νιωσα,
που ήμουνα λάσπη και κοινή,
πόσο, Χριστέ ’σουν άνθρωπος!
Κι εγώ θα σ’ αναστήσω! 11.

Με άλλα λόγια, αυτός, ο κοινός και ταπεινωμένος θνητός, είναι ο μόνος που μπορεί να δώσει πίσω, στον σκοτωμένο απ’ την εκμετάλλευση άνθρωπο, τη χαμένη του ζωή.
Στην εποχή του, ο ποιητής βλέπει ότι η συνεργασία εξουσίας και Φιλοσοφίας/Θρησκείας γίνεται πλέον τρισυπόστατη, με τη συγχώνευση και της αστικής τέχνης μέσα στο πλέγμα αυτών των σχέσεων. Στο συμβολισμό της πόρνης Αριστέας και της μαϊμούς καταγγέλλει την έσχατη καταστρεπτική συνέπεια που είναι η νομιμοποίηση του πολέμου. Η εξοντωτική σάτιρα του Βάρναλη, εδώ, ανατρέπει την ιδεαλιστική εικόνα της αστικής τέχνης, στο ευρηματικό σχήμα: ´Μια θέισσα αντάμα μ’ ένα ζο´, όπου ´θέισσα´ είναι η αστική τέχνη και ´ζο´ η βαρβαρότητα του καπιταλισμού και των πολέμων του12.
Για τον Βάρναλη η τέχνη (και η φιλοσοφία) οφείλει να βοηθήσει τον άνθρωπο να σκεφτεί ποια είναι η πραγματική του θέση στον κόσμο. Και επίσης να τον παρακινήσει να παλέψει για να αποκαταστήσει όσα υπάρχουν για να τον υπηρετούν και όχι να στηρίζουν τους δυνάστες του.
Με ανεπιφύλαχτο ενθουσιασμό υποδέχεται το βιβλίο και ο Κορδάτος από τον ´Ριζοσπάστη´ (11.12.1922).
Ο Δ. Γληνός σε μια μελέτη του για το ´Φως που καίει´ στους ´Νέους Πρωτοπόρους´ (1938) εξετάζει με κοινωνιολογικά κριτήρια τον ´Οδηγητή´: Ερχεται η Επανάσταση, ο λυτρωμός. Και ανάμεσα στις φωνές, που ζυγώνουνε ρυθμικά, ξεχωρίζει μπροστά μια πιο βαριά, πιο δυνατή´, είναι η φωνή του οδηγητή…
Τ’ αντρίκια του γοργά λόγια αστράφτουνε σα σπαθιές:

[…]
«Δεν είμ’ εγώ σπορά της Τύχης,
Ο πλαστουργός της νιας ζωής.
Εγώ ’μαι τέκνο της Ανάγκης
τ’ ώριμο τέκνο της Οργής».

Δεν κατεβαίνω από τα νέφη,
γιατί δε μ’ έστειλε κανείς
Πατέρας, τάχα παρηγόρια
για σένα, σκλάβε, που πονείς.

[…]
Δε δίνω λέξεις παρηγόρια,
δίνω μαχαίρι σ’ ολουνούς.
καθώς το μπήγω μές το χώμα
γίνεται φως, γίνεται νους.

[…]
Όθε περνά, γκρεμίζει κάτου
σαν το βοριά, σαν το νοτιά
όλα τα φονικά ρηγάτα
θεμελιωμένα στην ψεφτιά.
Κ’ ένα στυλώνει κι ανασταίνει,
το ’να βασίλειο της δουλειάς,
Ειρήνη! Ειρήνη! το βασίλειο
της πανανθρώπινης φιλιάς.

ΤΟ ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΕΙ, όπως ήταν επόμενο, τάραξε τα λιμνάζοντα νερά στους λογοτεχνικούς κύκλους της εποχής και προκάλεσε έντονες συζητήσεις.
Επειτα από την αναφορά του Κώστα Παρορίτη στο ´Νουμά´ και ο Γρ. Ξενόπουλος το χαρακτήρισε έργο – σταθμό στα Ελληνικά Γράμματα. Ο Μ. Μ. Παπαϊωάννου μιλάει για αρχή ´της σοσιαλιστικής μας λογοτεχνίας´ που ´είναι μέρος της νεοελληνικής μας λογοτεχνίας´13. Για τον Κορδάτο με το ΦΩΣ ΠΟΥ ΚΑΙΕΙ ´ο Βάρναλης ξεσπαθώνει και βρίσκεται πρωτοπόρος στο προοδευτικό κίνημα´14.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. από «Το Φως που καίει», εκδόσεις Κέδρος.
2. Μάρκου Αυγέρη: «Κώστας Βάρναλης – Ο δάσκαλος του ποιητικού λόγου», ΑΥΓΗ 28/2/1954 και στη συλλογή του Μάρκου Αυγέρη «Κριτικά – Αισθητικά», εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή» σελ. 27.
3.  Κώστας Βάρναλης: «Φιλολογικά απομνημονεύματα», εκδόσεις ΚΕΔΡΟΣ, σελ. 283 – 284.
4.  Ύστερα από δέκα περίπου χρόνια δημοσιεύτηκε για δεύτερη φορά στην Αθήνα, ξαναδουλεμένο και στη μορφή και στο περιεχόμενο.
5.  Μώμος είναι το όνομα αρχαίου θεού της χλεύης και του σκώμματος, της ειρωνείας και του σαρκασμού, προσωποποίηση της κοροϊδίας και της αποδοκιμασίας.
6.  Γεωργία Λαδογιάννη, Οι επαναστατικές ιδέες στο «Φως που καίει» του Κώστα Βάρναλη, 25/11/2007.
7.  Ιντερμέδιο ή ιντερμέτζο: Για το ιταλικό θέατρο ο όρος σημαίνει συνθεμένα τραγούδια για σόλο φωνή, μαδριγάλια και άλλα πολυφωνικά τραγούδια, χορό και διαλόγους που παρεμβάλλονται ανάμεσα στις πράξεις των έργων (παλιών και σύγχρονων).
8.  Βλ. Κώστας Βάρναλης, Ποιητικά, εκδ. ο Kέδρος 1956, σελ. 64 – 66.
9.  Βλ. Κώστας Βάρναλης, Ποιητικά, ο.π., σελ. 67 – 69.
10.  Κ. Βάρναλης, Η Μαγδαληνή, Το φως που καίει, στο ίδιο.
11.  Στο ίδιο.
12.  Γεωργία Λαδογιάννη, ο.π., 25/11/2007.
13.  Μ. Μ. Παπαϊωάννου, «Κώστας Βάρναλης – Μελέτες», ο.π., σελ. 32
14.  Γ. Κορδάτος, «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας», ο.π., σελ. 478.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα