Τετάρτη, 12 Μαΐου, 2021

ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΒΛΑΧΟΣ: «Η λογοτεχνία είναι ένας τόπος ελευθερίας»

Ο Παναγιώτης Βλάχος γεννήθηκε στη Μεσσηνία, μεγάλωσε στην Αθήνα όπου και ζει. Έχει δημοσιεύσει τα μυθιστορήματα: Ανά δύο και ένας μόνος του (2002), Καλή σας νύχτα, κύριε Φρόιντ (2006), Οι ανόητοι (2011) και Το blues της ανεργίας (2016), όλα από τις εκδόσεις Κέδρος. Επ’ αφορμή της κυκλοφορίας του τελευταίου του μυθιστορήματος Αλλαγή φρουράς (Κέδρος, 2020) του ζητήσαμε να μας απαντήσει σε κάποιες ερωτήσεις. Ιδού τι μας απάντησε!

Πείτε μας δυο λόγια για την Αλλαγή φρουράς και τη διαδικασία γραφής.
Είναι ένα μυθιστόρημα. Ένα εκτενές μυθιστόρημα που ο αφηγηματικός του χρόνος διαρκεί περίπου μια πεντηκονταετία, από το ’68 έως και σήμερα. Αφορά μία παρέα φίλων που στις αρχές της δεκαετίας του ’80 ίδρυσαν μία λογοτεχνική ομάδα, την «κοινωνία των μεταφραστών». Η ομάδα αυτή υπήρξε μία από τις προσπάθειές τους να λειτουργήσουν ως ασπίδα απέναντι σε μια πορεία της εξέλιξης του κόσμου που επέβαλλε την ομοιομορφία, έναν κόσμο αλλοτρίωσης δηλαδή. Αυτός είναι ένας από τους άξονες του βιβλίου, υπάρχουν και άλλοι. Ως προς τη διαδικασία γραφής, είτε αυτή αφορά τη δομή του βιβλίου, είτε την πορεία της γραφής του, θέλει αρκετό χρόνο να το συζητήσουμε. Μπορώ ωστόσο να πω πως ευχαριστήθηκα πολύ τη συγγραφή του. Ιδιαίτερα στις περιπτώσεις που οι ήρωές του με κορόιδευαν, που, παρά τις συμφωνίες μας, έκαναν του κεφαλιού τους.

Με μια πρώτη -βιαστική ίσως- ματιά θα κατέτασσε κανείς την Αλλαγή φρουράς στην αστυνομική λογοτεχνία, διαβάζοντας όμως το μυθιστόρημα θεωρώ πως η αστυνομική πλοκή αποτελεί απλώς ένα πρόσχημα. Συμφωνείτε με αυτό;
Kοιτάξτε, αντικειμενικά είναι ένα αστυνομικό μυθιστόρημα. Ξεκινά με έναν θάνατο, ενός καθηγητή ανθρωπολογίας, και συνεχίζει με τις προσπάθειες ενός αστυνομικού για να λύσει τον γρίφο του. Οπότε έχει κάποιες από τις συμβάσεις του αστυνομικού. Από την άλλη είναι τέτοια τα θέματα που διαπραγματεύεται προς τη λύση του αινίγματος που ξεφεύγει από το να είναι ένα αμιγώς αστυνομικό μυθιστόρημα. Θα το περιόριζε. Εγώ θα το άφηνα ανοιχτό στην οπτική του αναγνώστη. Η πρόθεσή μου πάντως δεν ήταν να γράψω ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, με ανατροπές, εκπλήξεις κ.λπ. Ήθελα να γράψω για εκείνο το κομμάτι μιας γενιάς που είτε αποσιωπήθηκε, είτε ονομάστηκε «κοινωνικά απόβλητα».

Οι χαρακτήρες του μυθιστορήματος προσπάθησαν να ζήσουν σύμφωνα με τις ιδέες τους. Μια τέτοια επιλογή αποτελεί ευχή ή κατάρα;
Δεν προσπάθησαν να ζήσουν με τις ιδέες τους, αλλά με τις αξίες που εκείνοι πίστευαν πως παρήγαγαν οι ιδέες τους, ως μια ηθική δηλαδή των πράξεών τους. Είναι διαφορετικό. Οι ιδέες μπορούν να επιβιώσουν διαχρονικά αποκομμένες κάποιες φορές από τη σημασία τους. Υπάρχουν στιγμές στον κοινωνικό μας βίο που αξίες και ιδέες με κάποιο τρόπο τέμνονται, και σε εκείνο το σημείο τομής γίνονται κοινωνικά θαύματα. Αυτό συνέβη νομίζω στους ήρωες του βιβλίου. Ζήσαν την εποχή όπου ιδέες και αξίες συμβάδισαν, είχαν δηλαδή αυτή την ευχή και τη χαρά να κινηθούν και να διεκδικήσουν μια άλλη ζωή και έναν καλύτερο κόσμο. Στην συνέχεια αντιλήφθηκαν πως η νέα εποχή ροκάνιζε σιγά σιγά ιδέες και αξίες, ζητούσε άλλα πράγματα, να κάνεις και λίγο τα στραβά μάτια. Η εποχή τους είχε ξεπεράσει, δεν το κατάλαβαν. Αυτό δεν είναι κατ’ ανάγκη κατάρα, απλώς όταν το αντιληφθείς χρειάζεται να επαναπροσδιορίσεις τα μέσα που χρησιμοποιείς, αν και σου αφήνει μια κάποια μελαγχολία.

Απ’ όλους τους χαρακτήρες του μυθιστορήματος θα ήθελα να σταθούμε λίγο στις δύο γυναίκες, τη Μιράντα -κυρίως αυτή- και τη Γιόλα, που ενώ αποπνέουν γοητεία, αποτελούν εξανθρωπισμένες, κατά κάποιο τρόπο, εκδοχές των λογοτεχνικών προτύπων της μοιραίας γυναίκας και της μούσας.
Εκ των υστέρων κατανόησα πως τόσο η Μιράντα όσο και η Γιόλα αποτελούν εκσυγχρονισμένες αρχετυπικές μορφές της θηλυκότητας. Για τη Μιράντα πιστεύω πως κάποια στιγμή έδωσε ασυνείδητα την απάντηση, τι σημαίνει για την ίδια να είναι γυναίκα, το ανέλαβε και στην συνέχεια το απολάμβανε. Ως εκ τούτου και όλοι όσοι την περιτριγύριζαν. Η Γιόλα είναι πιο δύσκολος χαρακτήρας, επειδή κρύβει μέσα της την αθωότητα του έρωτα χωρίς συναλλαγές, που αν δεν βρει τον τρόπο να αναγνωρίσει την πραγματικότητα μπορεί να σε τρελάνει.

Το μυθιστόρημα διακρίνεται -μεταξύ άλλων- για το πλήθος των διακειμενικών του αναφορών, γεγονός που αποκαλύπτει ένα ευρύ φάσμα ενδιαφερόντων από την πλευρά σας. Αποτελεί για εσάς η λογοτεχνία έναν τόπο συνάντησης για όλα όσα σας απασχολούν;
Όσο είναι δυνατόν. Με την έννοια πως η λογοτεχνία αποτελεί εκ μέρους μου μια προσπάθεια για να παραμείνει όσο το δυνατόν ένας τόπος ελευθερίας. Ξέρετε, η επιστήμη από τη μια επιζητά την ακρίβεια της ερμηνείας, την επαλήθευση. Η λογοτεχνία, όσο δουλεύεις με αυτήν, αναγνωρίζει πως δεν είναι δυνατόν όλα να ερμηνευτούν. Να περιγραφούν, ναι, αλλά όχι να ερμηνευτούν. Σκοντάφτουν σε ένα σκληρό πυρήνα ιερό για τον κάθε άνθρωπο. Από την άλλη ως προς τον τρόπο της γραφής κάνω μια προσπάθεια για μία non-fiction fiction. Δεν μοιάζει με δόκιμο όρο αλλά δεν βρίσκω προς το παρόν κάτι άλλο. Ανεξάρτητα αν είναι πετυχημένο το εγχείρημα, μου δίνει τη δυνατότητα για πολλές συναντήσεις.

Είναι πιστεύετε εφικτό ο συγγραφέας να αφήσει τον εαυτό του έξω από την ιστορία του;
Κοιτάξτε, αυτό δεν γίνεται. Και μόνο το θέμα με το οποίο επιλέγει να ασχοληθεί και η οπτική που το προσεγγίζει τον τοποθετεί στην ιστορία. Αλλά ταυτόχρονα ούτε και μέσα στην ιστορία μπορεί να είναι. Ακούγεται λίγο παράδοξο. Στην πιο απλή μορφή της, πέραν της τέχνης του λόγου, τι είναι η λογοτεχνία; Ή μια προσπάθεια αναπαράστασης του κόσμου όπου ζούμε ή μια επινόηση ενός κόσμου όπου θα θέλαμε να ζήσουμε.
Ό,τι όμως και να απαντήσεις, ο κόσμος δεν είναι μόνο αυτό που έχει ο κάθε συγγραφέας στο κεφάλι του. Αδικεί την ποικιλία του κόσμου αυτό, είναι Ύβρις. Και σε τελευταία ανάλυση το να μην αφήνει ο συγγραφέας τον εαυτό του έξω από την ιστορία γίνεται μια βαρετή επανάληψη. Θεωρώ πάντως πως το ίδιο «επικίνδυνο» για τη λογοτεχνία είναι το να θέλουν οι αναγνώστες να διαβάζουν ιστορίες που θα προσιδιάζουν με τις βιογραφίες τους, αδυνατούν να αντιληφθούν την ποικιλία της ζωής.

Όσο γράφετε, ζητάτε τη γνώμη κάποιου ή κάποιων; Έχετε βρει τον ιδανικό σας αναγνώστη;
Ποτέ δεν συμβαίνει αυτό. Όσο γράφω, με τους μόνους που ανταλλάσσω γνώμες είναι οι ήρωες του βιβλίου. Όταν τελειώσει, όταν έχω πάρει την χρονική απόσταση από αυτό, το έχω ξαναδεί, και έχω κατανοήσει πως ό,τι είχαμε να πούμε μεταξύ μας, συγγραφέας και ήρωες, το έχουμε κάνει, το δίνω για μια άλλη ανάγνωση. Κυρίως σε δυο-τρεις φίλους. Όχι σε κάποιον που θα μπορούσε να έχει το χρίσμα του ειδικού. Σε φίλους που έχουμε πιει ρακές, έχουμε μιλήσει, έχουμε τσακωθεί, έχουμε φιλιώσει και πάει λέγοντας. Ακούω πάντα την γνώμη και τις υποδείξεις τους κυρίως σε θέματα ύφους, τέχνης του λόγου κλπ. Ποτέ στο νόημα, στην ουσία του βιβλίου, αυτό είναι κάτι που αφορά εμένα και τους ήρωές μου. Παίζοντας λίγο λογοτεχνικά θα σας έλεγα πως ιδανικοί αναγνώστες είναι μόνο οι ήρωες του βιβλίου. Αυτοί ξέρουν.

Τον εκάστοτε επιμελητή τον θεωρείτε εν δυνάμει φίλο ή εχθρό;
Εκ προοιμίου σας λέω πως τον θεωρώ φίλο, φίλο με την έννοια του πρώτου και βασικού συνεργάτη στην πορεία προς την έκδοση. Ως εκ τούτου σπάνια υπάρχουν λογοτριβές και διαφωνίες. Προσωπικά δεν τα βρίσκω με έναν επιμελητή που είναι πολύ φιλόλογος, που αντιμετωπίζει τα κείμενα με υπερβολική ακαδημαϊκή ορθοδοξία ας πούμε. Που δεν αφήνει τη γλώσσα να αναπνεύσει. Μια γλώσσα που δεν αναπνέει, πάλι, πνίγει πολλές φορές το νόημα. Έχω την τύχη η υπεύθυνη των επιμελειών στον εκδοτικό που συνεργάζομαι να με έχει καταλάβει, να μου προτείνει εκείνον που κατανοεί τα χούγια μου. Της είμαι ευγνώμων γι’ αυτό. Ξέρετε πόσες σφαγές έχουν γίνει ανάμεσα σε συγγραφέα και επιμελητή μέχρι την οριστική έκδοση ενός βιβλίου;

Πώς είναι αλήθεια να γράφει κανείς στον ελάχιστο χρόνο που μια “κανονική” δουλειά του αφήνει; Επηρεάζει το γράψιμο την κοινωνική σας ζωή;
Θα σας πω κάτι τετριμμένο. Από τη στιγμή που κάποιος ανέλαβε την επιθυμία του να είναι συγγραφέας, πάντα γράφει. Μπορεί να μην πιάσει στιλό ή να πατήσει τα πλήκτρα για αρκετό διάστημα, αλλά γράφει. Σχεδιάζει στο μυαλό του και κάποια στιγμή αρχίζει και το δουλεύει στο χαρτί. Η «κανονική» δουλειά όπως το αναφέρετε δεν τον εμποδίζει γιατί έτσι κι αλλιώς η αγάπη για τη γραφή βρίσκει και τον τόπο και τον χρόνο. Το γράψιμο επηρεάζει εμένα, όχι την κοινωνική μου ζωή, υπό την έννοια πως γράφοντας υπάρχει μια διαδικασία αλλαγής στον τρόπο που αντιλαμβάνομαι τον κόσμο και τους ανθρώπους. Πιστεύω πως αν κάτι δεν αλλάζει μέσα σου καθώς γράφεις, τότε η γραφή δεν είναι το μέσον που σου ταιριάζει.

Κάτι καλό που διαβάσατε τώρα τελευταία;
Αρκετά και από την ελληνική και την μεταφρασμένη λογοτεχνία. Θα έλεγα ωστόσο ένα δοκιμιακό βιβλίο. Η ώρα του μαθήματος, του Massimo Recalcati.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες