Δευτέρα, 14 Ιουνίου, 2021

«Προσκυνούμε Σου τα Πάθη Χριστέ και την ένδοξή Σου Ανάσταση»

Κυριακή των Βαΐων. Χτυπούν οι καμπάνες χαρμόσυνα! Ενας ψαλμός από δοξαστικά τροπάρια γεμίζει ήχους και αρώματα από λιβάνι τα Ιεροσόλυμα.

Ολα λάμπουν προτού μαραθούν της βαγιάς οι κλώνοι. Και τρέχει κόσμος στην υποδοχή· δεξιά κι αριστερά γεμάτοι οι δρόμοι για να προλάβουν να δουν τον καβαλάρη να πάρουν την ευλογία του. Κάθεται πάνω στο ζώο της υπομονής ο Χριστός και προχωρεί με την ανάσα του το ζώο και ξωπίσω τρέχει ο θάνατος με την προδοσία. Αγκαλιασμένα τα βαγιά σκύβουν ευλαβικά και κάνουν τόπο να περάσει σαν το φεγγάρι ο ερχόμενος.
Απ’ όλα τα στόματα φτάνει το καλωσόρισμα μ’ ένα γλυκό ύμνο: «Ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου» και τα χέρια σαν κλαδιά δάσους σταυροκοπιούνται. Και στρώνεται μεμιάς πάνω στον λόφο του μυστικού δείπνου το τραπέζι και προσεύχονται οι μαθητές και λαμβάνουν τον άρτον και τον οίνον της θυσίας -το νάμα της αγάπης. Ενας απ’ όλους χωρίς καρδιά τραβά την προσοχή του Κυρίου και τον κερνά ξεχωριστά, προαναγγέλλει το προφητικό προανάκρουσμα. Ιερείς και Φαρισαίοι αναζητούν τον Κύριο να τον δικάσουν με σταυρικό θάνατο.
Τον οδηγούν στη μεγάλη αυλή των δικαστών. Σκληρή ανάκριση δέχεται ο υιός του Θεού και με απάθεια δέχεται εμπαιγμούς την ώρα που κλωνίζεται η εμπιστοσύνη μπροστά στην άρνηση για να μας πει: «Μάθετε να μετανοείτε και ν’ αγαπάτε αληθινά». Δικάζεται σε θάνατο ο δωρητής της ζωής.
Γεννημένος για θυσία στον Θεό, φορτώνεται τον βαρύ σταυρό ο Κύριος, προχωρεί κι ανηφορίζει, ανυπόδητος στον τόπο του μαρτυρίου.
Η κουστωδία ακολουθεί μ’ έναν προδότη οδηγό και τον χτυπούνε με ορμή, με λαδωμένα μαστίγια. Υποφέρει, πονεί, ίδρωσε, κουράστηκε, γονάτισε από το βάρος του σταυρού και μια και δυο και τρεις για να πάρει δύναμη σαν άνθρωπος και έφθασε στον Γολγοθά σ’ αυτό το τέλος του δρόμου που μόνος του εδιάλεξε. Γεμάτο το κορμί του πληγές από τα χτυπήματα, έσταζαν στη γη και γέμισε αίμα η Ανοιξη. Εδώ ξεγύμνωσαν τον δάσκαλο της πίστης οι βάρβαροι και έβαλαν κλήρο στα ιμάτιά του. Και τον ξάπλωσαν γυμνό και ανυπόδητο πάνω στον Σταυρό και αντιλάλησαν οι κρότοι από τα καρφιά που κάρφωναν με οργή τα χέρια και τα πόδια του, οι άπιστοι και την καρδιά του με το πιο φαρμακερό καρφί.
Κρεμάστηκε με ματωμένο το κορμί ο Κύριος ανάμεσα σε δύο ληστές και πριν την ψυχή του αφήσει, λέει στη μάνα Παναγία: «Μην καρτερείς το γιο σου μάνα, μη κλαις, ο γιος σου ζει, αυτόν θα έχεις συντροφιά» και έδειξε τον Ιωάννη. Χολή και ξίδι τον ποτίσανε οι βάρβαροι να χορτάσει η δίψα, να παραδοθεί στον θάνατο. Ηρεμα τα δυο του χείλη το δέχτηκαν και ακούστηκε: «Πάτερ άφες αυτοίς ου γαρ οίδασι τι ποιούσι». Και δεν πιστεύαν στα μάτια τους οι άπιστοι και του τρυπούν με λόγχη την πλευρά και τρέχει αίμα και νερό, αφού έγειρε το κεφάλι κι ακούστηκε αδύναμα, συλλαβιστά το «τετέλεσται». Ράγισε η φωνή της μάνας σαν αναφώνησε: «Σώμα μου, ψυχή μου, παιδί μου! Να σε ραντίσω με μύρα τ’ Απρίλη από ανθισμένους ασπαλάθους και θυμάρι να μυρίσει ο τόπος μέλι». Κι έγινε ο θρήνος σιωπή, την ώρα που όλα τ’ αγγίζει η αγάπη, ψυχές και κορμιά.
Ο ουρανός εσκοτείνιασε, το φως εχάθη. Και όταν ήρθε το δειλινό, «με σινδόνι, καθαρά και αρώμασι» τύλιξε το σώμα ο Ιωσήφ και έμεινε το σώμα του Κυρίου στη γη και η ψυχή του στον ουρανό του πνεύματος. Και οι καμπάνες πένθιμα διαλαλούν τα πάθη του Χριστού και στήνεται επιτάφιος στολισμένος με ανθούς και κρίνα και μοσχοβολούν οι εκκλησιές και ακούονται τροπάρια παραπονετικά και παραστέκονται οι μυροφόρες μέσα στη σιωπή. Αυτός ο Επιτάφιος στάζει δάκρυα στης πίκρας το ποτήρι. Μα ο Κύριος προείπε την Ανάσταση και ο χθεσινός νεκρός του Επιταφίου μετά τρεις μέρες ανασταίνεται. Τρεις γυναίκες μυροφόρες έφθασαν με μύρα και είδαν τον τάφο άδειο και τους εξήγησε ο Άγγελος κι έτρεξαν να δώσουν το μαντάτο και ο ήλιος ξαναφάνηκε και όλη η φύση αναστήθηκε και «παντού χαρά χωρεί και παντού τραγούδια». Ολα τα σήμαντρα χτυπούν στα διπλά καμπαναριά, μα και τα μυστικά σήμαντρα στα σήμαντρα στα ρημοκκλήσια.
Λάμπουν οι εκκλησιές από αναστάσιμα τροπάρια και από το ανέσπερο φως που το πήραν να το φυλάξουν οι καντήλες.
Γλυκά λαλούν στα δώματα τα πουλιά και τα παιδιά χοροπηδούν και τραγουδούν στους δρόμους! Ολοι χαιρετούν με το «Χριστός Ανέστη – Αληθώς ο Κύριος» και μυρίζει ο αέρας από τα πασχαλινά γλυκά και ψητά (κουλουράκια, τσουρέκια κ.ά.).
Έτσι γιορτάζουμε την Ανάσταση του Κυρίου, γιατί μας δίδει χαρά με το μήνυμα της ελπίδας, της πίστης, της χαρισματικής ζωής.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες