Μουσείο Τυπογραφείας

Πνευματικά και καλλιτεχνικά γεγονότα του τόπου μας

apostolakis

Αγαπητοί αναγνώστες,
– Καλημέρα Σας
– Χρόνια πολλά στους εορτάσαντες, εορτάζοντες.
Διανύουμε μια ευλογημένη βδομάδα, των μέσων του Νοέμβρη. Στις μέρες της, γιορτάσαμε: τη Δευτέρα (11/11) τον θαυματουργό Αγιο Μηνά τον Μεγαλομάρτυρα, Προστάτη Αγιο του Μεγάλου Κάστρου. Την Τρίτη (12/11) γιορτάσαμε τον Αγ. Ιωάννη τον Ελεήμονα, και την Τετάρτη (13/11) τον Αγ. Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Την επομένη (14/11) η γιορτή του Αποστόλου Φιλίππου, και σήμερα Παρασκευή (15/11) του Αγ. Ελπίδιου. Τέλος, αύριο Σάββατο (16/11) γιορτάζεται ο άγιος και Ευαγγελιστής Ματθαίος, ο προστάτης της Εκκλησιαστικής μας Σχολής, εδώ στην πόλη μας.
Eυκαιρία, να ευχηθούμε στο εκλεκτό εκπαιδευτικό και λοιπό προσωπικό της, και βέβαια στους μαθητές της, Υγεία, Πρόοδο και Επιτυχίες!
Τέλος κλείνοντας το πλουσιότατο εορτολόγιο της βδομάδας, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε στους αναγνώστες μας, ότι από σήμερα αρχίζει η νηστεία των Χριστουγέννων. Oσοι πιστοί, αρχίσετε, για να μας αξιώσει ο Θεός, να κοινωνήσουμε τα Χριστούγεννα.
***
– Kαι τώρα, παρά το πλήθος βιβλίων και περιοδικών εκδόσεων, που έχομε λάβει, κι ανημένουν την παρουσίασή των από τη στήλη μας, ζητούμε συγγνώμη κι υπομονή, μιας και από την προηγούμενη βδομάδα, είχαμε υποσχεθεί, τη συνέχεια των Λαογραφικών της ελιάς και του λαδιού. Πάμε λοιπόν, για ώρας, σ’ αυτά:
ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΑ ΕΛΙΑΣ – ΛΑΔΙΟΥ
(β’ συνέχεια)
Συνεχίζουμε σήμερα μέ τήν έκθλιψη τού ελαιόκαρπου, τό βγάρσιμο.
Δυό λόγια πρώτα γιά τό φύλαγμα, τήν συγκέντρωση τού καρπού, από τά λιόφυ­τα, στό σπίτι.
Τις ελιές τίς έχομε μαζέψει καί συγκεν­τρώσει σέ χώρο στεγασμένο, γιά ν’ αερίζονται. Σέ μιά γωνιά τού άγροτικοϋ μονόσπιτού μας. Δέν τίς κάνουμε ψηλό σωρό γιατί σαπίζουν, «άφουρίζουν», όπως λένε, αλλά τίς βάζουμε όσο γίνεται πιό άπλωτές.
Οταν συγκεντρώσουμε οκτώ ώς δέκα σακιά, δηλ. τετρακόσια περίπου κιλά, τό­τε πηγαίνουμε στό ελαιουργεΐο ή πιό πα­λιά στην φάμπρικα, καί ρωτούμε: «πότες θά βγάλετε τσ’ ελιές μας;» κι έκεινοι μάς αποκρίνονται: «Εχετε αύριο τό βράδυ σειρά» ή «ΕΊμαστε βαρά πλακωμένοι καί κάμετε δυό τρεις μέρες άπομονή νά ξαλέσουμε, γιατί άλλοιώς εχαθήκαμε»!
Κι εμείς φεύγουμε περιμένοντας νά ει­δοποιήσουνε γιά τή σειρά μας!
Στά σύγχρονα ελαιουργεία μας, επίσης, δέν άλλάζει τό σκηνικό, μόνο πού έδώ ή έκθλιψη, «τό ξελασκάρισμα τού ελαιουργείου», όπως λέει ο δ/ντής του, γίνεται πιό γρήγορα, γιατί η απόδοση είναι μεγάλη. Ξεπερνά τά χίλια (1000) κιλά ελιών τήν ώρα καί σάν τό ζητήσει η συγ­κέντρωση άρκετού έλαιόκαρπου, τά συ­νεργεία εργάζονται διπλή καί τριπλή, κά­ποτε, βάρδια.
Μιά σύγκριση μέ τήν άπόδοση τής φάμπρικας, τήν πάει πολύ πίσω.
Μάς ειδοποιούν όμως πώς έχομε σειρά στό ελαιουργείο. Φορτώνουμε τίς έλιές μας στά ζώα ή άν έχει άγροτικό δρόμο ή γειτονιά μας μέ τό φορτηγάκι (μικρό αύτοκίνητο) καί τίς πάμε. Ο ζυγιστής περιμένει στήν είσοδο τού έργοστασίου, γράφει στό βιβλίο τό όνο­μα τού ιδιοκτήτη τού ελαιόκαρπου, «τού παραγωγού», τό βάρος τού έλαιόκαρπου μας, τόν άριθμό των σακιών, καί μάς δίνει τή σειρά γιά τήν έκθλιψη. Εδώ τελειώνει ή πρώτη φάση!…
Ας παρακολουθήσουμε τώρα έκθλιψη τού καρπού τής ελιάς στήν φάμπρικα. Μά πιό πριν στούς πρόγονους της, γυρίζοντας πολλά-πολλά χρόνια πίσω.
«Έμείς στή Σαμαριά άλέθαμε τά πρωτολίδια με τά πόδια. Δέν ανοίγα­νε απού τήν αρχή οι φάμπρικες.
Εμαζώναμε τσ’ έλιές. Είχαμε βρει μια μαγληνή (= λεία) πέτρα κι’ έναν κυλινδρο (όπως αύτόν τών δωμάτων των σπιτιών) καί τσί κάναμε, τσ’ έλιές, ζύμη. Τή ζύμη τή βάναμε σέ τσουβαλένια σακου­λάκια καί τά θέταμε στό πλακωτάρι, ένα ξεκουφισμένο ξύλο έπίτηδες.
Από πάνω επαθιούσαμε ένας-δυό άν­τρες, κι έσούρωνε τό λάδι σ’ ένα δοχείο, τρυπητό άπό κάτω, γιά νά φεύγουν τά νερόλαδα. Τό λάδι τό μαζώναμε μέ τό καυκί – που ήτανε άπό φλασκί κανομένο.
‘Ένα τέτοιο φαμπρικάκι, Δάσκαλε, είναι στού Σταυρουδάκη τού Θεοχάρη τό σπίτι, στήν Άγ. Ρουμέλη τών Σφακιών.
Τό λάδι πού βγάναμε μ’ αύτόν τόν τρό­πο, δέν είναι κριματισμένο, γιαχί δέν έχει μπει σέ σίντερα. Γι’ αύτό κάνει γιά τό καντήλι καί τό μοναστήρι»
(Πληροφ. Διομήδη Τζατζιμάκη, άπό τήν Άγ. Ρούμελη, τό 1979.) Μιά έπεξήγηση πού ζητήσαμε τού πληροφοριοδότη
μας για τη λέξη Κριματισμένο, μάς έδωσε τήν ευκαιρία νά μάθουμε πώς: κριματι­σμένο λάδι είναι αύτό πού βγαίνει μέ σι­δερένια έργαλεία, πού θυμίζουν τά σιδερένια καρφιά τού Σταυρού.
Καί νά μας στ’ άλιτριβιδιό τής γειτονιάς μου. Σ’ ένα μεγάλο 5χ8,30 μ. δω­μάτιο Ισόγειο, κοντά στό ρυάκι (γιά νά χύνονται τά νερόλαδα), στεγάζεται όλο τό συγκρότημα.
Στό βάθος, σχεδόν στό σκοτάδι, είναι ο μύλος μέ τά μυλάρια πού γυρίζουν πάνω οτήν κατώπετρα κι’ άλέθονται οι γι ελιές. Τήν κίνηση μας δίνει άκουραστο τό πραγιό (= ήσυχο) μουλάρι δεμενο, στov κόσολα πού τό κυνηγά ό λαλητής να τρέχει. Τού έχει βάλει μουρίδα στ’ άματια νά μή ζαλίζεται.
Μια γυναίκα ρίχνει τσ’ ελιές στα μυλάρια ή στρίβει το ξεγουλιστήρι να βγει και να πέσει η ζύμη στη γαβάθα. Απ’ εκεί συγκεντρώνεται στη χαβούζα, απ’ όπου παίρνουν οι ντρομπαδιαστές και γεμίζουν τους ντρομπάδες (τα ειδικά τρίχινα σα φάκελλο ελαιόπανα), πάνω στην ντρομπαδιαστήρα (μιά έπίπεδη έπιφάνεια ένα μ. επί ένα. Εκεί μ’ ένα ξυλίκι, ισιώ­νουν τή στρώση τής ζύμης νά γενή ισόπαχη. Τούς ντρομπάδες (καί ντορμπάδες λέγονται) παίρνει ό στέτης καί τούς τοποθετεί στήν τσιβέρα τής φάμπρικας. Οταν τοποθετήσει καμιά δεκαπενταριά αρχίζει μέ τά χέρια του, νά κατεβάζει (στρίβοντας) τό πλακωτάρι, σιγά σιγά, νά μήν πάνε στραβά οί ντορμπάδες, νά μήν «τσιλάσουν», τούς βοηθά μέ τό τσιτάλι άντιστηρίζοντάς το στά δοκάρια τής φάμπρικας.
Όταν ή πίεση προχωρήσει καί τ’ αμάτι (δηλ. τό σύνολο τών ντορμπάδων πού τώρα έκθλίβουμε) πηγαίνει καλά, βάνουμε τή μεγάλη τσίτα (δοκάρι σάν τηλεφωνό – στυλος πάνω άπό 3 μ. μήκους) πού πηγαι­νοφέρνουν δυό έργάτες. Ετσι ή έκθλιψη προχωρεί. Τά λάδια τρέχουν άπό τήν κουτσουνάρα τής κάτω τσιβέρας σ’ ένα αύλάκι πού όδηγεΊ στό βρασκί (= ένα τε­ράστιο πιθάρι μισοχωμένο στό πάτωμα τ’ άλιτριβιδιοΎ).
Ή πίεση όμως δυσκολεύει. Τότε μπαί­νει σ’ ένέργεια ό έργάτης. Δένεται ή πιό σωστά συνδέεται ή γούμενα (= συρμάτινο σχοινί) μέ τόν κέρκελο τής άκρης τής τσίτας, κι άρχίζουν νά σφίγγουν οι έργατες τ’ άλιτριβιδιού, δηλ. νά περιστρέ­φουν τόν έργάτη άπό τά πασούλια του.
Τό άρδάχτι τής φάμπρικας κατεβαίνει, ό πετεινός καταχτυπά, τό πλακωτάρι έχει σφίξει άρκετά τ’ άμάτι καί τό τελευταίο λάδι σουρολογά…
Υστερ’ άπό άρκετή ώρα ξεσφίγγουμε από σιγά-σιγά. Ο ξεντρομπαδιαστής παίρνει μέ τό καροτσάκι τούς ντορμπάδες στήν αυλή, στό πυρηνάδικο, καί τούς άδειάζει μέ βίαιες κινήσεις, γιατί ή τοσο – σφιγμένη ζύμη δέν ξεκολλά εύκολα.
Ως τόσο οί αλιτριβιδιάροι (ή αλιτριβιδιάρηδες) φέρνουν τ’ άσκοσάκια (=άσκούς μέσα σε σακιά) του νοικοκυριού, γιά νά μετρήσουν τό λάδι του.
Βλέπομε πώς δέ μένει καιρός γιά μιάν άνάσα. Οι δουλειές τής φάμπρικας βιάζουν, κυνηγά ή μιά τήν άλλη. Ο μετρητής – συνήθως καί ιδιοκτήτης τ’ άλιτριβιού- παίρνει το κάρτο, τό φεγγάρι καί τό πιάτο και κατεβαίνει δίπλα στό βρασκί
Τό μέτρημα άρχίζει. “Ενα, ενας ό Θεός. Δύο, Παναγία καί Χριστός, Τρία, ή άγιά Τριάδα, Τέσσερα, οί γ’ Εύαγγελιστές, Πέντε, τάλια πρώτη, καί προχωρά…
Φορτώνεται τό λάδι στά μουλάρια καί μέσ’ τή νύχτα τό πάνε στού νοικοκυρού τό σπίτι.
Χαρά καί ικανοποίηση! Η φάμπρικα και οι αλιτριβιδιάροι πήρανε τόν κόπο τους η μαζώχτρα τό μαζωχτικό της (γιά την προίκα της) κι ό νοικοκύρης εύχαριστημένος γιατί γεμίσανε τά πιθάρια τού μαγατζέ του, κερνά. Οι αλιτριβιδιάρηδες εύχονται: Καλοξόδευτο, όξ’ άπό γιατρούς κι άρρώστιες. Σέ καλό ντόπο νά πάει και εννοούν τόν γάμο τής κόρης του), κι εκείνος εύχαριστεί: Δόξα σοι ο Θεός! Αξέχαστες άργαδινές στή φάμπρικα τής γειτονιάς τού χωριού μου. Χειμωνιάτικες. Ένα μαγκάλι έζέσταινε πότες κι’ άποσπότες τά μαργωμένα χέρια. Τό μπουκάλι τό κρασί κι ή ψητή φρίσα (=ρέγγα) δέν άπολείπανε. Τά καλοχερίδια, κάστανα φουρνιστά, άμύγδαλα, συκοπι­ταρίδες κι αμουσκλοσταφίδες μ’ άπιδό- κουπα, δέν ξελείπανε. Τό κρίθινο παξιμά­δι βουτούσε στό βρασκί κι ήταν ό,τι πρέ­πει νά στηλωθούν τά κορμιά γιά νά βγει ή δουλειά!
Κι όταν όλα πηγαίνανε σωστά, ιστορίες κι άνέκδοτα, μαντινάδες καί ριζίτικα άντιβοούσανε μέσ’ τή νύχτα μέ τήν ύπό- κρουση τού πετεινού τής φάμπρικας, κι’ ήταν ώρα εύλογημένη, κι ήταν στιγμές πού ξεκουράζανε!
Ας τούς άκούσουμε γιά λίγο:
«Απού τής γης βγαίνει νερό,
κι’ άπού τσ’ έλιές τό λάδι,
κι ή κορή μέ τά νάζια ντση,
πλανά τό πα­λικάρι.
***
– Μαύρο ψυλλάκι θά γενώ,
να ρθώ νά σέ τσιμπήσω,
δίπλα στή ρόγα τού βυζιού,
σημάδι νά σ’ αφήσω.
***
– Μά έγώ τσί ψύλλους πιάνω τσοι,
και τσοί στριφουλιδιάζω,
τσοί ρίχνω στό λυχνόλαδο καί
δέν τσοί λογαριάζω.
***
– Θυμάσ’ όντε σέ φίλησα,
στσή φάμπρι­κας τό γύρο,
μέ τόν εργάτη μάρτυρα,
τήν τσίτα καί τό στύλο.
***
– Οπως τό λάδι στόν ντορμπά
τρέχει καί δέ γροικάται
έτσά νά δώ τό αίμα,
άπ’ άγαπά κι’ άρνάται.
***
– Εφάγαν τά πουλιά τσ’ έλιές,
κι’ οί κοπε­λιές τό λάδι,
έπήραν καί τόν άνεμο,
οί γι’ άλιτριβιδιάροι….
***
Κι ένας γέρος, παλιός άλιτριβιδιάρης, άρχίζει τό ριζίτικο:
«Αύγερινός θέ νά γενώ να ρθώ στήν καμερά σου, νά ίδώ τήν τάβλα πού δειπνάς, τήν κλίν’ άπού κοιμάσαι, τήν κόρη άπ’ άγκαλιάζεσαι, άν είν’ καλλιά ’πό μένα, κι’ άν ειν’ καί γαϊτανοφρύδη….»
γιά νά τό πάρουν ύστερα οί νιότεροι καί
ν’ άντιβουίσει τ’ άλιτριβιδιό!
’Έτσι χαίρονται τόν κόπο τους στό χω­ριό μας. Μά, δέ νομίζετε κι’ έσείς πώς δέν είναι λίγο, γιά τόπο πού κύρια παραγωγή του έχει τό λάδι, τό ότι «έτρέξανε κι’ όφέτος οί κουτσουνάρες τσή φάμπρικας, κι’ έτρέξανε – δόξα σοι ό Θεός – καί πλείσια!»
’Ασφαλώς καί είναι! Κι άς εύχηθούμε νά τρέχουν πάντα!
Εδώ όμως σταματούμε τα θαυμάσια λαογραφικά της ελιάς και του λαδιού, στον τόπο μας. Μια τρίτη συνέχεια όμως, θα μας χρειαστεί. Αναμείνατε λοιπόν, οι ενδιαφερόμενοι!
Καλό Σαββατοκύριακο με Υγεία και στους εορτάσαντες κι εορτάζοντες, τις θερμότερες ευχές μας!

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.