Τρίτη, 16 Ιουλίου, 2024

Όποιος δεν έχει γέρο πρέπει να αγοράσει!

Όσο μεγαλώνω κι όσο μεγαλώνουν και τα παιδιά μου, θυμίζουμαι τα σοφά λόγια του αφέντη μου κι έρχομαι σιγά σιγά στη θέση του. Όταν πήγαινα στο χωριό να τον δω όσο ζούσε (1903-1999), κρατώντας του κάνα ψιλό ψαράκι, ένα μάτσο μαλοτύρα κι ένα πιάτο άγριο σταμναγκάθι… που κάτεχα ότι του άρεσαν.

Η πρώτη του κουβέντα ήταν αν έχω φάει, αλλιώς να μου σιάξει πράμα… και μετά άρχιζε να με ρωτά για την υγεία μου, για τις δουλειές μου, για την οικογένεια μου, για τα παιδιά μου… Κανονική πατρική ανάκριση. Όλα ήθελε να τα μαθαίνει αναλυτικά, αλλιώς δεν κοιμάται ήσυχος τα βράδια, έλεγε.

-Όλα καλά πάνε γεροντή μην ανησυχείς, μόνο να τρως καλά εσύ και να κοιμάσαι… του έλεγα κι εγώ για να τον ησυχάσω… Αλλά πάντα τα λέγαμε στο πόδι κι έφευγα βιαστικός.

-Μα κάτσε μπρε Γιώργη μια ουλιά ακόμη να σε δω, και μη βιάζεσαι να αμολάρεις λες και σε κυνηγούνε.

-Κάτσε να σε καλοδω που θέλω να σου πω κιόλας, γιατί θαρρώ πως δεν είμαι καλά και δεν κατέω ανέ σε ξαναδώ…

-Κόψτα τα παραμύθια πονηρούλη Σφακιανέ, μια χαρά σε θωρώ εγώ κι είσαι. Ήθελε να του κάνω παρέα για να πούμε δυο κουβέντες να ξεσκάσει και μου το έριχνε απ’ όξω απ’ όξω στο συναισθηματικό… Πού να καταλάβω εγώ τότε σαραντάρης πολυάσχολος, πάνω στα καλά μου τι σημαίνει μοναξιά στα γηρατειά, κι ότι κάποτε θα γεράσουμε κι εμείς και θα έχομε τις ίδιες παραξενιές και την ίδια έγνοια για τα παιδιά μας…

Κι ότι θα βιαζόταν κι αυτά ακριβώς το ίδιο. Μια μέρα, την ώρα που έφευγα, για να με κρατήσει παραπάνω μου ζήτησε ένα τσιγάρο ενώ ποτές του δεν κάπνιζε.

-Δος μου μπρε Γιωργιό κι εμένα να κάμω ένα τζιγάρο γιατί ετσά το καρδιώθηκα, αλλά εσύ να το κόψεις… κόψε το να έχεις την ευκή μου.

-Ε άντε να σου κάμω το χατίρι αφού επιμένεις καπετάνιο, να ανάψω κι εγώ ένα, να το κάψουμε παρέα. Έκατσα πολύ ώρα τότε και τον άφησα να μου εξιστορεί αναλυτικά τις ειδήσεις που άκουγε ούλη μέρα στο ράδιο και σε συνέχεια ιστορίες πολυ ειπωμένες από τα παλιά.

Ξεκίνησε από τα παιδικά του χρόνια με το παράπονο πόσο σκληρός ήταν ο πατέρας του, πως πήγε στο δημοτικό μόνο ένα μήνα γιατί μετά τον σταμάτησε για τα οζά, όταν ήταν φαντάρος στη Σάμο το 1926 που έφαε 20 μέρες φυλακή επειδή δεν πυροβόλησε ένα πρόσφυγα που έκλεβε σταφύλια, πως είχε βουτήξει ένα μαχαίρι από ένα Γερμανό στρατιώτη την κατοχή, που τον είχε πάρει ο ύπνος στην μαδάρα. Για τους μεγάλους χιονιάδες στο χωριό που το πήγαινε πάνω από την πόρτα τση κουζίνας κι έκαναν τούνελ για να βγουν έξω, για μια γυναίκα που είχαν μπει οι διαόλοι μέσα τζη, και τσι έβγαλε όξω ο παπάς στην εκκλησία… αλλά με χίλια βάσανα.

-Έβγα όξω καταραμένε έψελνε ο παπάς…

-Μαυρογένη σκατογένη δεν βγαίνω, στου καπούλο έχω τον χότζα… άκουγε λέει μια φωνή, χωρίς να μιλεί η γυναίκα… Έκατσα και τον άκουγα πάνω από δυο ώρες χωρίς να διακόπτω, μου ζήτησε κι άλλο τσιγάρο για να κερδίσει χρόνο αλλά δεν του έδωσα . Σηκώθηκα να φύγω και πετούσε από τη χαρά ντου, σαν το μικρό κοπέλι που του έκαναν δώρο ένα καινούριο ποδήλατο.. Το γέρικο πρόσωπο του ανανεώθηκε, γελούσαν τα μουστάκια του τα μάτια του και τ’ αγρια γένια του.

-Άμε μπρε κοπέλι μου στο καλό κι ο θεός να σε ξεμιστεύει, μα σήμερα μού ‘δωκες την μεγαλύτερη χαρά. Αν ζούσε σήμερα, θα ήταν η καλύτερη μου παρέα…!!


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα