Τετάρτη, 17 Ιουλίου, 2024

Το δράμα της ομαδικής εκτέλεσης 118 Κυδωνιατών

■ …κοντά στην ιστορική γέφυρα του ποταμού Κερίτη στον Αλικιανό

Βρισκόμαστε (νοερά) στο πρώτο δίμηνο της κατοχικής περιόδου του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Πρώτη μέρα του Αυγούστου 1941. Απόλυτος κύριος σ’ όλη την Κρήτη είναι πια ο στρατηγός Αντρέ, που μόλις λίγες εβδομάδες πριν είχε παραλάβει τη στρατιωτική διοίκηση του “Φρουρίου” Κρήτης από τον στρατηγό Στούντεντ.

Την εγκληματική μανία του τελευταίου αυτού Γερμανού στρατηγού, που μπορεί να ειπωθεί πως ήταν και ο πορθητής της Μεγαλονήσου γιατί αυτός διηύθυνε τις επιχειρήσεις της αεραπόβασης, την έχουν ήδη νιώσει, σ’ όλη τη φρικιαστική ένταση της, όλες οι αγροτικές περιοχές της Κρήτης, μα πιο πολύ τα χωριά που βρίσκονται γύρω από το Μάλεμε στα όρια Κυδωνίας, Κισσάμου και Σελίνου.
Το άφθονο και αθώο αίμα, εν προκειμένω των Κυδωνιατών, αυτών που εκτελέστηκαν κατά τα γερμανικά αντίποινα, δεν χόρτασε το εξαγριωμένο γερμανικό θηρίο, που ζητούσε διαρκώς κι άλλο κρητικό αίμα για να σβήσει τη δίψα της εκδίκησης που φλόγιζε την ψυχή του, δίψα που δυναμώνει από τον χαμό και ενταφιασμό σε δεκάδες νεκροταφεία της Κυδωνίας αρκετών χιλιάδων γερμανών αλεξιπτωτιστών.
Για τον σκοπό αυτό, λοιπόν, εξορμά ο γερμανικός στρατός κατοχής την αυγή της 1ης Αυγούστου 1941 στην κοιλάδα της Κυδωνίας και προχωρώντας σαν μεγάλο χταπόδι, απλώνει τα δυνατά πλοκάμια του περισφίγγοντας τα χωριά Αλικιανό, Φούρνε, Σκινέ, Κουφό, Βατόλακκο, Ορθούνι, Καράνου, Νέα Ρούματα, Πρασέ, Μεσκλά και άλλα.
Με την ανατολή του ήλιου, όλα τα χωριά βρέθηκαν πολιορκημένα από τους Γερμανούς στρατιώτες οι οποίοι, κατόπιν σήματος που δόθηκε, με φωτοβολίδες, εκινήθηκαν ταυτόχρονα προς όλα τα σημεία και άρχισαν να συλλαμβάνουν κάθε άνδρα που έβρισκαν στον δρόμο, στα σπίτια ή στα περιβόλια. Όσοι προσπάθησαν να διαφύγουν πυροβολούνταν εν ψυχρώ.

Με την τακτική αυτή πιάστηκαν τότε πάνω από διακόσιοι Κυδωνιάτες και οδηγήθηκαν στον ελαιώνα που βρισκόταν στην αρχή του δρόμου που οδηγεί προς τον Σκινέ, εκεί ακριβώς που λειτουργεί σήμερα το Γυμνάσιο και το Λύκειο Αλικιανού. Εκεί, λοιπόν, στον ξεχωριστό αυτό τόπο με τις πάμπολλες φυσικές ομορφιές του και την μακραίωνη ιστορία του, παίχτηκε και το φρικιαστικό δραματικό έργο της ομαδικής εκτέλεσης των 118 Κυδωνιατών (ανδρών, γυναικών και εφήβων) την 1η Αυγούστου 1941. Ήταν η πολυπληθέστερη ομαδική εκτέλεση σ’ ολόκληρη την Κρήτη, είχε αυτό το θλιβερό προνόμιο, ενώ ακολούθησε αργότερα και άλλη πολυπληθής στη Βιάννο, στον Αμυρά, με 114 άτομα.
Αλλά ας ξαναγυρίσουμε στον ελαιώνα και στους συλληφθέντες και να δούμε πως εξελίχθηκαν τα γεγονότα.
Εκεί, κάτω από τη σκιά των ελαιόδεντρων, συνεδρίαζε το έκτακτο γερμανικό στρατοδικείο. Η διαδικασία που ακολουθούνταν ήταν εξαιρετικά απλή. Προηγούνταν μια τοπική ανάκριση από έναν αξιωματικό της Γκεστάπο, που αφού συμβουλευόταν έναν κατάλογο, προφανώς αυτόν με τα ονόματα των προγεγραμμένων, ρωτούσε τον ανακρινόμενο: «Έλαβες μέρος στη μάχη;», «Πόσους αλεξιπτωτιστής σκότωσες;», «Ξέρεις και άλλους που πολέμησαν;»
Η απάντηση βέβαια όλων ήταν αρνητική. Ωστόσο, ο αξιωματικός της Γκεστάπο, όπως εξακριβώθηκε εκ των υστέρων, την κατέγραφε ως καταφατική, σαν ένα είδος ομολογίας του ανακρινόμενου, τον οποίο κατόπιν διέταζε να την υπογράψει. Ο κατηγορούμενος, ανίδεος της πραγματικότητας, έβαζε πρόθυμα την υπογραφή του νομίζοντας πως έτσι εξασφάλιζε την αθωότητα του και την απόλυση του, χωρίς να φαντάζεται πως υπέγραφε τη θανατική του καταδίκη.
Το χαρτί αυτό με την έγγραφη ομολογία παραδιδόταν αμέσως σε δύο στρατιώτες, οι οποίοι έπαιρναν τον ανακρινόμενο και τον έφερναν μερικά μέτρα παρακάτω που συνεδρίαζε το “έκτακτο στρατοδικείο”. Και η νέα διαδικασία που ακολουθούσε ήταν το ίδιο σύντομη και σχεδόν όμοια για όλους τους συλληφθέντες.
Το γερμανικό στρατοδικείο, μέσα σε λίγα λεπτά, εξέδιδε την απόφαση που ήταν πάντοτε καταδικαστική! Οι μελλοθάνατοι πια οδηγούνταν κατά ομάδες, τραγουδώντας ριζίτικα πατριωτικά τραγούδια, όσοι βέβαια δεν εσύρονταν κυριολεκτικά εξαιτίας της βάρβαρης συμπεριφοράς των γερμανικών στρατιωτών με βίαια χτυπήματα, λογχισμούς και άλλες αθλιότητες και “κατέληγαν” στον τόπο του μαρτυρίου τους, απέναντι στην ανατολική όχθη του ποταμού Κερίτη. Εκεί τους περίμεναν οι εκτελεστές. Εκεί τελείωνε το μαρτύριο τους. Σωρός ολόκληρος τα νεκρά τους σώματα. Μέσα σε τέσσερις μεγάλους λάκκους, πρόχειρα ανοιγμένους, έβαλαν οι θλιβεροί νεκροθάφτες τα άψυχα κορμιά των παλικαριών. Λίγο χώμα και κλαριά από τα γύρω πλατάνια σκέπασαν τα σώματα τους.
Οι δήμιοι ναζί είχαν αγγαρέψει από τους διασωθέντες χωρικούς αυτούς που τους έκριναν αθώους, εκείνους που θα άνοιγαν τους τάφους και θα σκέπαζαν τους νεκρούς, καλύπτοντας έτσι την αποτρόπαια πράξη των “ιπποτών” του Χίτλερ. Έτυχε γιος να θάψει τον πατέρα του και άλλος τον συγγενή και φίλο του. Τι τραγικότερο γεγονός μπορεί κανείς να φανταστεί!
Το δραματικό αυτό έργο κράτησε όλη την ημέρα. Με τη δύση του αυγουστιάτικου ήλιου, χορτασμένοι ίσως από το άφθονο κρητικό αίμα και κουρασμένοι πια, διέκοψαν το έργο της ντροπής, αφού άφησαν ελεύθερους μερικούς από τους συλληφθέντες και τους υπόλοιπους, ζωντανούς μετέφεραν στις φυλακές του Φιρκά στα Χανιά.
Η τραγωδία τελείωσε. Το σκοτάδι άρχισε να απλώνεται στη γύρω περιοχή, όταν τα γερμανικά αυτοκίνητα με τους στρατιώτες του Γ΄ Ράιχ έφυγαν. Ησυχία πια! Τίποτα δεν ακουγόταν! Μόνο το μονότονο θλιβερό τραγούδι του νερού του ποταμού που κυλούσε πλάι στους νιοσκαμμένους τάφους, θρηνώντας τους αδικοχαμένους μάρτυρες. Δείτε ακόμα και το επιστέγασμα της σκληρότητας των “Ιπποτών” του Χίτλερ. Έβγαλαν διαταγή που έλεγε ότι «λουλούδια και σταυροί απαγορεύεται να τοποθετηθούν στους ομαδικούς εκείνους τάφους». Όμως την επόμενη, όλος ο τόπος ευωδίαζε από τα λουλούδια που είχαν σκορπίσει οι πονεμένες γυναίκες της Κρήτης στους τάφους των αγαπημένων τους.
Δέκα σχεδόν χρόνια αργότερα έγινε εκταφή των νεκρών αυτών και τα αγιασμένα οστά τους και κρανία (118) τοποθετήθηκαν στο μνημείο που οικοδομήθηκε με δωρεά του ομογενούς συμπολίτη μας στην Αμερική, καταγομένου από τον Σκινέ, Ματθαίου Αλυγιζάκη. Είναι αυτό που υπάρχει σήμερα στην πλατεία, ανατολικά τς γκρεμισμένης γέφυρας του ποταμού Κερίτη και μας θυμίζει τη θυσία των ηρωικών προγόνων μας.
Κρίνω όμως απαραίτητο να αναφέρω τελειώνοντας ότι αυτήν την αποφράδα για την περιοχή μας ημέρα, 1η Αυγούστου 1941, οι Γερμανοί έκαψαν το χωριό Σκινέ. Και η δικαιολογία ήταν ότι οι γενναίοι κάτοικοι του αντιστάθηκαν ενόπλως όταν αποπειράθηκαν να τους συλλάβουν, εμπρός στα γυναικόπαιδα, τα οποία υποχρέωσαν να παρακολουθήσουν το πυροτέχνημα της πυρπόλησης των σπιτιών τους από μικρή απόσταση.
Στη συνέχεια, συνέλαβαν και εκτόπισαν τους κατοίκους του χωριού σε περιοχές του Αποκόρωνα και του Ρεθύμνου. Ακόμα, τοποθέτησαν στην είσοδο του χωριού μια άθλια πινακίδα η οποία έγραφε: «Εισέρχεστε σε γερμανική περιοχή».

Σημείωση: Οι πληροφορίες για τα αναφερθέντα γεγονότα αντλήθηκαν από προφορικές μαρτυρίες αυτοπτών μαρτύρων της εποχής εκείνης, που τα έζησαν ως έφηβοι και ενήλικες.

*Ο Μανόλης Νικολακάκης
είναι συνταξιούχος εκπαιδευτικός


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα