Παρασκευή, 15 Ιανουαρίου, 2021

Πνευματικά και καλλιτεχνικά γεγονότα του τόπου μας

Αγαπητοί αναγνώστες,
Καλημέρα Σας!

Είμαστε -συν Θεώ- στην τελευταία βδομάδα του Νοέμβρη του μήνα που μας έχει δυστυχώς, πολύ ταράξει, με τον ξορκισμένο κορωνοϊό. Πιστεύομε όμως, πως ο Θεός θα μας βοηθήσει και σ’ αυτή τη δοκιμασία.

Οι εορτάζοντες άγιοι των ημερών:
Δευτεριάτικα (23/11) η γιορτη του Αγ. Αμφιλοχίου, Επισκόπου Ικονίου, σύγχρονου Βασιλείου του Μεγάλου. Προσευχηθήκαμε στη Χάρη Του, κι ευχηθήκαμε, με βαθύ σεβασμό στον Σεβ/το μας Κισσάμου και Σελίνου Ιεράρχη μας, που φέρει το άγιο όνομά Του, με τις πιο θερμές ευχές μας.

Την Τετάρτη (25/11) γιορτάσαμε την Αγ. Αικατερίνη, την Μεγαλομάρτυρα του 4ου μ.Χ. αιώνα, και στη γειτονική μας εκκλησία Νέας Χώρας, ενορία και περικαλλής ναός της, κι ευχηθήκαμε θερμά σε συγγενικά και φιλικά μας πρόσωπα, που γιόρταζαν!

Χθες Πέμπτη (26/11) η γιορτή του Αγ. Στυλιανού, η εκκλησία Του, μετά τον Κλαδισσό, προς Βαμβακόπουλο. Την ίδια μέρα, συνεορτάζεται και ο Νίκων ο Μετανοείτε, φωτιστής της Κρήτης κατα τον 10ο μ.Χ. αιώνα. Για το άγιο έργο Του, πολύτιμα στοιχεία μας δημοσίευσε στην εφ. “Σελ. Νέα”, της 18/11, ο πολυσέβαστος Αρχιμανδρίτης πατήρ Ιγνάτιος Χατζηνικολάου.

Τέλος, αν και λίγο νωρίς, σημειώνουμε -ο μήνας τελειώνει- πως: τη Δευτέρα (30/11) έχομε τη γιορτή του Αποστόλου Ανδρέα του Πρωτόκλητου. Ψαράς ως τότε, στη Βηθσδαϊδά της Γαλιλαίας, ο πρώτος μαθητής του Κυρίου μας!

Εδώ τελειώνει το εορτολόγιο των ημερών: 23 έως τέλους του μηνός.

Με πολλή χαρά, η στήλη μας ικανοποιεί, την παράκληση πολλών τακτικών αναγνωστών μας, να δημοσιεύσουμε, αν μας είναι εύκολο, “τα λαογραφικά της έκθλιψης του ελαιόκαρπου, σε παλαιότερες εποχές”.

Κι εμείς, ανατρέξαμε στο αρχείο μας, και βρήκαμε το σχετικό υλικό, συλλεγμένο προ 55 χρόνων από τα ελαιοπαραγωγικά Σελινιώτικα χωριά μας, και όχι μόνο, και πρωτοδημοσιευμένο στο κρητικό περιοδικό “ΚΡΗΤΗ” των Αθηνών, στα τεύχη του: Δεκεμβρίου 1981, μέχρι Αυγούστου 1982.

Σελινιώτης και παραγωγός κι εγώ παλαιότερα, ο ίδιος, συγκινούμαι ξανά ενθυμούμενος τα παραπάνω λαογραφικά μου, που μάζευα τα χειμωνιάτικα βράδια, καθισμένος με τους γονείς και γιαγιάδες μας στο τζάκι μας (“καμινάδα” το λέγαμε).

– Για να δούμε λοιπόν, τι γίνονταν τότε (1950-55) στις φάμπρικες του χωριού μας, με το βγάρσιμο (=έκθλιψη) του ελαιόκαρπού μας.
Ξεκινούμε λοιπόν από την έκθλιψη του ελαιοκάρπου, το βγάρσιμο.
Δυό λόγια πρώτα γιά τό φύλαγμα, τήν συγκέντρωση του καρπού, άπό τά λιόφυ­τα, στό σπίτι.
Τις έλιές τίς έχομε μαζέψει καί συγκεν­τρώσει σέ χώρο στεγασμένο, γιά ν’ άερίζονται. Σέ μιά γωνιά τού άγροτικού μονό- σπιτού μας. Δέν τίς κάνουμε ψηλό σωρό γιατί σαπίζουν, «αφουρίζουν», όπως λέ­νε, αλλά τίς βάζουμε όσο γίνεται πιό απλωτές.
Όταν συγκεντρώσουμε όκτώ ώς δέκα σακιά, δηλ. τετρακόσια περίπου κιλά, τό­τε πηγαίνουμε στό ελαιουργείο ή πιό πα­λιά στήν φάμπρικα, καί ρωτούμε: «πότες θά βγάλετε τσ’ έλιές μας;» κι εκείνοι μάς άποκρίνονται: «Έχετε αύριο τό βράδυ σειρά» ή «Είμαστε βαρά πλακωμένοι καί κάμετε δυό τρεις μέρες άπομονή νά ξαλέσουμε, γιατί άλλοιώς έχαθήκαμε»!
Κι εμείς φεύγουμε περιμένοντας νά ει­δοποιήσουνε γιά τή σειρά μας!
Στά σύγχρονα έλαιουργεία μας, έπίσης, δέν άλλάζει τό σκηνικό, μόνο πού έδώ ή έκθλιψη, «τό ξελασκάρισμα τού έλαιουργείου», όπως λέει ό δ/ντής του, γίνεται πιό γρήγορα, γιατί ή άπόδοση εί­ναι μεγάλη. Ξεπερνά τά χίλια (1000) κιλά έλιών τήν ώρα καί σάν τό ζητήσει ή συγ­κέντρωση αρκετού έλαιόκαρπου, τά συ­νεργεία εργάζονται διπλή καί τριπλή, κά­ποτε, βάρδια.
Μιά σύγκριση μέ τήν άπόδοση τής φάμπρικας, τήν πάει πολύ πίσω.
Μάς ειδοποιούν όμως πώς έχομε σειρά στό ελαιουργείο. Φορτώνουμε τίς ελιές μας στά ζώα ή άν έχει άγροτικό δρόμο ή γειτονιά μας μέ τό φορτηγάκι (μικρό αυ­τοκίνητο) καί τίς πάμε.
Ό ζυγιστής περιμένει στήν είσοδο τού εργοστασίου, γράφει στό βιβλίο τό όνο­μα τού Ιδιοκτήτη τού έλαιόκαρπου, «του παραγωγού», τό βάρος τού έλαιόκαρπου μας,τόν άριθμό τών σακιών, καί μάς δίνει τή σειρά γιά τήν έκθλιψη.
Έδώ τελειώνει ή πρώτη φάση…
Ας παρακολουθήσουμε τώρα την έκθλιψη τού καρπού τής έλιάς στήν φάμπρικα. Μά πιό πριν στούς πρόγονους της γυρίζοντας πολλά-πολλά χρόνια πίσω.
«Εμείς στή Σαμαριά άλέθαμε τά πρωτολίδια μέ τά πόδια. Δέν άνοιγανε άπού τήν άρχή οί φάμπρικες.
Έμαζώναμε τσ’ έλιές. Είχαμε βρει μια μαγληνή (= λεία) πέτρα κι’ έναν κύλιν­δρο (όπως αύτόν των δωμάτων τών σπι- τιών) καί τσί κάναμε, τσ’ έλιές, ζύμη· Τή ζύμη τή βάναμε σέ τσουβαλένια σακου­λάκια καί τά θέταμε στό πλακωτάρι, ένα ξεκουφισμένο ξύλο έπίτηδες.
Από πάνω έπαθιούσαμε ένας-δυό άν­τρες, κι έσούρωνε τό λάδι σ’ ένα δοχείο, τρυπητό από κάτω, γιά νά φεύγουν τά νερόλαδα. Τό λάδι τό μαζώναμε μέ τό καυκί που ήτανε άπό φλασκί κανομένο.
“Ενα τέτοιο φαμπρικάκι, Δάσκαλε, είναι στού Σταυρουδάκη τού Θεοχάρη τό σπί­τι, στήν Άγ. Ρουμέλη τών Σφακιών.
Τό λάδι πού βγάναμε μ’ αύτόν τόν τρό­πο, δέν είναι κριματισμένο, γιατί δέν έχει μπει σέ σίντερα. Γι’ αύτό κάνει γιά τό καντήλι καί τό μοναστήρι.”
(Πληροφ. Πα Διομήδη Τζατζιμάκη, άπό τήν Άγ. Ρούμελη, τό 1979.) Μιά έπεξήγηση πού ζητήμασε τού πληροφοριοδότη μας γιά τή λ. Κριματισμένο, μάς έδωσε τήν εύκαιρία νά μάθουμε πώς: κριματι­σμένο λάδι είναι αύτό πού βγαίνει μέ σι­δερένια έργαλεία, πού θυμίζουν τά σιδε­ρένια καρφιά τού Σταυρού.
Έδώ έχει τή θέση του καί τό ελαιοπιεστήριο πού μάς παρουσιάζει ο Μιχ. Δέφνερ στο βιβλίο του: “Οδοιπορικές εντυπώσεις από την Δυτικήν Κρήτην” (Αθήναι, χ.χ. εκδ. του “Συλλόγου προς διάδοσιν ωφέλιμων βιβλίων”, αρ. 54, σειρά: Πράσινα βιβλία σ. 65-66), όπου μεταξύ των άλλων γράφει:
«…Τό πρώτο πράγμα όμως εις το οποίον έπεσε τό μάτι, (όταν εμπήκα εις το σπίτι του Στυλιανού Μπουγιούκαρου, στην Αργυρούπολη) ήτο ένα παμπάλαιο ξύλινο έλαιοπιεστήριο πελωρίων διαστάσεων, τό όποιον έστέκετο είς μίαν αποθήκην τού γειτονικού σπιτιού της όποίας ή μισή σκεπή έλειπε.
Μέ τήν άδειαν τού νοικοκυρη εφωτογράφησεν έπειτα ο υίός μου, αυτό το έλαιοπιεστήριο δια το οποίον μας είπαν, πως είναι παραπάνω από 150 χρονών.
Ημπορούσε πολύ καλά να είναι και 2.000 ετών, και από την εποχή του Αρχιμήδους ακόμη, γιατί παριστάνει ακριβώς τον τύπον του αρχαιότατου πιεστηρίου. Η βάσις είναι δοκάρι κυπαρισσένιο, με 3,40 μήκους, 60 πόντων πλάτους και 35 πόντους πάχους.
Όμοιο είναι καί τό έπάνω δοκάρι, τό όποιον καταβιθαζόμενον συνθλίβει τές πετσέτες καί τές έλιές. Δύο όρθια άδράχτια, χόνδρους 12 πόντων, τό ένα είς άπόστασιν μ. 1,60 άπό τό άλλο ένώνουν τά δύο δοκάρια. Τό επάνω δο­κάρι καταβιβάζεται μέ 2 στροφές (περι-κόχλια) μάκρους 80 πόντων καί άναβιβάζεται πάλιν μέ 2 άλλες μικρότερες. Τέσσερες γεροί άνδρες χρειάζονται διά νά περιστρέφουν τίς δύο έπάνω στροφές καί νά πιέζουν πρός τά κάτω τό έπάνω» δοκάρι.
Συγκρίνατε τό πιεστήριον τό Άργυροπόλεως μέ τήν παράστασιν ένός πιεστηρίου, πού σώζεται ώς τοιχογραφία είς ενα σπίτι τής Πομπηίας (τού α’ αΐώνος π X.) καί είπέτε μου, ποιον σάς φαίνεται άρχαιότερον…. Τό έλαιοπιεστήριον Άργυρουπόλεως άξιζε νά φυλάττεται είς κανένα Μουσείον, διότι άντιπροσωπεύει τό πρώτον στάδιον έξελίξεως άρχαίας έλληνικής έφευρέσεως τών πιεστηρίων!…»
Σημειώνουμε πώς οι έντυπώσεις τού Μ. Δέφνερ γράφτηκαν στα 1918 που κατέβηκε στην Κρήτη με τον γυιό του Οθωνα.
Και να μας στ’ αλιτριβιδιό τής γει­τονιάς μου. Σ’ ένα μεγάλο 5χ8.30 μ. δωμάτιο ισόγειο, κοντά στό ρυάκι (γιά νά χύνονται τά νερόλαδα), στεγάζεται όλο τό συγκρότημα.
Στό βάθος, σχεδόν στό σκοτάδι, είναι ο μύλος με τα μυλάρια που γυρίζουν πάνω στην κατώπετρα κι αλέθονται οι γι ελιές. Την κίνηση μάς δίνει άκούραστο τό πραγιό (= ήσυχο) μουλάρι δεμένο, στόν κόσολα πού τό κυνηγά ό λαλητής νά τρέχει. Του έχει βάλει μουρίδα στ’ άμάτια μή ζαλίζεται.
Μιά γυναίκα ρίχνει τσ’ έλιές στά μυλάρια ή στρίβει τό ξεγουλιστήρι νά βγει καί νά πέσει η ζύμη στή γαβάθα. Απ’ έκεί – συγκεντρώνεται στή χαβούζα, άπ’ οπου παίρνουν οί ντρομπαδιαστές καί γεμί­ζουν τούς ντρομπάδες (τά είδικά τρίχινα σά φάκελλο έλαιόπανα), πάνω σπήν νερομπαδιαστήρα (μιά έπίπεδη έπιφάνεια ένα μ. έπί ένα. Έκεί μ’ ένα ξυλίκι, ισιώ­νουν τή στρώση τής ζύμης νά γενεί ισόπαχη. Τους ντρομπάδες και ντορμπάδες λέγονται) παίρνει ο στέτης και τους τοποθετεί στήν τσιβέρα τής φάμπρικας. Όταν τοποθετήσει καμιά δεκαπενταριά άρχίζει μέ τά χέρια του, νά κατεβάδει (στρίβοντας) τό πλακωτάρι σιγά σιγά, νά μήν πάνε στραβά οί ντορμπάδες, νά μήν «τσιλάσουν» τούς βοηθά μέ τo τσιτάλι άντιστηρίζονιάς το στά δοκάρια τής φάμπρικας
Οταν ή πίεση προχωρήσει καί τ’ αμάτι (δηλ. τό σύνολο τών ντορμπάδων πού τώ­ρα έκθλίβουμε) πηγαίνει καλά, βάνουμε τή μεγάλη τσίτα (δοκάρι σάν τηλεφωνόστυλος πάνω άπό 3 μ. μήκους) πού πηγαι­νοφέρνουν δυό έργάτες. “Ετσι ή έκθλιψη προχωρεί. Τά λάδια τρέχουν άπό τήν κουτσουνάρα τής κάτω τσιβέρας σ’ ένα αυλάκι πού όδηγεί στό βρασκί (= ένα τε­ράστιο πιθάρι μισοχωμένο στό πάτωμα τ’ αλιτριβιδιού.
Η πίεση όμως δυσκολεύει. Τότε μπαί­νει σ’ ένέργεια ο έργάτης. Δένεται ή πιό σωστά συνδέεται ή γούμενα (= συρμάτινο σχοινί) μέ τόν κέρκελο τής άκρης τής τσίτας, κι’ άρχίζουν νά σφίγγουν οι εργάτες τ’ άλιτριβιδιού, δηλ. νά περιστρέφουν τόν έργάτη άπό τά πασούλια του.
Τό άρδάχτι τής φάμπρικας κατεβαίνει ό πετεινός καταχτυπά, τό πλακωτάρι εχει σφίξει άρκετά τ’ άμάτι καί τό τελευταίο λάδι σουρολογά…
Ύστερ’ άπό άρκετή ώρα ξεσφίγγουμε άπό σιγά-σιγά. Ό ξεντρομπαδιαστής παίρνει μέ τό καροτσάκι τούς ντορμπά- δες στήν αύλή, στό πυρηνάδικο, καί τούς άδειάζει μέ βίαιες κινήσεις, γιατί ή τόσο σφιγμένη ζύμη δεν ξεκολλά εύκολα.
Ως τόσο οί άλιτριβιδιάροι (ή άλιτριβιδιάρηδες) φέρνουν τ’ άσκοσάκια (= άσκούς μέσα σέ σακιά) του νοικοκυρού, γιά νά μετρήσουν τό λάδι του..
Βλέπομε πώς δέ μένει καιρός γιά μιάν άνάσα. 0ι δουλειές τής φάμπρικας βιάζουν, κυνηγά ή μιά τήν άλλη. Ό μετρη- τής -συνήθως καί ιδιοκτήτης τ’ άλιτριβιού- παίρνει τό κάρτο, τό φεγγάρι καί τό πιάτο καί κατεβαίνει δίπλα στο βρασκί. Τό μέτρημα άρχίζει. ‘”Ένα, ένας ό Θεός, Δύο, Παναγιά καί Χριστός, Τρία, ή άγιά Τριάδα. Τέσσερα, οί γ’ Εύαγγελιστές, Πέντε, τάλια πρώτη, καί προχωρά
Φορτώνεται τό λάδι στά μουλάρια καί μέσ’ τή νύχτα τό πάνε στού νοικοκυρού τό σπίτι.
Χαρά καί Ικανοποίηση! Ή φάμπρικα κι οί αλιτριβιδιάροι πήρανε τόν κόπο τους, ή μαζώχτρα τό μαζωχτικό της (γιά την προίκα της) κι ό νοικοκύρης ευχαριστημένος γιατί γεμίσανε τά πιθάρια τού μαγατζέ του κερνά. Οι άλιτριβιδιάρηδες εύχονται: Καλοξόδευτο, οξ’ άπό γιατρούς άρρώστιες. Σέ καλό ντόπο να πάει (κι εννοούν τον γάμο της κόρης τους), κι εκείνος ευχαριστεί: Δόξα σοι ο Θεός!
Αξέχαστες αργάδινές στη φάμπρικα της γειτονιάς του χωριού μου. Χειμωνιάτικες. Ενα μαγκάλι εζέσταινε πότες κι αποσπότες τα μαργωμένα χέρια. Το μπουκάλι το κρασί κι η ψητή φρίσα (=ρέγγα) δεν απολείπανε. Τα καλοχερίδια, κάστανα φουρνιστά, αμύγδαλα, συκοπιταρίδες κι αμουσκλοσταφίδες μ’ απιδόκουπα δεν ξελείπανε. Το κρίθινο παξιμάδι βουτούσε στο βρασκί κι ήταν ό,τι πρέπει να στηλωθούν τα κορμιά για να βγεί η δουλειά.
Κι όλα πηγαίνανε σωστά, ιστορίες κι ανέκδοτα, μαντινάδες και ριζίτικα αντιβοούσανε μέσ’ τη νύχτα με την υπόκρουση του πετεινού της φάμπρικας, κι ήταν ώρα ευλογημένη, κι ήταν στιγμές που ξεκουράζανε!
Ας τους ακούσουμε για λίγο:
“Απού της γης βγαίνει νερό, κι απού τσ’ ελιές το λάδι, κι η κόρη με τα νάζια ντση, πλανά το παλικάρι”.
“Οπως το λάδι στον ντορμπά τρέχει και δε γροικάται
ετσά να δω το αίμα τους, απ’ αγαπά κι αρνάται”.
“Εφαγαν τα πουλιά τσ’ ελιές, κι οι κοπελιές το λάδι,
κι επήραν και τον άνεμο, οι γι αλιτριβιδιάροι…”
Κι ένας γέρος, παλιός αλιτριβιδιάρης, αρχίζει το ριζίτικο:
“Αυγερινός θε να γενώ να ρθω στην κάμερα σου, να ιδώ την τάβλα που δειπνάς, την κλίν’ απού κοιμάσαι, την κόρη απ’ αγκαλιάζεσαι, αν είν’ καλλιά ‘πο μένα, κι αν είν’ και γαϊτανόφρυδη…” για να το πάρουν ύστερα οι νιότεροι και ν’ αντιβουίσει τ’ αλιτριβιδιό!
Ετσι χαίρονται τον κόπο τους στο χωριό μας. Μα, δεν νομίζετε κι εσείς πως είναι λίγο, για τόπο που κύρια παραγωγή του έχει το λάδι, το ότι “ετρέξανε κι οφέτος οι κουτσουνάρες τση φάμπρικας, κι ετρέξανε – δόξα σοι ο Θεός – και πλείσια!”
Ασφαλώς και είναι! Κι ας ευχηθούμε να τρέχουν πάντα!
Αυτά για τη λειτουργία της παλιάς φάμπρικας, που βγάζαμε το λάδι μας.
Αν τώρα κάποιοι ενδιαφέρονται για την λειτουργία των σύγχρονων ελαιοπιεστηρίων (εργοστασίων) για την έκθλιψη του ελαιοκάρπου, για τις απαραίτητες συγκρίσεις, ευχαρίστως συνεχίζουμε.
Ηταν εξάλλου, η συνέχεια του παραπάνω κειμένου.
Ευχαριστίες στους αναγνώστες μας, και καλό Σαββατοκύριακο με Υγεία.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες