Μουσείο Τυπογραφείας

Τα βιώματα της παιδικής ηλικίας των γονιών

«Κι όταν σου πουν να με πυροβολήσεις
χτύπα με αλλού,
μην σημαδέψεις την καρδιά μου.
Κάπου βαθιά της ζει το παιδικό σου πρόσωπο.
Δεν θα ’θελα να το λαβώσεις»
Τάσος Λειβαδίτης

gonios_syntrofos_590_bΕπειδή η προσωπική μας αλήθεια ηχεί εκκωφαντικά στα αυτιά μας, γεμίζουμε ψευδαισθήσεις, για να την αποκρύψουμε από τον εαυτό μας. Η αλήθεια της παιδικής μας ηλικίας, υφασμένη γύρω από την ατομική μας ιστορία, θάβεται έτσι κάτω από συμπτώματα ψυχικού και σωματικού πόνου, ενώ, αν της επιτρέπαμε να αναδυθεί, θα μας απελευθέρωνε.
Κάθε συναίσθημα όμως που απωθήθηκε στα δύσβατα μονοπάτια της μνήμης, ενεργοποιεί το φόβο μας στο παρόν και η κάθε τωρινή στιγμή χάνει τη σημασία της, γιατί αναμετράται με κάτι άνισο που απλώνει τους ιστούς του στη μνήμη και αιχμαλωτίζει την απόφασή μας να αφεθούμε στην επιθυμία μας.
Οι περισσότεροι, όταν φυλλομετρούν το βιβλίο της ζωής τους, προσπαθούν να διαγράψουν τις οδύνες της παιδικής τους ηλικίας, νομίζοντας πως έτσι τα συναισθήματα θα εξαλειφθούν από τις μνήμες. Εκείνο όμως που θα μπορούσε να μας λυτρώσει και να μας απελευθερώσει είναι η προσπάθεια ωρίμασης του εαυτού μας, ερχόμενοι σε επαφή με την αλήθεια μας, ώστε κάθε τι που διασπάστηκε στο πέρασμα του χρόνου να επανακτήσει την ενότητά του. Μόνο έτσι θα συνθέσουμε τον ψυχισμό μας, συλλέγοντας με προσοχή και σεβασμό τα κομμάτια του εαυτού μας, που παρέμειναν εγκαταλελειμμένα από μας να παρακμάζουν και να συρρικνώνονται.
Η ενότητα και η ψυχική μας ακεραιότητα προέρχεται από την απόφασή μας να έρθουμε σε επαφή με την αλήθεια μας και να μάθουμε να την αντέχουμε και να την αποδεχόμαστε.
Εάν κάποιος, που κακοποιήθηκε στη παιδική του ηλικία, κουκουλώνει τα συναισθήματά του και αρνείται να τα διαχειριστεί, τότε εκείνα τον κατακλύζουν και το φράγμα, που πρόσκαιρα φτιάχνει, καταρρέει κάτω από το βάρος του ψυχικού πόνου και είτε ταυτίζεται με εκείνους που τον κακοποίησαν (προκαλεί καταστροφές σε ανθρώπους, αντικείμενα, πλάσματα) ορίζοντας την κακοποίηση ως επιβεβλημένη συμπεριφορά, είτε επιτρέπει στον πόνο να διαπεράσει τους πόρους τους δέρματος και της ψυχής του, τρυπώντας το σώμα του, βιάζοντας την ψυχή του με το να παραμένει σε καταστάσεις, όπου ο πόνος είναι το ναρκοπέδιο της καθημερινότητάς του, επιδιώκοντας έντονα συναισθήματα που ροκανίζουν αλύπητα το ψυχικό του ιστό, ενώ η αδιάκοπη κίνηση που επιβάλλει στον εαυτό του τον σέρνει στους εντατικούς ρυθμούς της και εκείνος την ακολουθεί, για να μη σκέφτεται και να μην αισθάνεται, ώστε να κρατάει αιχμάλωτη τη σκέψη του και να μην  θυμάται όσα βίωσε.
Μόνο όμως, αν έρθει σε επαφή με αυτά τα συναισθήματα, θα απελευθερωθεί. Όσο τα κρατά κλειδωμένα στο αμπάρι της μνήμης, ενοχοποιεί τον εαυτό του, τον απορρίπτει, γιατί μια θύελλα συναισθημάτων τον κρατάει δέσμιο της, θεωρώντας τον εαυτό του υπεύθυνο για τις καταστροφές που υπέστη στο παρελθόν, νομίζοντας πως εκείνος έφταιγε για κάθε στιγμή που αδικήθηκε. Με μια αδυσώπητη κριτική υποδέχεται το αποτέλεσμα των προσπαθειών του, αν δεν είναι το αναμενόμενο, επιρρίπτοντας ευθύνες στον εαυτό του, που δεν κατάφερε να επιτύχει την τελειότητα που θα τον προστάτευε από τις κακοτοπιές, στις οποίες πιστεύει πως τον οδήγησε εκεί η αδεξιότητά του.
Το παιδί μέσα του, ενώ αδημονεί σε ένα κάλεσμα αγάπης, κατανόησης και στοργής από εκείνον, το εγκαταλείπει στο παράπονό του, θυμώνοντας μαζί του που δεν ανταποκρίνεται στις ατέρμονες απαιτήσεις του, περιφρονώντας το, περιγελώντας τις ανάγκες του, όπως αισθάνθηκε στο παρελθόν.
Διαιωνίζει και συντηρεί καταστάσεις, όπου τα συναισθήματα που ένιωσε  τότε επαναλαμβάνονται και υπονομεύουν την αξία του.
Ένας άδειος ψυχικός κόσμος αντηχεί τη μοναξιά του, πιστεύοντας πως είναι η μόνη που του αξίζει, επιλέγοντας ανθρώπους που υπονομεύουν την αυτοεκτίμησή του και οι οποίοι ελέγχουν τα συναισθήματα του. Δένεται παράφορα σε σχέσεις, προσκολλάται αδιαίρετα σε ανθρώπους, εξαντλώντας τον εαυτό του με το να ασχολιέται συνεχώς με  τα συναισθήματα τους, κάτι που το κάνει τόσο τέλεια, γιατί ως παιδί είχε εθιστεί στην αναζήτηση του εαυτού του σε θολά βλέμματα, όπου έπρεπε να πληρώσει την απώλεια του δικού του εαυτού, αναζητώντας λύσεις για τα συναισθήματα των άλλων. Παραμένει σε συνθήκες απαξιωτικές για εκείνον, παρόλο που τα ταλέντα του προσπαθούν να δηλώσουν την παρουσία τους, γιατί η θολή του εικόνα δεν του επιτρέπει να δει το μέγεθος της αξίας του, ώστε οι επιλογές του και οι αποφάσεις του να είναι σύμφωνες με αυτή.
Το παιδί, όταν είναι μικρό, επειδή εξαρτάται συναισθηματικά από τους γονείς του, σκύβει στα συναισθήματά τους, διαισθάνεται τις άλυτες ανάγκες τους και στην προσπάθεια του να τους ευχαριστήσει για να μην τους χάσει, υποδύεται το ρόλο τον οποίο υποσυνείδητα του δίνουν. Με αυτόν τον τρόπο πιστεύει πως θα διατηρήσει ολάκερη την αγάπη των γονιών του, οι οποίοι θα του την προσφέρουν απλόχερα ως αναγνώριση των προσπαθειών του.
Μαθαίνει έτσι από πολύ μικρό να χρησιμοποιείται και να νοηματοδοτεί την αγάπη ως υποχρέωση να βοηθά τους άλλους, τελειοποιώντας την ικανότητά του να αντιλαμβάνεται στο έπακρο τα συναισθήματα των άλλων και να ικανοποιεί τις ανάγκες τους, ενώ οι δικές του μπαίνουν στο περιθώριο καταρρακωμένες από την απαξίωση.
Η έλλειψη σεβασμού, ο καταναγκασμός, ο έλεγχος στοιχειοθετούν τη ζωή του αδειάζοντας τον, ενώ οι προσωπικές του ανάγκες και οι επιθυμίες του που αφορούν το είναι του αργοπεθαίνουν και θυσιάζονται στον βωμό των επιτευγμάτων του, προκειμένου να ευχαριστήσει άλλους μέσα από αυτά και να τους κάνει να αισθανθούν περήφανοι χάρη  στις επιτυχίες του. Μετατρέπεται σε αντικείμενο, σκέφτεται μηχανικά, καταφεύγει στην ευχαρίστηση από την απόκτηση υλικών αγαθών, τα οποία φουσκώνουν τον άδειο του ψυχισμό, επιλέγει ανθρώπους που κομπάζουν, γιατί νομίζουν πως εκείνοι θα του εξασφαλίσουν το πολυπόθητο συναισθηματικό γέμισμα, χαρίζοντας του εκείνη την πληρότητα που χρειάζεται για να ανακαλύψει το νόημα της ζωής του. Και όλα αυτά βέβαια αποδεικνύονται μάταια, γιατί το μόνο που θα μπορούσε να τον κάνει να αισθανθεί ικανοποίηση είναι να αγαπήσει την αλήθεια στον εαυτό του, αλλά δεν το έχει μάθει για να την επιτρέψει να απλωθεί στο είναι του και με αυτήν να επικοινωνήσει με εκείνους που μπορούν να την δεχτούν.
Ένα παιδί έχει ανάγκη να το σέβονται και να το αναγνωρίζουν για αυτό που είναι, με την έννοια να σέβονται τα συναισθήματά του, για να αγαπήσει και εκείνο τον εαυτό του. Εάν σεβαστούν τα συναισθήματά του, όπως εκφράζονται την κάθε στιγμή, θα μπορέσει να επιλύσει την εξάρτησή του από τους γονείς του και να αυτονομηθεί ως μοναδικό και σημαντικό άτομο. Ενα παιδί δηλαδή χρειάζεται σιγουριά, προστασία και συναισθηματική ασφάλεια για να αισθανθεί εμπιστοσύνη και ασφάλεια, κάτι που αποτελεί θεμελιακό λίθο για να οικοδομήσει την αυτονομία του και να αναλάβει πρωτοβουλίες στη ζωή του, αλλά και να σχετιστεί με υγιή τρόπο με τους άλλους.
Αν κάποιος δεν βίωσε αυτήν την ασφάλεια ως παιδί, όταν θα γίνει γονιός, θα αναζητά συνεχώς κάποιον να του προσφέρει εκείνα που δεν μπόρεσαν να του προσφέρουν οι γονείς του, κάτι που είναι αδύνατο, γιατί το παρελθόν δεν μπορεί να επιστρέψει για να αναβιωθει, αλλά και γιατί κανείς άνθρωπος, όσο και να τον αγαπάει, δεν μπορεί να γίνει γονιός του.
Αν δεν ολοκληρώσει το πένθος του για καθετί που ανήκει αμετάκλητα στο παρελθόν και αν δεν απαλύνει τα συναισθήματα εγκατάλειψης, απόρριψης κ.ά. που ένιωσε ως παιδί και διαμόρφωσαν αρνητικά την εικόνα του με ανεπαρκή τρόπο, τότε θα αναζητά υποκατάστατες ικανοποιήσεις και μοιραία θα ορίσει ως υποκατάστατο το παιδί του.
Αν δεν επανακτήσει την αξία του διαφοροποιώντας την από εκείνη που του αποδόθηκε ως παιδί εξαιτίας των δυσκολιών των γονιών του που δεν τον βοήθησαν να την προσδιορίσει, τότε θα χρησιμοποιήσει το παιδί του ως μέσο αποκατάστασης, επανόρθωσης και επούλωσης των τραυμάτων του.
Το αίτημα που εκφράζει ο γονιός στο παιδί του είναι ένα αίτημα που δεν ικανοποιήθηκε τότε: «Θέλω να μ’ αγαπάς», «θέλω να με καταλαβαίνεις», ενώ το αίτημα που θα έπρεπε να του απευθύνει, αν συνειδητοποιούσε τους παθολογικούς μηχανισμούς που χρησιμοποιούσε θα ήταν: «Σ’ αγαπάω και νιώθω τα συναισθήματα σου, ακόμα κι αν δεν συμφωνώ με τις πράξεις σου. Καταλαβαίνω τις αντιδράσεις σου, σαν μια προσπάθεια να επικοινωνήσεις την ανάγκη σου σε μένα, ακόμα κι αν χρειάζεται να βάλω όρια σε κάποιες από αυτές. Ακούω λοιπόν αυτή την ανάγκη και αν νιώθω ότι είσαι έτοιμος να την ικανοποιήσεις, τότε σε υποστηρίζω στην υλοποίησή της. Κατανοώ ότι κάποιες φορές γίνομαι δυσάρεστη όταν βάζω όρια στις παρορμήσεις σου, αλλά το κάνω γιατί ενδιαφέρομαι για σένα και γιατί σε αγαπώ».
Η παιδική ηλικία των γονιών είναι ο καθρέφτης που αντανακλά τον ψυχικό τους κόσμο. Αν αυτός ο καθρέφτης είναι καθαρός, τότε με καθαρή ματιά κοιτούν το παιδί τους και συναισθάνονται τα συναισθήματά του.
Αν όμως είναι θαμπός, τότε το παιδί εμφανίζει συμπτώματα, ψυχικά ή ψυχοσωματικά, τα οποία αντανακλούν τον ευαίσθητο συναισθηματικό  του κόσμο, όπου πίσω από αυτόν κρύβεται ένας εύθραυστος ψυχικός κόσμος είτε του ενός είτε και των δυο γονιών .

*Ειδικός Ψυχικής Υγείας

ΒιβλιογραφIα
• Τα παιδιά της τρέλας, Άννα Ποταμιάνου, Νεφέλη.
• Οι φυλακές της παιδικής μας ηλικίας, Alice Miller, Ροές.
• Μαμά, μπαμπά, δε με κοιτάξατε και χάθηκα, Αγγελική Μπολουδάκη, Αραξοβόλι.

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.