Σάββατο, 18 Σεπτεμβρίου, 2021

Πνευματικά και καλλιτεχνικά γεγονότα του τόπου μας

Αγαπητοί αναγνώστες, Χριστός Ανέστη – Χρόνια πολλά!

Οδεύουμε -συν Θεώ- προς το τέλος και της τρίτης Κυριακής από το Άγιον Πάσχα, της Κυριακής του Παραλύτου (23/5). Αυτές τις μέρες (17-23/5), το εορτολόγιο, τιμά και γεραίρει την ιερή μνήμη Μελχισεδέκ του μάρτυρα Επισκόπου Κισσάμου και Σελίνου στις 19/5.

Σε δυο μέρες μετά, στις 21/5 η μεγάλη γιορτή Κωνσταντίνου και Ελένης των Ισαποστόλων. Γιορτή, σε πάρα πολλές Ενορίες, κεντρικές εκκλησίες και ιερές Μονές. Τοπικά, για να μην ξεχνούμε και τη γειτονιά μας, η Νέα Χώρα πανηγυρίζει όπως κάθε χρόνο, τη χάρη των, κατά το πρεπό!

Ευχή μας, φέτος να μη σταθεί εμπόδιο ο κορωνοϊός και η χάρη των Αγίων μας, να τον αποδιώξει. Βέβαια και τα σχετικά εμβόλια, να είναι για όλους μας, πρώτο μέλημα αντιμετώπισής του.

Και τώρα συνεχίζομε το θέμα που είχαμε ξεκινήσει από την προηγούμενη Παρασκευή (14/5), το αφιερωμένο στην 80ή Επέτειο (1941-2021) από την έναρξη της Μάχης της Κρήτης!

Σήμερα, 21 του Μάη του ‘41, αναστατωμένος ο κόσμος απ’ αυτά που ζει και βιώνει, απροειδοποίητα, καθώς βρίσκεται στις εποχικές δουλειές του, αναρωτιέται και… πληροφορείται, πως:

«Ο Χίτλερ τους εδιάταξε ούλους τσι στρατηγούς του,
– Θέλω να μου διαλέξετε τσι πιο καλούς μας άντρες,
γιατί θα κάμω πόλεμο εις το νησί τση Κρήτης,
στου Δία τη γενέτειρα, στου Μίνω την πατρίδα,
στου Βενιζέλου τα Χανιά, στ’ αθάνατο τ’ Αρκάδι…»¹
και ο κρητικός λαός αναρωτιέται:
«- Παιδιά μ’ είντα ‘ν’ η ταραχή και η μεγάλη αντάρα
και μπλειό τ’ αηδόνια δε λαλούν εις τα χωριά τση Κρήτης;
– Οι Γερμανοί περάσανε και τα μαυροφόρεσαν σκοτώσαν τα κι εκάψαν τα…» ²
Τούτος ο βασανισμένος λαός της Κρήτης, συστρατεύεται σύμψυχος σ’ έναν αγώνα άνισο, σε μια θυσία οδηγημένη και προαποφασισμένη από την Ιστορία του Νησιού την ένδοξη και παλεύει με τη συμπαράσταση των Ψυχών ηρωικών προμάχων της Κρητικής Ελευθερίας, αφού οι άντρες της Κρήτης βρίσκονται στην Αλβανία, όπου τους είχε καλέσει το υπέρτατο καθήκον:
«- Σήκω Χαιρέτη χύμηξε γοργός με το σπαθί σου
και δείξε εις τους Γερμανούς ποια είναι η φυλή σου
και πέτα στα ποδάρια σου κεφάλια ‘ποκομμένα
γιατί κι αυτοί εσφάξανε παιδιά σ’ αγαπημένα…» ³

«- Κάτω στο Φραγκοκάστελλο, στου Πατσιανού το δρόμο,
πέτα ‘νας Κρητικός αϊτός με το σπαθί στον ώμο,
και κράζει από ψηλή κορφή, ήρωα τ’ όνομά σου,
στον τόπο που τα δόξασες περίσσια τ’ άρματά σου.
Δεληγιαννάκη ξακουστέ, άτρομο παλικάρι
στην Κρήτη στέκεις διαλεχτός με δύναμη και χάρη.
Σηκώσου πάλι στ’ άρματα, πέταξ’ από τον Άδη
και βάλε κάθε Ιταλό και Γερμανό σημάδι…» 4

«Άντρες, γυναίκες και παιδιά, τση Κρήτης αντρειωμένοι,
τση Λευτεριάς τη Ρήγισσα, ήρθανε να σκλαβώσουν,
Βροντά κι αστράφτ’ ο Ουρανός, κι η θάλασσα φουσκώνει,
τα όρη αναταράσσονται και τα βουνά βρουχούνται,
κι ο Διγενής σέρνει φωνή απού τον Ψηλορείτη:
-Απού ‘χει άρματ’ ας βαστά, κι απού δεν έχει, ας βρίστει!»5
Κρανίου τόποι γίνανε τα χλοερά λιβάδια κι οι πορτοκαλεώνες της Αγιάς, του Φουρνέ και τ’ Αλικιανού! Απάνθρωπες εκτελέσεις «εν ψυχρώ» στα λιόφυτα του Κοντομαρί και των Περιβολιών, του Κυρτωμάδω και της Παλαιοχώρας, του Κερίτη και της Αγιάς:
«Εις την Αγυιά ‘ναι ‘να δεντρί κι όποιος κι ανέν περάσει
τα μάθια θα βουρκώσουνε, θα βαριαναστενάξει
γιατί πατεί στα κόκκαλα τση γης των αντρειωμένω
τση Κρήτης των παλικαριώ…» 6

«Φωνή και κλάημα-ν-άκουσα στη γέφυρα Κερίτη·
Ποιες να ‘ταν απού κλαίγανε και τα δεντρά μαραίναν;
Δεν ήταν μια, δεν ήταν δυο, δεν ήταν τρεις και δέκα
ήταν των εκατόν οχτώ χαροκαημένες μάνες,
μάνες, γυναίκες κι αδερφές κακοθανατισμένων.
Η μια ‘κλαιγε τον άντρα της, η γι’ άλλη τον υγυιόν τση
οι γι’ αδερφές τους αδερφούς, τη λεβεντιά της Κρήτης».7

Γι’ αυτήν τη “λεβεντιά” της Κρήτης «το θρηνητικό συναξάρι» της «Κεντρικής Επιτροπής διαπιστώσεως ωμοτήτων εν Κρήτη» 8 σημειώνει:

«…Την 1ην Αυγούστου (1941) οι Γερμανοί συνέλαβαν εκ του Αλικιανού και των πέριξ χωρίων Ρούματα, Πρασές, Ορθούνι, Καρές, Φουρνές, Σκινές, Κουφός και Βατόλακκος, εκατόν οκτώ άνδρας, τους οποίους εξετέλεσαν αυθημερόν εις την παρά τον Αλικιανόν γέφυραν του ποταμού Κερίτη…»

Όμως, Κρήτη, κουράγιο! Η Αντίσταση έχει πια γενικευτεί σ’ όλο το Νησί. Οι ηρωισμοί των παιδιών σου, γίνονται ύμνος τρισάγιος στις ιερές της Ιστορίας μας σελίδες.
«Εις τα Σφακιά γιορτάζουνε, στσι Λάκκους κάνουν γάμο,
και εις το Κουστογέρακο ντουφέκι’ αντιλαλούνε.
– Παιδιά κι είντα να γίνεται, παιδιά και είντα να ‘ναι;
– Πόλεμο κάνει το χωριό και πολεμούν με πείσμα
τους Γερμανούς να διώξουνε…» 9
«Κρήτη που σε πατήσανε καταχτητές κουρσάροι,
ούλους εσύ τσι νίκησες, γιατί ‘χεις αντρειωμένους.
Σαρακηνούς και Ενετούς και Τούρκους γιανιτσάρους
και Γερμανούς εσκότωσες πάρα πολλές χιλιάδες
και ήσουν και ξαρμάτωτη…» 10

Μάχες πάνω σε μάχες. Παλικαριές και ηρωισμοί απ’ άκρου σ’ άκρο του Νησιού. Από το Μάλεμε ως το Γαλατά, κι απ’ τον Κακοπέτρο ως τα Μεσαύλια. Από το ξεθεμέλιωμα της Καντάνου ως τον Κυρτομάδο και τα Περιβόλια. Από τα Ρεθεμιώτικα ως το Καστέλλι Πεδιάδας. Απ’ τα Βορίζια ως την μαρτυρική Βιάννο. Από τον Κρεββατά ως τα Γδόχια και τη Μύρτο. Κι απ’ τα Λιβαδοκουστογέρακα ως τον Καλλικράτη και τα Σαχτούρια, Ηρώα και Μνημεία, πλάκες και μνήματα, σταυροί και μαυροφορεμένοι, είναι τα στοιχεία που συνθέτουν την εικόνα της καταστροφής και της ερήμωσης, των αντιποίνων και των θηριωδιών.

«Φωνή και κλάημαν άκουσα στου Γαλατά το λόφο·
μη Χάροντας επέρασε, θανατικό μην ήρθε;
– Μουδέ ο Χάρος πέρασε, θανατικό δεν ήρθε,
μόνο φονιάδες ήρθανε απού τη Γερμανία,
σφάζουνε, καίνε τα χωριά, τις εκκλησιές μολύνουν
τα δέντρα μαραθήκανε και τα πουλιά σιγήσα
κι οι ποταμοί στερέψανε απ’ τον πολύ τον πόνο». 11
«Φωνή και κλάημαν άκουσα στση Κάντανος τον κάμπο·
σε ποιά μεριά τση Κάντανος, σε ποια μεριά του κάμπου;
– Στ’ Ανισαράκι κλαίγανε τσι γυιούς των οι μανάδες
κλαίνε και στον Κουφαλωτό τσ’ άντρες των οι γυναίκες
που των αφήκαν ορφανά…» 12
«Στ’ Αγιού Πνεμάτου τσι κορφές,
στου Κουρκουλού τσι βρύσες
δεν κελαϊδούνε πέρδικες και δε λαλούν κουδούνια
του Ροδακίνου οι κοπελιές στα μαύρα βουτηχτήκαν,
γιατ’ ένα τάγμα Γερμανοί, φωθιά και δυναμίτες
το ‘κάψαν το Ροδάκινο και το καταρημάξαν.
Μα οι γι’ άντρες μαζωχτήκανε εις τον Κρυονερίτη
και πολεμούν τσι Γερμανούς για να τσ’ εκδικηθούνε…» 13
«- Μαλάθυρ’ όμορφο χωριό, άξιο και τιμημένο,
και που ‘ν’ οι γι’ αντρειωμένοι σου τ’ όμορφα παλικάρια;
Μπαμπέσικα τα πιάσανε οι Γερμανοί οι σκύλοι
κι εκαταλισανέ μου τα…» 14
«Θωρώ τση Κρήτης τα βουνά και στέκουν μαυρισμένα·
Παιδιά, βοριάς τα μαύρισε, γή νότος τα πλακώνει;
– Μουδέ βοριάς τα μαύρισε, νότος δεν τα πλακώνει
μα πέρασεν ο Γερμανός κι εμαυροφόρεσέν τα». 15

Εμείς οι μεγαλύτεροι στα χρόνια, που ζήσαμε την «παραδοξότερη αυτή μάχη της Γης», κι αντιβουίζουνε ακόμη στ’ αυτιά μας οι τρομεροί βόμβοι των στούκας και οι παγωμένοι χαρακτηριστικοί ήχοι των μοτοσυκλετών, πρωτόγνωρα τότε ατίθασα άλογα πάνω στη γη του Νησιού μας, πώς να ξεχάσουμε τις μάχες που έδινε η Κρήτη μας, η αδύνατη, με τον πανίσχυρο εχθρό;

«Η Κρήτη· θα μας πάρουν και την Κρήτη.
Αγγλ. ειδήσεις: Οι Γερμανοί ρίχνουν αδιάκοπα στρατό με αεροπλάνα κι αλεξίπτωτα. Ο πόλεμος έχει φουντώσει στο Νησί. Για όνομα Θεού, πότε θα μπορέσουν οι Αγγλοι να κάνουν κάτι – αργούν, όλο και αργούν…» 16
Και σ’ άλλο σημείο του Ημερολογίου Γ. Σεφέρη, σημειώνεται:
«…Τ’ αλεξίπτωτα, με όλα τα χρώματα, πέφτοντας μέσα στο χαλάζι των γερμανικών πολυβόλων. Οι Κρητικοί, άλλοι χωρίς όπλα, άλλοι χωρίς φυσίγγια, πέφτοντας με τα χαντζάρια πάνω στον εχθρό· οι Νεοζηλανδοί με την ξιφολόγχη· κι αυτοί χωρίς πολεμοφόδια. Το Ηράκλειο ζωσμένο από παντο· το λιμάνι του γεμάτο βουλιαγμένα καράβια και οι Κρητικοί λέγοντας στους Εγγλέζους: «Φύγετε εσείς· εμείς έχουμε τα βουνά». 17
Οι καταστροφές χωριών και πόλεων διαδέχονται η μια την άλλη. Σήμερα η Κάντανος, αύριο τα Ανώγεια, την άλλη η Βιάννος, την παράλλη το Μαγαρικάρι, το Γερακάρι, η Δαμάστα!
Κρήτη κατακαημένη!… Έκαμες τραγούδι τον καταστρεμό και τον πόνο σου και τ’ άφηκες προικιό και διαθήκη στα παιδιά σου, να τα μελετούν και να ορκίζονται στον στίχο τους σαν τα αρχαία τους προγόνια:
«Άμες δε γ’ εσόμεθα πολλώ κάρρονες!»
Διαβάζουμε και ξαναδιαβάζουμε τα κείμενα των τραγουδιών αυτών!
Αναριγά η ψυχή μας στο τραγούδισμα του αγέρωχου σκοπού των!
Στην καρδιά μας καταχτύπια, τρανταγμοί, βουητά και κραυγές πρωτόγνωρες. Απόηχος του πολέμου του Μάη του ’41.
Και στον νου μας εικόνες με ερείπια και χαλάσματα με στρατιές ομήρων αδελφών μας που οδεύουν για τα στρατόπεδα συγκεντρώσεων της Γερμανίας, πορείες μελλοθάνατων που πληρώνουν… γιατί υπερασπίστηκαν τα πάτρια…
Κι οξ’ από πίσω, ένας λαός που δεν έμαθε να σκυφτεί, που αντιστέκεται ηρωικά, που ορθώνεται γιγαντόψυχα και γράφει σελίδες δόξας στην Ιστορία του.
Οικτρά διαψεύστηκε ο κατακτητής που πίστευε και έγραφε και σε πλάκα πως «δεν θα ξανακτιστεί η Κάντανος ποτέ!» Πως δεν θα ξαναπορπατήξουν άντρες, γυναίκες, παιδιά κι εγγόνια στ’ Ανώγεια, στη Μαλάθυρο, στη Βιάννο, στην Αγ. Ειρήνη, στο Άνω Μέρος… Πως δεν θα ξαναγλεντίσουν οι Κρητικοί στον Αμιρά και στ’ Αλικιανοβατόλακκα, στη Μύρτο και στον Καλλικράτη, στα Κεραμειανά χωριά, στα Χανιά και στο Ρέθεμνος, στο Κάστρο και στη Γεράπετρο και τη Στία…
Έζησε, ζει και θα ζει αιώνια η Κρήτη και θα τραγουδεί στους αιώνες ριζίτικο τραγούδι ολιγόστροφο, όπου τα λέει όλα:
«Χίτλερ να μην το καυχηθείς πως πάτησες την Κρήτη,
ξαρμάτωτη την ηύβρικες κι ελείπαν τα παιδιά της,
στα ξένα πολεμούσανε, πάνω στην Αλβανία
μα πάλι πολεμήσανε!…» 18
Και θα συμπληρώνει το τραγούδι του, κατά το “έθος” με μαντινάδες σαν και τις παρακάτω, που συμπληρώνουν την εθνική μυσταγωγία και τ’ αναβάπτισμα π’ αρχίζει με το Ριζίτικο, συνεχίζει με την μαντινάδα κι ολοκληρώνεται με τους αθάνατους σκοπούς της κρητικής λύρας, του λαγούτου και του βιολιού, που ποια καρδιά δε μαγνητίζουν!…

Ας σταματήσουμε σε κάποια μόνο δείγματα:

– Κρήτη να ‘σαι περήφανη
για τ’ άξια τα παιδιά σου,
θεριά σε πολεμήσανε, μα πέσανε μπροστά σου.

Η ματωμένη Λευτεριά, πετά ψηλά και κρίνει και στεφανώνει το Νησί, που πολεμά για ’κείνη!
Όμως γι’ αυτά τα άξια παιδιά της Κρήτης, κατά που λέει κι η μαντινάδα, ας δούμε τι έγραφαν οι ίδιοι οι τότε κατακτητές, με τη μακάβρια πέννα του στρατηγού Αντρέ:

«…Οι Κρητικοί, όταν βρίσκονται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα, έχουν πάνω τους το μυθώδες. Φαντάζουν σαν τους μυθικούς ήρωες. Είναι τόσο περήφανοι την τραγική εκείνη ώρα του θανάτου, που όποιος τους δει, είναι αδύνατο να μην τους θαυμάσει. Πολλές φορές, όταν επρόκειτο να γίνουν εκτελέσεις, αφήκα το γραφείο μου και βγήκα στο μπαλκόνι, μόνο και μόνο για να τους θαυμάσω. Σε κανένα λαό δεν είδα τέτοια περιφρόνηση προς το θάνατο και τόση αγάπη προς την Ελευθερία!..» 19

Στη συγκλονιστική αυτή μαρτυρία όλοι εμείς που θα συγκεντρωθούμε κι εφέτος «και του καιρού, κι αντίσκαιρου και πάντα», στα χώματα της Κρήτης, μπορούμε να μετρήσουμε σωστά πόσο αξίζει εκείνος ο «σφαιροφαγωμένος στύλος της Αγιάς» που φυλάσσεται στο Ιστορικό Αρχείο Κρήτης (στα Χανιά), τι μας διδάσκει και ποιο είναι το Χρέος που μας δείχνει!…

Σήμερα, έχομε την ευτυχία να τραγουδούμε τραγούδι αθάνατο, ριζίτικο, ηρωικό και να χορεύομε το χορό της Λεβεντιάς και της Ανθρωπιάς της Κρήτης, γιατί οι Αντρειωμένοι του Νησιού εμπνεύσανε με το έργο τους τούτο το τραγούδι, τούτον τον πυρρίχιο!

Νόμος της Κρήτης και Κληρονομιά της, τούτο το αθάνατο τραγούδι της, χαρίζει και στης Μάχης της το μεγαλείο, ένα μερίδιο αντάξιο κι ανάλογο των συγκλονιστικών και μοναδικών σελίδων της πρόσφατης Ιστορίας του Νησιού, που συνταράξανε την Ανθρωπότητα όλη! Και πρέπει να τα βάλει παράλληλα, όποιος σκεφτεί να τα μελετήσει: Ριζίτικα τραγούδια για τη Μάχη της Κρήτης, κι ενθύμιά της, μαντινάδες και καθαγιασμένους χώρους της, για να βρει και ν’ αξιολογήσει τα γνωρίσματα που τα κάνουν αθάνατα: τη συνέπεια δηλαδή και το ύφος, τη χαρακτηριστική μορφολογία και τη λιτότητα, τη διαύγεια και τη συμμετρία, την πληρότητα και το ρυθμό, τα νοήματα και τα αισθήματα, το βάρος και τη δύναμη, τα στοιχεία μ’ έναν λόγο που τα τοποθετούν στους τετράψηλους ποιητικούς ορίζοντες, γιατί η μεγαλοψυχία, η αγωνιστική διάθεση και η τόλμη τους τα φορτίζουν με δύναμη πρωτόγνωρη, μοναδική!

Η Κρητική λεβεντιά κι η χάρη τσ’ αντρειοσύνης είναι που βαραίνουν το λόγο και τον σμιλεύουν στη σκέψη του μελετητή των. Να γιατί είναι αθάνατα!…

«…Έτσι στάθηκεν η Κρήτη. Ετσι μεγάλωσε και τράνεψε η Κρήτη! Έτσι βάσταξε κι απόμεινε η Κρήτη κ’ είναι σήμερα στα χέρια μας νοικοκυριό και σόχωρο, Πατρίδα κι Ανθρωπιά, Κληρονομιά και Δόξα…» 20

Έτσι νοιώθουμε κι εμείς την Κρήτη, μέσ’ από το μεγαλείο του Ριζίτικου Τραγουδιού της, του εμπνευσμένου από την ιστορική Μάχη της, τη Μάχη της Κρήτης, του 1941…

Βιβλιογραφία:

1. Αθησαύριστο. Αποθησαύρισε Σοφ. Μπομπολάκης, Χανιά, 1982.
2. Παπαγρηγοράκης, οπ. Παρ. σελ. 148 (π. Στυλ. Φραντζεσκάκης, Σέλινο).
3. «Κρητικοί Παλμοί», Αλεξάνδρεια, 1943 σελ. 84, (Μ. Σαβοπούλου).
4. Μ. Σαβοπούλου, «Κρητικοί Παλμοί», Αλεξάνδρεια, 1943 σελ, 108.
5. «Ημερολόγιο Συλλόγου Παλ. Ρουματιανών», Αθήνα 1980, χ. σελιδαρίθμηση (Σκουφιδογιάννης, λαϊκός ποιητής, Παλ. Ρούματα – Χανίων)
6. Αθησαύριστο. Από Γ. Μιχελάκη, Σέμπρωνας – Χανίων, 1986.
7. Περ. «Αρχείον Μάχης Κρήτης», έτος Γ’ αριθμ. 11, 1986, σ. 10, Αλικιανός – Χανίων.
8. I. Καλιτσουνάκη -Ν. Καζαντζάκη -Ι. Κακριδή -Κ. Κουτουλάκη: «Έκθεσις της Κεντρικής Επιτροπής Διαπιστώσεως Ωμοτήτων εν Κρήτη», εκδ. Δήμου Ηρακλείου, Ηράκλειο, 1983, σ. 21.
9. Παπαγρηγοράκης, σελ. 309.
10. «Ημερολόγιο Συλλ. Παλ. Ρουματιανών», Αθήνα, 1980, χωρίς σελιδαρίθμηση.
11. Παπαγρηγοράκης, σελ. 309.
12. Ακαδημίας Αθηνών: «Ελλ. Δημ. Τραγούδια» -Εκλογή – Αθήναι, 1962, τόμ. Α’ σ. 180.
13. Παπαγρηγοράκης, σελ. 302.
14. Οπ. παραπάνω, σελ. 101.
15. “Κρητ. Μαδάρες”: «Αφιέρωμα στη Μάχη της Κρήτης» Α3 (Ριζίτικα Νο 6-7).
16. Γιώργος Σεφέρης, “Μέρες” -Δ’- Γενάρη 1941-31 Δεκ. 1944. Αθήνα, 1986, σ. 91- (εκδ. “Ικαρος”).
17. Οπ. παραπάνω, σελ. 95.
18. Παπαγρηγοράκης, σελ. 212.
19. «Ανθολογία Λογοτεχνικών κειμένων έπου 1940-41» Επιμέλεια: Π. Παναγιωτούνη, Αθήνα, χ.χ., σ. 250 κ.ε.
20. Μητροπολίτου Ειρηναίου Γαλανάκη: «Ο Χριστός σημάδεψε την Κρήτη», Αθήνα, 1969, σελ.127.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες