Σάββατο, 8 Μαΐου, 2021

Τα “ξεκλείδωτα ξωκλήσια” του Κ. Καλαπανίδα

«Τον οδήγησαν τα παιδιά του στο δικαστήριο./ “Μοίρασε άδικα τα υπάρχοντά του”, είπαν./ -Ορκίσου, κατηγορούμενε, να πεις την αλήθεια./ -Ο όρκος, κύριοι δικαστές, ενέχει απειλή,/ αλλά εγώ δεν έχω φόβο κανένα. Ό,τι στη ζωή μου/ απέκτησα άδικα, το απέδωσα εκεί που έπρεπε./ Όσα απέκτησα δίκαια, δίκαια τα μοίρασα στα/ παιδιά μου. Είμαι ένοχος γιατί δε βρήκα τον/ τρόπο να τα μυήσω στην αλήθεια και το δίκιο./ Υποδέχομαι όποια ποινή λέει γι’ αυτό ο Νόμος./ -Αθώος! απεφάνθη το δικαστήριο./ -Ένοχος, επανέλαβε ο κατηγορούμενος, δικάστε με./ Τα παιδιά έφυγαν χωριστά, από αντίθετους δρόμους./ Ο πατέρας έβγαλε το μαντίλι του./ Κι ήπιε το χάπι του». Το ποίημα “Η δίκη” του Κώστα Καλαπανίδα. Ένα από τα 42 “μεγάλα” ποιήματα που συνυπάρχουν μαζί με άλλα 33 “μικρά” στην τελευταία 28η(!) ποιητική του συλλογή “Ξωκλήσια ξεκλείδωτα” που κυκλοφόρησε πρόσφατα απ’ τις εκδόσεις “ΠΑΣΣΑΡΗ”. Σαν δείγμα γραφής του Ποιητή που ύμνησε όσο κανένας άλλος τη Δασκαλοσύνη και που επιμένει να υπηρετεί, μέσω της Ποίησης, την Ανθρωπιά.

«Εσύ, ποιητή, κοίτα την Ιστορία, τον κόσμο και την ψυχή σου και χτίσε τα ποιήματά σου, σαν ξωκλήσια ξεκλείδωτα για τους αναγκεμένους, τους μοναχικούς και τους νυχτωμένους. Φρόντισε, ωστόσο, να επιτελούν άμεση, φυσική επικοινωνία σε υψηλό βαθμό γλωσσικής πληρότητας· και ν’ ακούγονται ως ομολογίες και ως προσευχές, ενώπιον του λαού των ζωγραφισμένων αγίων». Αυτή τη “γραμμή”, όπως τη βρήκα γραμμένη στο οπισθόφυλλο της περί ης ο λόγος ποιητικής συλλογής, ακολούθησε, κι επιμένει ν’ ακολουθεί, μια ζωή ο και καλός μου φίλος, ο “ενδοσκοπικός και συμπερασματικός, γήινος και υπαρκτικός”, κατά Κώστα Καρούζο ποιητής, Κώστας Καλαπανίδας. “Ξεκλείδωτα ξωκλήσια”, κατανοητά δηλαδή για όλους, (και ποιoς δεν είναι αναγκεμένος, μοναχικός και νυχτωμένος!) από τον απόφοιτο το Δημοτικού Σχολείου, μέχρι τον καθηγητή του Πανεπιστημίου, σ’ ένα πρώτο επίπεδο, τα ποιήματά του. Χωρίς καμία έκπτωση στην ποιότητα του λόγου του, ωστόσο. Και βέβαια στην επιλογή των θεμάτων του. Ένας κοσμοκαλόγερος που θυμάται βλέποντας και βλέπει, ενώ θυμάται τα πάντα που συνέβησαν και συμβαίνουν γύρω του και εντός του ο Ποιητής. Ένας κοσμοκαλόγερος που ξέρει να χρησιμοποιεί συγκινησιακά τη γλώσσα, για όλους, στον υπέρτατο βαθμό. Ένας κοσμοκαλόγερος που επιμένει «να κόβει τζάμια και καθρέφτες/ με το διαμάντι» και να κτίζει ξωκλήσια…

Ο Κώστας Καλαπανίδας γεννήθηκε στην Παλαιοκαρνά Τρικάλων το 1935. Είναι συνταξιούχος σχολικός σύμβουλος, ένας από τους συγγραφείς των βιβλίων “Η γλώσσα μου”, καθώς και δύο σειρών γλωσσικών βιβλίων για τους παλιννοστούντες και τα Ελληνόπουλα των αγγλόφωνων χωρών. Το κύριο συγγραφικό του έργο είναι η ποίηση. Εκτός όμως απ’ τις 28 ποιητικές του συλλογές, που έχουν αποσπάσει πολλά βραβεία (“Κύριε Δάσκαλε”, ο τίτλος της πρώτης) και μιας ανθολογίας ποιημάτων, έχει δημοσιεύσει και δύο μυθιστορήματα, μια ανθρωπογεωγραφία, μια συλλογή διηγημάτων και πολλά σχολικά και παιδικά βιβλία. Πολλά απ’ τα ποιήματά του έχουν περάσει στα βιβλία του Δημοτικού, εβδομήντα απ’ αυτά έχουν μελοποιηθεί και η παιδική του ποίηση διδάσκεται στα πανεπιστημιακά παιδαγωγικά τμήματα. Ο Κώστας Καλαπανίδας είναι πατέρας δύο παιδιών και τριών εγγονιών και διαμένει με τη συντ. δασκάλα σύζυγό του στην Αργυρούπολη Αττικής.

Κορωνοϊκά… στα πεταχτά

«Ο ιός – ο ιός είμαι ο κορωνοϊός/ που ελεύθερος γυρίζω/ και χτυπάω σαν τρελός./ Φόβητρο έγινα της γης, και απειλή υγείας/ και δε θα φύγω εύκολα, ωσεί δια μαγείας.// Θα ζείτε έτσι για καιρό με φόβο και με τρόμο/ με εφιάλτες τρομερούς, στα σπίτια και στο δρόμο.// Μην ξεθαρρεύετε, λοιπόν, και πάρετε τις στράτες/ κι αν πείτε πως νικήθηκα, τρέφετε αυταπάτες./ Καλοκαιράκι έρχεται μπορεί να χαλαρώνω/ μα θα ‘μαι πάντοτε παρών σας διαβεβαιώνω». Από τον εκ Φρε Αποκορώνου ορμώμενο Γιώργο Γιακουμινάκη (Βαγιωνιά) το ποίημα με τίτλο “Είμαι ο κορωνοϊός”. Δε σε φοβούμαστε… κουφάλα κορωνοϊέ θα του πούμε του δικού σου, όταν εμβολιαστούμε, Γιώργο! Να περιμένεις παραγγελία γι’ άλλο ποίημα το δίχως άλλο…

«Δεν σ’ απαρνιέμαι, μάτια μου, εκτός και αν γυρίσει/ η γρίπη του Δεκαοκτώ για να μας ξεχωρίσει…» Τη μαντινάδα αυτή θυμήθηκε ο φίλος ιερωμένος, “πάτησε πάνω της” και την τροποποίησε αλλάζοντας τη φράση “η γρίπη του Δεκαοκτώ” με τη φράση “Ο Κόβης του Δεκαεννιά”. «Όπως ο ήλιος μα κι η γη κι η ιστορία κάνει/ κύκλους και φέρνει μας πολλά που ο νους μας δεν τα βάνει», το συμπέρασμά του σε μαντινάδα. «Έρως ανίκατε μάχαν»… χρόνου. Δικός μου ο σχολιασμός.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες