Τρίτη, 30 Νοεμβρίου, 2021

Πνευματικά και καλλιτεχνικά γεγονότα του τόπου μας

Αξέχαστα, καλοκαιρινά πανηγύρια, στο Σέλινο.

1. Στον Αϊ-Λια στην Τρυπητή!
(αφιερωμένο ευλαβικά, στην αείμνηστη σήμερα, συντροφιά τότε!)
(Καταμεσής του καλοκαιριού, θα ήθελα μια προσωρινή αλλαγή, στο περιεχόμενο της συνεργασίας μου. Να ξεκουράσω τον αναγνώστη από βιβλιοπαρουσιάσεις και τα όμοια τους, με αναμνήσεις πανηγυριών, που άφησαν εποχή, με συντροφιές αξέχαστες. Έτσι, θα θυμηθούμε πότε, που, και με ποιους τα ζήσαμε αυτά!):

Καλοκαίρι, λοιπόν, του 1963, στο χωριό μου: Καμπανό – Σελίνου.
Μέρες και χρόνοι ευτυχισμένοι! Οικογενειακή ατμόσφαιρα ευλογημένη, συν Θεώ, και οι φιλικές παρέες ανεκτίμητες! Και το μαντολίνο, δημιουργούσε κι εκείνο, κλίμα χαρούμενο, γιατί εκτός από τον κάτοχο του, έπαιζαν πιο καλά, κι άλλα της συντροφιάς μας πρόσωπα, όπως: ο παπά- Μανώλης Τζανουδάκης, ο Δεκαβάλης ο Νούφρης, ο και πρόεδρος της Κοινότητας, κι άλλοι· ενώ όλοι χόρευαν θαυμάσια.

Εκείνο το απόγευμα, αρχές του Ιούλη, απέναντι στη μεγάλη ελιά του καφενείου του Παπαδογιάννη, που συνηθίζαμε κι αποκαηματίζαμε, η παρέα μας, την πήραμε την απόφασή μας. Η ιδέα ήταν συλλογική: Του Δεκαβαλονούφρη, του παπα-Γιάννη Πρωτοπαπαδάκη και του παπα-Μανώλη Τζανουδάκη. «Να πάμε, λέει, για οκτώ μέρες, για μπάνια στου Χαρέη, ανατολικά της Σούγιας». Να φύγουμε παραμονή τ’ Αϊ-Κηρυκού (14/7), για τη Λισσό και να επιστρέψουμε την επόμενη στη Σούγια, κι απ’ εκεί για του Χαρέη που θα μέναμε.

Συγκεντρώσαμε τα απαραίτητα της διαμονής μας στο ύπαιθρο, τις προμήθειες μας κ.λπ. και ξεκινήσαμε με το φορτηγό του γαζοζά (Κωστή Γρ. Ζερβουδάκη) για τη Σούγια.
Ήμασταν: οι δυο παπάδες (παπά-Μανώλης, παπά-Γιάννης), ο Δεκαβάλης ο Νούφρης, εγώ, ο πτυχιούχος γιος του π. Μανώλη, ο Λευτέρης, ο πτυχιούχος ο Νίκος Αντ. Πρωτοπαπαδάκης, ο Βαγγέλης ο Παπατζανάκης, και φτάσαμε μεσημεριάτικα στο καφενείο του Πατεροβασίλη στη Σούγια. Φάγαμε, κάναμε τις απ’ εδώ προμήθειές μας σε γαζόζες και συμπληρωματικά της κουζίνας.

Προστέθηκαν στην παρέα μας, γιατί τους άρεσε, ο Φιντέλ Κάστρο (=ο γιατρός, Αντρέας Αρχοντάκης), ο Αντ. Πατεράκης, ο “Κονταντώνης” κι ο Δημήτρης ο Παπαδερός, ο αδελφός του Αλέκου. Κι όλη η παρέα μπήκαμε στη βάρκα του Μυριζάκη και με το τραγούδι, σε μισή ώρα δέναμε στου Χαρέη την παραλία. Ξεφορτώσαμε τα εφόδια μας, ετοιμάσαμε κοιμητές (στρωματές), πυρομάχι, κ.λπ. και πήγαμε για μπάνιο, άλλοι στην «κολύμπα» κι άλλοι στ’ ανοιχτά.

Ο Δημήτρης ο Παπαδερός, γνώστης άριστος της περιοχής ανεβαίνει σ’ ένα χαράκι δίπλα μας και ρίχνει ένα δυναμιτάκι στη θάλασσα και βγάζει οκτώ σάρπες, όπως μας τις είπε. Ακολούθησε καθάρισμα, ψήσιμο, τραπέζι μ’ όλα τα καλά του Θεού. Ωστόσο, φτάνει κι από το Κουστογέρακο η Πατεράκη η Σοφία, του Βαγγέλη η γυναίκα, θαρρώ, μ’ όλα τα καλά για τραπέζι και μ’ ένα βαρελάκι στον ώμο της, γεμάτο μπρούσκο κρασί. Όλη η παρέα του άντρα της γνωστή, γνωστός της κι ο Νούφρης ο Δεκαβάλης, από τα χρόνια της Αντίστασης.
«Σαν κι εσένα Νούφρη, είναι κι η παρέα σου, που δεν τη γνωρίζω;», ρωτά για μας τους Καμπανιώτες, που δεν εγνώριζε, ενώ ήδη άρχισε και κερνούσε το κρασί, με γεμάτα κύπελλα λέγοντας: «Απού τ’ ακούει ας μην το πιει, κι ας είναι και γεμάτο!»

Ακολούθησε κέφι, ριζίτικα τραγούδια και χορός. Έπαιζα μαντολίνο εγώ. Πρώτος χορευτής ο παπά – Γιάννης Πρωτοπαπαδάκης, κρατώντας ένα γερμένο κλαδί της χαρουμπιάς, που ήταν δίπλα μας. Οξ’ από πίσω η υπόλοιπη παρέα, χόρεψε κι αυτή με τη σειρά της. Ύστερα, πήρε το μαντολίνο ο Δεκαβάλης, για να χορέψω κι εγώ! Το γλέντι κράτησε ως αργά. Με τ’ απόβραδο, οι Κουστογερακιώτες φίλοι μας και συγγενείς, φύγανε για το χωριό τους, εκτός από τον Πατεραντώνη, που είχε δυνατό πυρετό, κι ο γιατρός της συντροφιάς μας, ο Αντρέας ο Αρχοντάκης, μόλις που του έκανε μια ένεση.

Η βραδιά πάντως ήταν αξέχαστη! Τα “φουριάρικα”, ολόγυρα μας, με τα λεράκια τους από στεριάς, το μουρμουρητό των κυμάτων της θάλασσας δίπλα μας, όλα μα όλα, συντροφιά πρωτόγνωρη, θαυμάσια, μοναδική, ειδυλλιακή!

Ξημερώματα, οι πέρδικες απέναντι ψηλά στη Μαδάρα, με το τραγούδι τους μας προετοίμαζαν ονειρεμένο εγερτήριο. Πλυθήκαμε, ντυθήκαμε, κάναμε τον Όρθρο στη διπλανή μας εκκλησία, τον Αγ. Αντώνη, ήπιαμε καφέ, φάγαμε πρωινό κι απλωθήκαμε όλοι στην πλαγιά, για να χαρούμε το τοπίο και τ’ αρωματικά φυτά. Κι ύστερα, η καταγάλανη, πανέμορφη θάλασσα μας περίμενε, για να μας δροσερέψει, μιας κι άρχισε ζέστη.

Είναι σήμερα 19 Ιουλίου, παραμονή της γιορτής του Προφήτη Ηλία. Ο Πατεραντώνης είναι αρκετά καλύτερα και η πρόταση της παρέας, να κάνουμε την ανηφοριά, κι ας είναι και τόσο ψηλά και να φτάσουμε στην εκκλησία τ’ Αϊ-Λια, που γιορτάζει απόψε κι αύριο. Και ξεκινούμε τα γρεμνά της ανηφόρας Χαρέη – Προφήτη Ηλία. Φτάξαμε λαφιασμένοι, ολοσούρωτοι από ιδρώτα. Μας υποδέχονται στην πόρτα τσ’ εκκλησίας ο Παπανούφρης, εφημέριος του Λειβαδά και παπα-Γιώργης Χιωτάκης, εφημέριος ενοριών των Σφακίων. Και χτυπάει η καμπάνα εσπερινό!

Οι πανηγυριώτες, Σφακιανοί και Σελινιώτες, κύρια Κατωχωριανοί, πλημμύρισαν την κορυφή του Αϊ-Λια. Και με το τέλος του εσπερινού ετοίμαζαν (οι πανηγυριώτες) του κόσμου τα καλά. Η θέα, από ‘δω πάνω, είναι όνειρο κι όποιος τη χάρηκε, ώστε να ζει, δεν την ξεχνά. Η φεγγαρολάψη μοναδική. Η απεραντοσύνη της θάλασσας ως το βάθος της Γαύδου, απίστευτη. Κι ωστόσο το πανηγύρι έτοιμο, μοιράζεται, πλουσιότατα κι όλοι τ’ απολαμβάνουν μ’ ευχάριστη διάθεση. Τα όργανα «κουρντίζουν» κι οι χορευτάδες πιάνουν τα χέρια. Τώρα, στον καλαματιανό, χορεύει πρώτος στη συντροφιά, ο ενωματάρχης του σταθμού της Σούγιας, ο Δεμέντζος, μου είπαν· κάνει τόσες στροφές μερακλίδικα και κόβει το μαντήλι του χορού στα δύο. Μια στιγμή, ένας Σφακιανός άντρας θεμελιακός μου προσφέρει ένα ποτήρι κρασί. Το παίρνω εγώ κι ας μην τον γνωρίζω κι οι διπλανοί μου ‘παν ότι είναι ο καπετάν Αντρέας. Κι εγώ ευχαριστώντας, ευχήθηκα: «Στην υγειά σας, κύριε Αντρέα!» Τότε εκείνος με διορθώνει έντονα: «Καπετάν Αντρούλα να με λες!»…

Περασμένα μεσάνυχτα και το γλέντι συνέχιζε….
Εγώ έτρεμα από το κρύο της βουνοκορφής εδώ πάνω. Θεία φώτιση, και παίρνει το μάτι μου το μουλάρι του Παπανούφρη, με το σαμάρι του και να τρώει χόρτα και θάμνους. Και σκέφτομαι να πάω μέσα στην εκκλησία, που είναι από ώρας αγγιασμένοι οι παπάδες και να ζητήσω του παπά Νούφρη, αν γίνεται, να ξεσαμαρώσω το μουλάρι, να πάρω το σαμάρι πιο πέρας σε μια καλοκοιμηθιά, να μπω από κάτω του, για να ξημερωθώ από τ’ αγιάζι, που με βασανίζει, τόσο κρύο…

Κι ο παπά- Νούφρης μου απαντά: «Μετά χαράς Σταματημου, μα να ‘ρθω να το ξεσαμαρώσω εγώ, μήπως σε κλωτσήσει!» Κι ήρθε κι έγινε το θαύμα: Εγώ κάτω από το ζεστό κετσέ του σαμαριού, πέρασα μια βραδιά όνειρο. Να ‘ναι παρά θεού πληρωμένος ο παπά-Νούφρης, που με γλύτωσε από πνευμονία, εδώ στ’ Αϊ-Λια της Τρυπητής, σύνορο Σελίνου και Σφακίων! Και την επόμενη:

Δέκα η ώρα το πρωί είχε τελειώσει το πανηγύρι, προσκυνούμε τη χάρη τ’ Αϊ-Λια και παίρνουμε την κατηφόρα για τον καταυλισμό μας στου Χαρέη. Ζήσαμε μια μοναδική βραδιά εκεί πάνω: Παρέα εσπερινό, θεία λειτουργία, πανηγύρι, γλέντι και παρέα αξέχαστη.
Στη χάρη τ’ Αϊ- Λια και σ’ όλους τους συντελεστές, οι ευχές μας ολόθερμες.

(Σημ. Μια σελίδα από το έργο: “Ιστορίες μιας Ζωής”, που ετοιμάζεται)

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα