Τετάρτη, 21 Απριλίου, 2021

Τα μαντρατζάκια του μιτάτου και τα κλεμμένα οζά – κανίσκια για το γάμο

Ένα μεγάλο μιτάτο, και μεγάλο εθεωρείτο εκείνη την εποχή, το μιτάτο που είχε πάνω από 150-200 γαλακτοφόρα -έγγαλα οζά- πρόβατα, είχε στο προσωπικό του πάνω από δυο μαντρατζήδες. Ήταν συνήθως μικρά κοπέλια, εκεί γύρω στα 15, και η δουλειά τους ήταν να εκτελούν εντολές του αρχηγού – τυροκόμου.


Τα μιτάτα εκείνη την εποχή στην Ασηγωνιώτικη μαδάρα αριθμούσαν περίπου τα είκοσι.
Η δουλειά λοιπόν των μαντρατζήδων ήταν να κουβαλούν ξύλα, να ανάβουν τη φωτιά, να φέρνουν νερό από τη στέρνα, και γενικά να κάνουν ούλες τσοι εμπασάδες του μιτάτου.
Τους έμενε όμως και αρκετός χρόνος για άλλες ασχολίες. Όπως να αρπάξουν καμιά προβατίνα από κανένα γυρόχωρο. Όπως μου έλεγε ο Πέτρος, που μου έκανε την ιστορία και είχε κάνει αρκετά χρόνια μαντρατζής και τα ξέρει από πρώτο χέρι: Οσοι ‘τανε στσοι Μαδάρες (εννοεί το προσωπικό των μιτάτων) επερνούσανε μια χαρά. Το μπλια καιρό εξεκουράζοντονε και εκοιμούντανε. Είχανε όσο γάλα και γιγούρτη θέλανε και δε ντωνε λείπεντονε και το κρέας, γιατί εκλέφτανε από τα γυρόχωρα.
Όντε ‘θελα τελειώσει το βραστό, εκάνανε καινούργια “στραθιά” σε κιανένα γυρόχωρο και αρπούσανε κιανένα οζό, γή κιαμιάν αίγα. Πολλές φορές εκλέφτανε και περβολικά από τα Κατωμέρη. Μια φορά ήμαστονε παωμένοι από θε ν’ ίσια κάτω και εγεμίσαμενε ένα τσουβάλι ώστε να βάνει βλήτα. Απής τα βγάλαμενε στο μιτάτο, εβγάλαμενε μερκά να τα βράσομενε και ήτανε σησάμι. Ε, το παντέρμο και το γκόπο μας να τα αποσώσομενε στο μιτάτο και ξεκάμαμενε και το ν’ άθρωπο απου είχενε σπαρμένο σησάμι! Μια ν’ άλλη φορά εφορτώσαμενε ένα γάιδαρο πορτοκάλια. Απής τα φέραμενε στη Γωνιά, εδώκαμενε κιάνα – δυο του Μπλατζιοσήφη:
– Ε, μα δε ν’ είναι ετουτανέ πορτοκάλια, μόνο ‘ναι νεράτζια. Και τα πετάξαμενε.
Οντε ‘θελα βρεις κρέας βρασμένο στο μιτάτο, εκατέχες πως ήτονε κλεψίμιο και τσοι πλια φορές ήτονε δουλειά τω μαντρατζήδω!
Όπως είχα γράψει και πιο παλιά, αυτό το σπορ -υποθέτω- πως αποκρατεί από την αρχαία εποχή και προφανώς θα τους το δίδαξε ο τραγοπόδαρος Πάνας, ο γιος του Ερμή που ο αθεόφοβος είχε κλέψει ακόμα και τα βούγια του αδελφού του!
Τον Θεό Πάνα, καθώς και τη Βριτομάρτη, τους λάτρευαν οι αρχαίοι Λαππαίοι, εδώ στην όμορφη κοιλάδα του Μουσέλα, που «Λες και Κυκλώπων χέρι την χάραξε μέσα σε θεϊκό μεθύσι», όπως γράφει ο ποιητής.
Διάβαζα παλιά ένα όμορφο λαογραφικό βιβλίο του Νανούρη, που μάλιστα είχε πάρει και Γ’ έπαινο από την Ακαδημία Αθηνών, έλεγε λοιπόν, για τους συμπατριώτες του Ναξιώτες, πως τους έμαθε την τέχνη της ζωοκλοπής ο ίδιος ο Ερμής που όπως έλεγε γεννήθηκε στη Νάξο. Κάτι κοινό, λοιπόν, έχουμε με τους Ναξιώτες, και να μην πω πως κάπου πρέπει να μας ξεπερνούν, γιατί όπως γράφει ο Βερώνης: «Το να είναι κάποιος κλέφτης ήτανε τιμή και περηφάνια». Και κάπου αλλού: «Ο καλός ο κλέφτης του χωριού ήταν ο πρώτος γαμπρός… Ηταν δύσκολο να παντρευτεί κάποιος αν δεν ήταν καλός ΠΕΡΠΑΤΑΡΗΣ – ΣΑΛΕΜΑΤΑΡΗΣ», υποθέτω καλός κλέφτης.
Αναφέρω και μια εξομολόγηση που του έκαμε μια γριά Ναξιώτισσα: «Ο άνδρας μου με αγαπούσε, μα εγώ δεν τον αγαπούσα, γιατί δεν ήτανε καλός κλέφτης και ήτανε και κοντός». Και παρακάτω: «Ενας από τον Δαμαριώνα διάλεξε για τις έξι κόρες του, έξι καλύτερους κλέφτες του χωριού και κανένας δεν τολμούσε να πειράξει το κοπάδι του. Ετσι κατάφερε και το έκανε χιλιάρμενο», υποθέτω χίλια πρόβατα και αίγες.
Αυτό από τη Νάξο και ξανά στο Ασηγωνιώτικο μιτάτο, με τα δυο μαντρατζάκια που τους απασχολούσε ένα μεγάλο πρόβλημα. Κάποιος πολύ δικός τους παντρεύονταν την επόμενη Κυριακή και θα έπρεπε, όπως έλεγε το έθιμο, απαραιτήτως να πάνε καθένας από ένα πρόβατο ή αίγα σφαγμένο, το λεγόμενο κανίσκι. Ενα έθιμο, που ευτυχώς αποκρατεί και μέχρι τις μέρες μας, μα… τώρα πια δεν είναι κλεψιμιό. Απαραιτήτως, πριν ν’ αναχωρήσουν, έπρεπε να ενημερώσουν και τον προϊστάμενό τους τον τυροκόμο.
– Όθε μπου το βάλετε;
– Επα θα πάμενε μια βόρτος επα ‘σια πάνω.
– Ναι, μόνο οι βόρτες σας απολείποντονε! Αμέτε όπου θέλετε, μόνο ταϊτέρου να ‘στε επά όντε θα αρμέγωμενε, να βοηθήσετε του γκαλονόμω ε!!..
Ο τυροκόμος, κατάλαβε αμέσως το σκοπό της βόλτας και δεν έδωσε συνέχεια στην κουβέντα – ανάκριση. Ο Αντρουλής με τον Πέτρο πήραν την ανηφόρα. Τους είχε κατάλληλα ορμηνέψει ο Γκαλονόμος:
– Μωρέ, μη μπάτε αλάργο. Αμέτε επα κοίτα. Τους είπε το χωριό. Να πάρετε ο καθένας σας ένα οζό. Μα δε θα το πάρουν καθόλου χαμπάρι.
Πήγαν λοιπόν στο χωριό, και την περιοχή που τους υπέδειξε ο γκαλονόμος, πήραν από ένα οζό ο καθένας. Ο Πέτρος το έδεσε με ένα σχοινάκι που κρατούσε. Όμως ο Αντρουλής δεν κρατούσε σχοινί και αναγκάστηκε να βγάλει τη ζώνη του. Όπως το τραβούσε κάπου μπέρδεψε, σκόνταψε ο Αντρουλής, δεν πρόλαβε να το συγκρατήσει και του έφυγε, βωλοσέρνοντας και την ζωστήρα, και προφανώς θα επέστρεψε στο κοπάδι που το είχαν κλέψει.
Μόλις του έφυγε το πρόβατο, φώναξε του Πέτρου:
– Κακομοίρη, έφυγέ μου το οζό και σάικα θα γιαείρει οπίσω.
– Ε, μα να το κατέεις αύριο πρωί – πρωί θα φτάξει στο μιτάτο και θα ξανοίγει να δει ποιός δε φορεί λουρικό για να βρει τον κλέφτη των οζώ ντου. Όμως όπως είχαν συμφωνήσει και συνεννοηθεί, αυτός πήγε κατευθείαν στο χωριό και έθεσε του “θανατά” στο κρεβάτι, προσποιούμενος τον άρρωστο.
Ο παθών, αφού έκανε τον σχετικό οπτικό έλεγχο, δεν εντόπισε κανένα που να μην φορεί ζωστήρα. Ο τυροκόμος ήταν γνώστης της ιστορίας και τον ρώτησε:
– Κουμπάρε, είντα γυρεύεις;
– Εκλέψασι μου δυο οζά και το ‘να εγύρισενε οπίσω και έσερνενε ένα λουρικό και είπα μη μπανά…
– Σε παρακαλώ, επά το προσωπικό του μιτάτου δε γκάνει τέτοιες δουλειές! Μόνο άμε αλλού να γυρεύεις τα οζά σου…!
Εκανε το θυμωμένο, ενώ ήξερε τους δράστες και τα γεγονότα.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες