Τετάρτη, 25 Νοεμβρίου, 2020

Τρεις Χανιώτες πολεμιστές θυμούνται..

«Να προχωρεί ο ενδέκατος, ξανακούστηκε πιο ζωηρά αυτή τη φορά η φωνή του Λοχαγού μας. Όλοι καταλάβαμε το νόημα της σοβαρής αυτής φωνής. Σταμάτησε κάθε συζήτηση και σχόλιο και σιωπηλά πια συνεχίσαμε την ανηφόρα. Το χιόνι τώρα είχε μεγάλο πάχος. Οι πίσω ακολουθούσαν τις πατημασιές των πρώτων, τα πόδια βυθιζόταν αρκετά, χωρίς όμως να φθάνουν ως το χώμα. Γρήγορα πήραμε θέση προς το μέσον της πλαγιάς, με κατεύθυνση τη μεγάλη κορυφή της Κλεισούρας. Κι αμέσως άρχισε το κελάηδημα των όπλων, των κάθε λογής όπλων. Οι οβίδες των κανονιών μας έσκαζαν λίγο πιο μπροστά και των Ιταλικών σε διάφορα σημεία. Το ίδιο και οι όλμοι, ενώ τα πολυβόλα κακάριζαν, όπως λέγαμε. Οι εχθρικές σφαίρες σχίζανε με ταχύτητα τον αέρα και δεν άκουγες παρά ένα συνεχές “σβιτς – σβιτς”, όπως ακούμε να κάνουν οι μέλισσες στο πέταγμά τους, όταν βρεθούμε, προπάντων την άνοιξη, κοντά σε κυψέλες. Πότε σκοπεύαμε όρθιοι, πότε πέφταμε για λίγο χάμω πάνω στο χιόνι, ρίχναμε κάμποσες ντουφεκιές, μετά σηκωνόμαστε και προχωρούσαμε μερικά μέτρα, συνεχίζοντας την ίδια τακτική. Τώρα ο φόβος είχε εκλείψει, μόνον ένα πείσμα μας κυρίευσε και η προσπάθεια όλων ήτανε να καταλάβουμε το καταραμένο αυτό βουνό και να διώξουμε πίσω μακριά εχθρό». Από το βιβλίο “Ένας στρατιώτης θυμάται…” του Μάρκου Ν. Ντουκάκη.

«Ο Χαλβατζής λέει στην παρέα: “Όποιος κουράστηκε να μου δώσει και τον γυλιό του, εγώ μπορώ και έναν από σας να σηκώσω στην ανάγκη και να βαδίζω!” Παίρνει λοιπόν μερικό βάρος του Βασίλη που κρατούσε το οπλοπολυβόλο και συνεχίζουμε. Φτάνουμε σε μια πηγή με πολύ νερό, τρώμε λίγο ψωμί στα όρθια, ήπιαμε νερό, όπου εκεί διανυκτερεύσαμε. Την επομένη αρχίσαμε μεγάλη πορεία, μέχρι το χωριό Ζέη. Περάσαμε ένα οροπέδιο γραφικότατο με αγροτικά σπιτάκια εδώ κι εκεί, αλλά χιόνι 50 πόντους. Ζώα μεταγωγής στους δρόμους ψόφια από πείνα και ψύξη. Περνάμε μονοπάτια απόκρημνα και με φοβερή χιονολάσπη. Βουνά πέτρινα και βραδάκι πια φτάνουμε εις το χωρίον Ζέη. Αλλά στήσαμε αντίσκηνα έξω από το χωριουδάκι, διότι εβομβαρδίζετο υπό της αεροπορίας τακτικά. Ήταν όμως μια πηγή κοντά με κρύο νερό και φέραμε και κάναμε τσάι που είχαμε μαζί μας και ζάχαρη μας είχανε δώσει από μια καραβάνα προ ημερών και κρατούσαμε πάντα νοικοκυριό. Ανάψαμε κι εδώ φωτιά, ζεσταθήκαμε και κοιμηθήκαμε αναπαυτικά. Την επομένη εξακολουθούμε την πορεία προς Μύγκουλην». Από το βιβλίο “Ημερολόγιο ενός Πολεμιστή του ΟΧΙ”, του Σπύρου Ντουντουλάκη.

«Ένα βράδυ μας παίρνει ένας ανθυπολοχαγός να ανεβούμε εις την πιο ψηλή κορυφή του βουνού, να κάνουμε χαρακώματα εις το χιόνι. Φυσούσε αέρας, έριχνε χιόνι και πίσσα σκοτίδι, με μεγάλη δυσκολία φθάσαμε εις την κορυφή. Οι Ιταλοί ήταν στην πίσω πλευρά, δεν μπορέσαμε να κάνουμε τίποτα. Φυσούσε δυνατός αέρας, γυρίσαμε πίσω, αλλά πολύ δύσκολα. Ήταν απότομος γκρεμός και βουτάγαμε εις το χιόνι. Εγώ έτυχα τελευταίος, κάρφωσα μέχρι τη μέση εις το χιόνι, φώναζα βοήθεια, ποιος να με βοηθήσει. Εις την απελπισίαν μου αγκάλιασα το όπλο μου γύρισα δίπλα, κατρακύλησα και κατέβηκα κάτω. Γυρίσαμε ξημερώματα εις τον καταυλισμό. Μας κηρύσσει τον πόλεμο και η Γερμανία και έγινε υποχώρηση των στρατιωτών μας. Μεγάλη Παρασκευή είμαστε εις το Καλπάκι εις ένα δάσος. Μας βομβάρδιζαν όλη την ημέρα τα αεροπλάνα. Τη νύχτα φύγαμε, συγκεντρωμένο το σύνταγμα, είχαν καταλάβει σχεδόν όλη την Ελλάδα. Από όπου περνούσαμε πίναμε μόνο γάλα όπου βρίσκαμε. Από τα απομνημονεύματα (ανέκδοτα) του πατέρα μου Θεοκλή Αντ. Κακατσάκη.

Τρεις από τους πολεμιστές (Χανιώτες και οι τρεις), που έγραψαν στα βουνά της Ηπείρου το έπος του ‘40, θυμούνται τις ημέρες εκείνες… Τρεις απ’ τους επώνυμους που έτρεξαν, αφήνοντας τα πάντα, όταν τους φώναξε η πατρίδα να την υπερασπιστούν. Στις μαρτυρίες τους, στάση σήμερα. Με επίλογο το ποίημα “Ελλάδα (Οχτώβρης 1940)” του Γιάννη Ρίτσου: «Ακέρια η γης εσείστηκε κι εβρόντηξε όλη η πλάση –/ μια φούχτα άνθρωποι ανίσκιωτοι, μες σε μια φούχτα τόπο,/ κάτι σπασμένα μάρμαρα, κάτι φαρδιά πλατάνια,/ μόνο μπαρούτι τους το φως και σκάγια τους οι ελιές τους/ και δίπλα τους η Παναγιά, κι η Λευτεριά μπροστά τους/ να φέγγει απ’ το βαθύ καημό κι απ’ τα πορτοκαλάνθια./ Κι εκεί, στου δρόμου το σταυρό, στο μυστικό δαφνώνα,/ να οι Θερμοπύλες έτοιμες, να και το Εικοσιένα,/ όρθια τ’ αλέτρια κι οι πηγές, όρθιοι κι οι αποθαμένοι,/ η Ελλάδα η μυριοπίκραντη με τα γαλάζια μάτια,/ μ’ ένα σταμνί στην κεφαλή, μ’ ένα σπαθί στο χέρι,/ κι απάνου στο χωμάτινο σπασμένο κεραμίδι/ δυο καρβουνάκια κόκκινα κι ένα κουκί λιβάνι,/ η φλόγα της καλής αντρειάς, του δίκιου ο δυναμίτης –/ κι ακέρια η γης εβρόντηξε κι ο κόσμος εφωτίστη».

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες