Μουσείο Τυπογραφείας

Η Ειρήνη

Ἡ προέλευση τῆς λέξης εἶναι ἀβέβαιη – μάλλον εἶναι προελληνική. Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴ σημασία της, γνωστὴ καὶ σταθερὴ στὸ πέρασμα τῶν αἰώνων. Κατάσταση ἠρεμίας καὶ ἡσυχίας δηλώνει, ἁρμονικὴ καὶ φιλικὴ σχέση μεταξὺ ἀτόμων καὶ λαῶν σὲ ἀντιδιαστολὴ μὲ τὶς ἔριδες, τὴ διαμάχη, τὴ ρήξη. Ἔχει καὶ ἄλλες παραπλήσιες σημασίες, ἀπὸ τὶς ὁποῖες σημειώνω αὐτὴν τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης ποὺ νιώθει κάποιος.
H ἀρχαία ἑλληνικὴ γραμματεία ἔχει χιλιάδες ἀναφορὲς σὲ αὐτὴν. Ὁ Ὅμηρος, πρῶτος (γιὰ νὰ ὰκολουθήσουν καὶ ἄλλοι), τὴ συνέδεσε μὲ τὸν πλοῦτο (ω, 486), τὴν ἔθεσε δὲ ὡς ἔννοια ἀπέναντι στὸν πόλεμο (Β, 787). Καταλαβαίνουμε εὔκολα γιατί ἡ ἔννοια αὐτὴ ὑψώθηκε σὲ θεά, θυγατέρα τοῦ Δία καὶ τῆς Θέμιδας, ἀδελφὴ τῆς Εὐνομίας καὶ τῆς Δίκης. Καταλαβαίνουμε τὴν ἀγάπη μὲ τὴν ὁποία τὴν περιέβαλλαν ὅλοι οἱ ἄνθρωποι ἀλλὰ καὶ τὸ ζῆλο μὲ τὸν ὁποῖο τὴν κόσμησαν στὰ γραπτά τους ποιητές, φιλόσοφοι, ἱστορικοί, ἢ γλύπτες καὶ ζωγράφοι ἀνέδειξαν τὴ γαλήνια μορφή της. Στὸ χαρακτηρισμὸ «πλουτοδότειρα» θὰ μποροῦσαν νὰ περιληφθοῦν ὅλα τὰ εὐεργετικὰ γιὰ τὸν ἄνθρωπο γνωρίσματά της.
Ἄξιο προσοχῆς εἶναι τὸ ὅτι οἱ δωρεὲς τῆς εἰρήνης ἔχουν στὸν ἀρχαῖο ἑλληνικὸ κόσμο ὑλικὸ χαρακτήρα. Ἄριστα ἀποτυπώνεται τοῦτο σὲ στίχους τοῦ κωμικοῦ ποιητῆ Φιλήμονα (365-264/3 π. Χ) ἀπὸ τὴ μὴ σωζόμενη κωμωδία του «Πύρρος»: ἡ εἰρήνη χαρίζει «γάμους, ἑορτάς, συγγενεῖς, παῖδας, φίλους, / πλοῦτον, ὑγίειαν, σῖτον, οἶνον, ἡδονήν». Ἂν καὶ ὁρισμένα ἀπὸ αὐτὰ εὐνοοῦν ἢ καὶ προκαλοῦν τὴν κατάσταση τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης στὸν ἄνθρωπο, ρητὴ ἀναφορὰ σὲ αὐτὸ δὲν ὑπάρχει – νὰ τὸ φανταστοῦμε μόνο μποροῦμε.
Στὴν Παλαιὰ Διαθήκη εἶναι σχεδὸν τρεῖς ἑκατοντάδες οἱ ἀναφορὲς στὴν εἰρήνη. Ἀπὸ τὸν Δαβὶδ (Ψαλμὸς 37, 4) ὁρίζεται ὡς ἡ κατάσταση τῆς ἐσωτερικῆς γαλήνης: «οὐκ ἔστιν εἰρήνη ἐν τοῖς ὀστέοις μου». Γιὰ ἁμαρτωλοὺς λέγεται (Ψαλμὸς 12, 5) ὅτι δὲν γνωρίζουν (καὶ ἑπομένως δὲν ἀκολουθοῦν) «ὁδὸν εἰρήνης». Κατὰ τὴ μετάφραση τῶν Ἑβδομήκοντα ἡ λέξη χρησιμοποιόταν στὸν ἑβραϊκὸ κόσμο ὡς χαιρετισμός: «εἰρήνη, εἰρήνη σοι» (Παραλειπόμενα 12, 18). Ἀπὸ τὴ σχετικὴ φρασεολογία προέρχεται ἡ φράση, γνωστὴ καὶ σήμερα, «πορεύου εἰς εἰρήνην» (Βασιλειῶν Α 1, 17). Ὅτι ἐπρόκειτο γιὰ χαιρετισμὸ ἐπιβεβαιώνεται στὴν Καινὴ Διαθήκη, ὅπου ὁ Ἰησοῦς ἀφ’ ἑνὸς προτρέπει «εἰς ἣν δ’ ἂν εἰσέλθητε οἰκίαν, πρῶτον λέγετε, εἰρήνη τῷ οἴκῳ τούτῳ» (Λουκ. 10, 5), ἀφ’ ἑτέρου χρησιμοποιεῖ τὶς φράσεις «ὕπαγε εἰς εἰρήνην» (Μάρκ. 5, 34), «πορεύου εἰς εἰρήνην» (Λουκ. 8, 1/48), «εἰς ὁδὸν εἰρήνης» (Λουκ. 1,80). Ὁ δὲ Παῦλος στὶς ἐπιστολές του τὴν εἰρήνη χρησιμοποιεῖ ὡς χαιρετισμό. Παρόμοια χρήση συναντᾶμε καὶ σὲ ἄλλα σημεῖα τῆς Καινῆς Διαθήκης.
Ἤδη, ἀπὸ τὴ γέννηση τοῦ Χριστοῦ προβάλλεται, ὅπως ἀκούσαμε καὶ κατὰ τὸν πρόσφατο ἑορτασμό της, ἡ εἰρήνη: «δόξα ἐν ὑψίστοις θεῷ καὶ ἐπὶ γῆς εἰρήνη» (Λουκ. 2, 15). Μὲ τὴ διδασκαλία τοῦ Χριστιανισμοῦ ἡ ἔννοια τῆς εἰρήνης προβάλλεται πλέον ὡς ἀγαθὸ πνευματικὸ μεγάλης ἀξίας μὲ ἀνάλογη γιὰ τὸν ἄνθρωπο ἐπενέργεια, καθὼς μάλιστα ὁ Θεὸς προσδιορίζεται κατ’ ἐπανάληψη ὡς «θεὸς τῆς εἰρήνης». Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ φράση (Πράξεις Ἀποστόλων 10, 36) «εὐαγγελιζόμενος εἰρήνην».
Ὁ Χριστὸς πρὶν ἀπὸ τὴ σταύρωση ἀπευθύνεται στοὺς Μαθητές του λέγοντας «εἰρήνην ἀφίημι ὑμῖν, εἰρήνην τὴν ἐμὴν δίδωμι ὑμῖν» (Ἰωάνν. 14, 27) καὶ «ταῦτα λελάληκα ὑμῖν ἵνα ἐν ἐμοὶ εἰρήνην ἔχητε» (Ἰωάνν. 16, 33), ἐνῶ μετὰ τὴν ἀνάσταση τοὺς ἀπευθύνει τὸ χαιρετισμὸ «εἰρήνη ὑμῖν» (Ἰωάνν. 20, 19/21/26, Λουκ. 24, 36). Στὸ δρόμο αὐτὸ πορεύθηκαν οἱ Ἀπόστολοι ἀλλὰ καὶ στὸ σύνολό της ἡ Ἐκκλησία κατὰ τοὺς μετέπειτα αἰῶνες. Δὲν θὰ εἶχε τέλος προσπάθειά μας να καταγράψουμε τὶς περιπτώσεις ἀναφορᾶς στὴν εἰρήνη ὡς πνευματικὸ ἀγαθὸ ποὺ ἐξυψώνει τὸν ἄνθρωπο ἀποσπώντας τον ἀπὸ τὰ ἐγκόσμια, αὐτὰ ποὺ ἀπειλοῦν νὰ τὸν συνθλίψουν καὶ νὰ τὸν βγάλουν ἀπὸ τὸν προορισμό του. Σὲ πλῆθος τροπαρίων, εὐχῶν, δεήσεων καὶ γενικὰ κειμένων ἐνταγμένων ἢ μὴ στὴ Λατρεία προβάλλεται ἡ εἰρήνη.
Ἡ πέμπτη ὠδὴ τῶν Κανόνων, οἱ ὁποῖοι ἀποτελοῦν κομβικὸ σημεῖο τῆς Ἀκολουθίας τοῦ Ὄρθρου, ἔχει κεντρικὴ ἰδέα τὴν «ὑπερέχουσαν πάντα νοῦν εἰρήνην», τὴν ὁποία χαρίζει «Ἰησοῦς, ὁ ζωῆς ἀρχηγὸς» (Καταβασίες τῶν Φώτων). Ἡ Θεία Λειτουργία ἀρχίζει μὲ σειρὰ δεήσεων «ἐν εἰρήνῃ», στὶς ὁποῖες πρώτη θέση ἔχουν ἡ «ἄνωθεν εἰρήνη» καὶ ἡ «εἰρήνη τοῦ σύμπαντος κόσμου». Κατὰ τὴ διάρκειά της ὁ ἱερέας εὔχεται πολλὲς φορὲς νὰ ὑπάρχει «εἰρήνη πᾶσι» ἀλλὰ καὶ «τῷ ἀναγινώσκοντι» (τὸν Ἀπόστολο) καὶ «τῷ εὐαγγελιζομένῳ». Ποιός δὲν ἔχει προσέξει τὸν «ἄγγελον εἰρήνης», τὸν «ἔλεον εἰρήνης», τὶς ἱκεσίες «ὑπὲρ καιρῶν εἰρηνικῶν», γιὰ «ἡμέραν εἰρηνικὴν» καὶ «εἰρήνην τῷ κόσμῳ», γιὰ «εἰρηνικὰ τέλη τῆς ζωῆς», τὸν μακαρισμὸ τῶν «εἰρηνοποιῶν»…
Ἐπανερχόμενοι στὰ «κοσμικὰ» δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ ἐπισημάνουμε τὴν ἀνακολουθία, κυρίως ὅμως τὴν ὑποκρισία ὅσων ἀνὰ τοὺς αἰῶνες εἶχαν (καὶ ἔχουν) τὴν ἐξουσία στὰ χέρια τους. Μιλοῦσαν καὶ μιλοῦν γιὰ εἰρήνη, οἱ πράξεις τους ὅμως δικαιώνουν τὸν Ἡράκλειτο: «πόλεμος πάντων μὲν πατήρ ἐστι, πάντων δὲ βασιλεύει», εἶχε γράψει. Δὲν διστάζουν νὰ ἐπιτρέψουν ἢ καὶ νὰ προκαλέσουν πόλεμο. Ἐνδεικτικὴ εἶναι ἡ ρήση «ἂν θέλεις εἰρήνη, πρέπει νὰ προετοιμάζεσσαι γιὰ πόλεμο». Στὶς μέρες μας γίνεται λόγος γιὰ κινήματα εἰρήνης, ἀπονέμεται βραβεῖο Νόμπελ Εἰρήνης, ὁ Ὀργανισμὸς Ἡνωμένων Ἐθνῶν ἐργάζεται γιὰ τὴν εἰρήνη ἀνάμεσα σὲ κράτη καὶ λαούς. Βλέπουμε ὅμως τὸ ἀποτέλεσμα – ἡ περιγραφὴ τοῦ ὁποίου δὲν εἶναι ἀπαραίτητη.
Οἱ ἀγαθὲς προθέσεις, οἱ ὑποσχέσεις, τὰ εὐχολόγια εἶναι εὔκολη ὑπόθεση – τὸ γνωρίζουμε ὅλοι. Ἀπὸ μόνα τους ὅμως αὐτὰ δὲν εἶναι ἀρκετά. Ἡ ὑλοποίησή τους ἀπαιτεῖ βούληση, κατάλληλα μέσα, ἀγώνα ἀδιάκοπο. Πολὺ περισσότερο πού, προκειμένου γιὰ τὴν εἰρήνη, πρέπει νὰ παραμεριστοῦν συμφέροντα οἰκονομικὰ καὶ ἄλλα. Στὸ σημεῖο αὐτὸ βρίσκεται ἡ οὐσιώδης διαφορὰ ποὺ χωρίζει τὴν πνευματικοῦ χαρακτήρα – τὴν ἐσωτερικὴ – εἰρήνη ἀπὸ τὴν «κοσμική». Ὄχι ὅτι οἱ εὐχὲς καὶ οἱ ἱκεσίες τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὶς ὁποῖες ἔγινε λόγος ἐξασφαλίζουν τὸ ἐπιθυμητὸ ἀποτέλεσμα. Θὰ μποροῦσε, μάλιστα, κάποιος κακεντρεχὴς νὰ ἰσχυριστεῖ ὅτι καὶ αὐτὰ (εὐχές, ἱκεσίες) εἶναι γράμμα κενό, ὡραῖα λόγια ποὺ δὲν κοστίζουν τίποτε καὶ λέγονται ἁπλῶς γιὰ δημιουργία ἐντυπώσεων. Ἴσως ἰσχύει καὶ αὐτό, ὅπως καὶ μὲ ἄλλα θέματα, κάτι ποὺ σημαίνει ὅτι ἡ κατάκτηση καὶ ἡ βίωση τῆς εἰρήνης φαίνεται δύσκολη ὑπόθεση.
Ἂν πράγματι συμβαίνει αὐτό, μιὰ ἀπάντηση μπορεῖ νὰ μᾶς δώσει ἄλλη διαφορὰ ποὺ ὑπάρχει ἀνάμεσα στὴν «κοσμικὴ» καὶ τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη. Ἡ πρώτη εἶναι, τυπικά, ὑπόθεση ὅλων τῶν ἀνθρώπων, ἂν καὶ τὶς ἀποφάσεις γιὰ πόλεμο καὶ εἰρήνη τὶς παίρνουν ἐκεῖνοι ποὺ ἔχουν τὴν ἐξουσία. Ἐπιβάλλουν ἄλλοτε τὸν πόλεμο, ἄλλοτε τὴν εἰρήνη. Ἡ Ἱστορία τῆς ἀνθρωπότητας εἶναι γεμάτη ἀπὸ σελίδες μὲ περιγραφὲς πολέμων, γεμάτες καὶ ἀπὸ συνθῆκες εἰρήνης – ὅλες ἐφήμερες. Ἀκόμη καὶ ἡ λεγόμενη «ρωμαϊκὴ εἰρήνη» (pax romana) καὶ στὴν ἐποχή μας ἡ (ψευδεπίγραφη) «ἀμερικανικὴ εἰρήνη» μοιάζουν μὲ φάρσα μπροστὰ στὴν ἐπιθυμία τῶν «κοινῶν θνητῶν» νὰ ζήσουν τὴ ζωή τους μακριά ἀπὸ αἱματοχυσίες καὶ τὴ δυστυχία τῶν πολέμων. Αὐτὴν τὴν ἐπιθυμία ἐκφράζει μὲ τὸν καλύτερο τρόπο λιτὴ ἐπιγραφὴ ποὺ συναντᾶμε σὲ τάφους: «ἀναπαύσου ἐν εἰρήνῃ».
Σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν «κοσμική», ἡ ἐσωτερικὴ εἰρήνη εἶναι (παρὰ τὶς ἔξωθεν ἐπιδράσεις) ὑπόθεση τοῦ κάθε ἀνθρώπου ξεχωριστά. Δὲν εἶναι τυχαῖο τὸ ὅτι κάποιες ἀπὸ τὶς εὐχὲς τῆς Ἐκκλησίας γιὰ εἰρήνη ἀπευθύνονται σὲ συγκεκριμένα πρόσωπα. Ἀλλὰ καὶ οἱ ὑπόλοιπες λειτουργοῦν κατὰ τὴν ἴδια ἔννοια, ἀφοῦ οἱ πιστοὶ (θεωρεῖται ὅτι) ἀποτελοῦν ἕνα σῶμα, αὐτὸ τῆς Ἐκκλησίας. Μποροῦμε νὰ σκεφτοῦμε ἀκόμη τοὺς ἀσκητές, τοὺς μοναχούς, τοὺς κάθε λογῆς ἀναχωρητὲς τῆς ζωῆς, οἱ ὁποῖοι στὰ ἡσυχαστήριά τους ἀναζητοῦν καὶ τὴν ἐσωτερικὴ εἰρήνη (δὲν εἶναι, βέβαια, λίγοι ἐκεῖνοι πού, ἀντὶ νὰ μονάζουν, κινοῦνται ἀνάμεσα στοὺς ἄλλους ἀνθρώπους – ἴσως ἐπειδή, κατὰ τὴ γνωστὴ παροιμία, «εἶναι βαρειὰ ἡ καλογερική»…). Τὴν ἀναζητοῦν προσευχόμενοι ἀλλὰ καὶ πολεμώντας τὴν ἁμαρτία, ἀμυνόμενοι κατὰ τοῦ διαβόλου.
Μὲ ὁδηγὸ τὸ τελευταῖο αὐτὸ παράδειγμα δὲν μποροῦμε παρὰ νὰ δεχτοῦμε ὅτι ἡ εἰρήνη, καὶ ἡ εσωτερική, κατακτᾶτα μὲ πόλεμο. Ἤ, ἔστω, μὲ προσπάθεια καὶ ἀγώνα, ἰδίως ὅταν τὸ περιβάλλον στὸ ὁποῖο ζοῦμε ἀλλὰ καὶ οἱ περιστάσεις τῆς ζωῆς δὲν βοηθοῦν. Ἂν αὐτὴ ἡ μορφὴ εἰρήνης δὲν ταυτίζεται ἁπλῶς μὲ ὅ,τι δηλώνει ἡ λέξη «γαλήνη» ἀλλὰ περιβάλλεται ἀπὸ πνευματικότητα, ὁ ἄνθρωπος ὡς ἄτομο πορεύεται μὲ αἰσιοδοξία καὶ ἀγαλλίαση, ἔχοντας μέσα του «τὴν χαρὰν πεπληρωμένην» (Ἰωάνν. 17, 13).

1 σχολιο

  • [ΓΙΩΡΓΟΣ+ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ+συντ/χος+νομικός,+κοινωνιολόγος+ΧΑΝΙΑ] ~ ~ ~ Απάντηση

    Με πολλή χαρά και ηθική ικανοποίηση διαβάζομε πάντα τα σπάνια κι ωφέλιμα άρθρα – εργασίες του αγαπητού Φιλόλογου Καθηγητή Γεωργίου Λουπάση: άλλωστε, -το έχουμε πει πολλές φορές- οι Φιλόλογοι συνάνθρωποι μας έχουν την σίγουρη ευλογία του πανάγαθου Θεού να γράφουν λιτά, όμορφα και συγκροτημένα. Όχι, ότι κι εμείς οι άλλοι δεν έχομε λάβει τις πολλές θείες δωρεές και θεϊκά χαρίσματα κι οφείλομε να τον δοξολογούμε σ’ όλη μας τη ζωή.
    -Είναι αλήθεια, ότι η Χριστιανική Εκκλησία δεν σώζει με όσα λέει κι όσα πράττει: Σώζει με αυτό που είναι: “ΟΔΟΣ – ΖΩΗ – ΑΛΗΘΕΙΑ” και αρχηγό της Θεάνθρωπο Κύριό μας, Ιησού Χριστό. Η Ειρήνη είναι Θεανθρώπινη και Ευαγγελική Αρετή που αποκτιέται “μικρόν κατά μικρόν”, όπως κι όλες οι άλλες θείες Αρετές, με την αδιάκοπη άσκηση – ενασχόληση τους από τους πιστούς και την εξυγίανση των γνωστικών τους οργάνων [ΟΣΙΟΣ ΙΟΥΣΤΙΝΟΣ ΠΟΠΟΒΙΤΣ].
    Ευχαριστούμε και συγχαίρομε θερμά τον αγαπητό φίλο Γ. Λουπάση για το πληρέστατο παραπάνω άρθρο του και, βέβαια, αναμένομε πιο συχνές συνεργασίες με τα “Χ.Ν.”. Φιλικά Γιώργος Καραγεωργίου, συντ/χος νομικός, κοινωνιολόγος ΧΑΝΙΑ

Γράψτε το σχόλιό σας

Συμπληρώστε την παρακάτω φόρμα με τα στοιχεία και το μήνυμά σας:
Όλα τα πεδία είναι υποχρεωτικα.

Σχόλια με υβριστικό, απειλητικό, ρατσιστικό ή άλλο περιεχόμενο που η συντακτική ομάδα κρίνει πως δεν προσφέρουν στο γόνιμο διάλογο, δεν θα δημοσιεύονται. Παρακαλούμε να αποφεύγετε τα greeklish.