Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου, 2021

«Πάλι κι αν ξενιτέψεις με, στα ξένα μην ποθάνω»

Θα την ξεχνούσα γρήγορα, αν ήταν μια από τις συνηθισμένες ιστορίες προσφυγιάς, από αυτές που μεταφέρουν μαζί τους τα σχεδόν δύο εκατομμύρια Σύρων που συνωθούνται στη γειτονική μας Τουρκία και από εκεί προσπαθούν να φτάσουν στη γη της επαγγελίας μέσω της Θράκης ή των παραλίων του Αιγαίου.
Θα την ξεχνούσα γρήγορα την ιστορία, αν δυο μήνες πριν δεν τους είχα συναντήσει στο γυναικοχώρι, στη Σάμο, να περπατούν ώρες ατελείωτες, θαλασσοδαρμένοι από το Ποσειδώνιο στο Βαθύ για τα απαραίτητα έγγραφα και από εκεί για το Καρλόβασι, για το περιπόθητο πλοίο που θα τους μετέφερε στον Πειραιά. Ντράπηκα πολύ που η γυναίκα μου και όχι εγώ ήταν εκείνη που σκέφτηκε να αγοράσουμε μερικές συσκευασίες εμφιαλωμένων νερών και να τους τις μοιράσουμε στις σκιές που ξαπόσταιναν κατά ομάδες. Ντράπηκα ακόμα που δεν ήταν μόνο νέοι άνδρες, αλλά και νέες κοπέλες, πιο ευάλωτες αυτές, με τα παιδιά τους και με τους ηλικιωμένους γονείς τους. Και ντράπηκα για τον εαυτό μου ακόμα περισσότερο που οι προσφυγοπαρέες αφού μας ευχαριστούσαν στα αγγλικά μας επέστρεφαν μερικά από τα νερά, λέγοντάς μας ότι γι’ αυτούς είναι αρκετά και αν θέλαμε ας τα προσφέραμε σε άλλους παρακάτω που πιθανόν είχαν ξεμείνει από νερό.
Θα την ξεχνούσα γρήγορα την ιστορία, αν δεν διαπίστωσα ότι ήταν άνθρωποι ακριβώς σαν εμάς. Δεν ήταν εξαθλιωμένοι μετανάστες, δεν ήταν αντικαθεστωτικοί Σύροι, ήταν η μεσαία τάξη της Συρίας, άνθρωποι περισσότερο ίσως καλλιεργημένοι από εμάς, που έφευγαν έξαλλοι, έγκυοι, με βρέφη, ανάπηροι, όπως για να ξεφύγουν από την ανθρώπινη παράνοια του Ισλαμικού Κράτους. Ανθρωποι που δεν ήθελαν να βρεθούν αποκεφαλισμένοι, εκπορνευμένοι, δούλοι και γι’ αυτό δεν φοβόντουσαν να διασχίσουν το φουρτουνιασμένο Αιγαίο των μελτεμιών, εκείνο που εμείς διστάζαμε να διασχίσουμε από την ασφάλεια των μεγαθηρίων “Blue Stars”.
Θα την ξεχνούσα γρήγορα την ιστορία, αν δεν συγκινoύμουν από τα παιδάκια τους. Αυτά που εκείνο το βράδυ του Ιουλίου, αλλά και δεκάδες άλλα πριν και μετά, παρόλο τον φόβο και την κούραση διέσωζαν την παιδικότητά τους, παίζοντας στο μισοσκόταδο της παλιάς προβλήτας του Καρλοβάσου τα παιδικά παιχνίδια της παγκοσμιότητας, μαζί μ’ εκείνο της ιδιαίτερης πατρίδας τους, το «μπρρ».
Θα την ξεχνούσα γρήγορα την ιστορία, αν δεν ήταν και η τρύπια ξεφούσκωτη βάρκα που είχα δει με τη γυάλινη μάσκα στο κατακάθαρο σαμιώτικο βυθό. Ηταν μπλεγμένη στα βράχια του και άθελά της προβλημάτιζε για την τύχη των επιβατών: Επέζησαν ή πνίγηκαν, πέρασαν τα σκοπιανά σύνορα ή γύρισαν πίσω, ξεπέρασαν τα ουγγρικά, τους απείλησαν, τους έκαψαν τα σπίτια τους ή τους αποδέχτηκαν στις χώρες τελικού προορισμού τους;
Θα την ξεχνούσα γρήγορα την ιστορία, αν μετά δεν ερχόταν το πτώμα του μικρούλη Αϊλάν με την κόκκινη μπλούζα και το μπλε σορτσάκι. Και πιο δίπλα εκείνο του Γκαλίπ και παραπέρα της μητέρας τους Ρεχάν Κούρντι, στην παραλία Ακιαρλάρ του Μποντρούμ, απέναντι από την Κω. Κι λίγο μετά το πρόσωπο της απόγνωσης του πατέρα Αμπντάλα, που αφηγούνταν το χαμένο όνειρο της σωτηρίας στον Καναδά, αλλά και της αγωνίας του να επαναπατρίσει τα πτώματα των αγαπημένων του στο Κομπάνι, για να τους θάψει με τους δικούς τους παπάδες – χότζιδες, κοντά στη δική τους εκκλησία – τζαμί, με τα δικά τους θυμιάματα. Γιατί, όπως το λέει και το δικό μας ριζίτικο τραγούδι, αν είναι απαραίτητο ας πάμε στα ξένα, όχι όμως και να θαφτούμε στην ανωνυμία, στην αδιαφορία και πολύ συχνά στην αδιαντροπιά τους.
Θα την ξεχνούσαμε γρήγορα την ιστορία, γι’ αυτό και σας ευχαριστούμε όλους που μας συγκλονίσατε, έστω και με τον θάνατό σας. Σας ευχαριστούμε που μας κάνατε να ντραπούμε για τις κυβερνήσεις που εκλέγουμε και οι οποίες, μόνιμες ή μεταβατικές, κάνουν τον αγώνα της επιβίωσής σας κόλαση, συνειδητά ή εξαιτίας της αδιαφορίας ή της ανικανότητάς τους. Ευχαριστούμε και την αδερφή μας της άλλης όχθης του Αιγαίου, τη Νιλιφέρ Ντεμίρ, για τις “αντιεμπορικές” φωτογραφίες που τράβηξε αλλά και για τη σεμνότητά της. Δεν είναι μόνο που δήλωσε πως λυπήθηκε που δεν μπορούσε να κάνει τίποτα γι’ αυτά τα παιδιά και τη μητέρα τους από το να τα φωτογραφήσει πνιγμένα, είναι περισσότερο που εξέφρασε την έκπληξή της που, ενώ έχει φωτογραφήσει μέχρι σήμερα δεκάδες πνιγμένων, είναι η πρώτη φορά που εκδηλώνεται ενδιαφέρον γι’ αυτές.
Θα την ξεχνούσαμε γρήγορα την ιστορία, γι’ αυτό και θα σε θυμόμαστε πάντα Νιλιφέρ ως φωτογράφο και ως άνθρωπο. Οπως όμως θα θυμόμαστε κι εκείνη την άλλη, την κτηνώδη συναδέλφισσά σου ουγγαρέζα Πέτρα Λάζλο, που δεν δίστασε να βάλει καλαπόδι στον Σύρο πρόσφυγα με το παιδί του αγκαλιά, που καταδιώκονταν, προκειμένου να αποκτήσει «θέμα», μια βδομάδα μετά από τους πνιγμούς του Αιγαίου. Οπως θα προσπαθήσουμε να μην ξεχάσουμε τον πικραμένο Αμπντάλα Κούρντι, που, μάνα μαζί και πατέρας, κλαίει τους δικούς του στα αραβικά, με στίχους οπωσδήποτε παρόμοιους με του δικού μας ριζίτικου τραγουδιού:
– Ναύτες μου, μην το είδατε κι εμένα τον υγιό μου;
– Οψές αργά τον είδαμε στην άμμο ξαπλωμένο,
τρία πουλιά τον τρώγασι κι ένα τον παραβλέπει…

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα