Παρασκευή, 14 Ιουνίου, 2024

Οι θρυλικοί µαζωχτάδες του δικτάµου

» Εργασία – συνήθειες – εργαλεία

 

Στα παλαιότερα χρόνια υπήρχαν άνθρωποι ριψοκίνδυνοι που ασχολούνταν µε τη συλλογή του ∆ικτάµου (Σταµατόχορτο), µε τεχνικές δικές τους µιας και είχαν από αυτό, καλό εισόδηµα.
Λιγόστεψαν µετά που άρχισε η καλλιέργειά του στην Έµπαρο, Θωµαδιανό κ.λπ. στα Ηρακλειώτικα και σήµερα και άλλου.

Τους συλλέκτες στην Ανατολική Κρήτη και σε περιοχές του Ρεθύµνου τους ονόµαζαν Ερωντάδες, από την ονοµασία Έρωντας του ∆ικτάµου, αλλά και µε άλλα ονόµατα.
Στην περιοχή του Κάτω Πόρου Αργυρούπολης Ρεθύµνου είχαν τη χαρακτηριστική ονοµασία Αττιτανολόγοι και αλλού απλώς … “Βοτανολόγοι” ή Μαζωχτάδες.

Για να µαζέψουν όσο το δυνατόν µεγαλύτερη ποσότητα δενόταν µε σχοινιά και κατέβαιναν σε τροµακτικά γκρεµνά. Χρειαζόταν καρδιά για να µαζέψεις κατ’ αυτόν τον τρόπο το δίκταµο.
Χωρίς να έχουν γνώσεις αναρριχητικής τεχνικής χρησιµοποιούσαν τα σχοινιά και τις προεξοχές και κοιλότητες των κατακόρυφων βράχων έτσι που να σε πιάνει δέος βλέποντάς τους να αιωρούνται στο χάος.
Αν καµιά µεγάλη φούντα δεν την έφθαναν χρησιµοποιούσαν την αναρριχητική τεχνική του εκκρεµούς. Έδιδαν δηλαδή µια κίνηση στο σώµα τους δεξιά και αριστερά µέχρι να φθάσουν στη µεγαλύτερη απόσταση από το κατακόρυφο σηµείο και να αρπάξουν τη φούντα του δικτάµου µέσα σε κλάσµατα δευτερολέπτου.

Πολλοί ήταν εκείνοι που πλήρωσαν αυτήν την προσπάθεια συλλογής του ∆ικτάµου µε γκρέµισµα και σκοτώνονταν ή τραυµατίζονταν και πολλές φορές έµεναν ανάπηροι.

Ο Στέλιος Σπυριδάκης το 1995

ΜΙΑ ΘΡΥΛΙΚΗ ΟΜΑ∆Α

Μια χαρακτηριστική, και θρυλική µπορώ να πω, οµάδα Αττιτανολόγων είχε τη “βάση” της στον Κάτω Πόρο Ρεθύµνου και πεδίον δράσεώς της σχεδόν ολόκληρη την Κρήτη. Ο Στέλιος Σπυριδάκης, κάτοικος του Κάτω Πόρου, μάζευε περιορισµένα βέβαια, το ∆ίκταµο.
Η οµάδα έφτανε στη δραστηριότητα της σε όλη την Κρήτη και πιο πολύ στην περιοχή των Σφακίων (Ανώπολη, Βουβά, κ.λπ.). Το κέρδος µοιραζόταν όλη η οµάδα ισοµερώς. Στην “οµάδα” χρησιµοποιούσαν για “ασφαλιστή” τον Κωστή γιατί ήταν παχύς, 130 οκάδες, και όταν έβαζε το σχοινί στη µέση του και κατέβαζε άνθρωπο στον γκρεµνό “καµιά δύναµη δεν τον κουνούσε”.
Η Οµάδα έπρεπε κατ’ ελάχιστον να αποτελείται από τρεις. Έναν που κατέβαινε, έναν που ασφάλιζε και ένα που φρόντιζε το σχοινί να µην µπερδέψει και βοηθούσε τον συλλέκτη όταν έφτανε επάνω.
Ακόµη ο κυρ Στέλιος θυµόταν: Μια φορά κρεµόταν στο χάος, κοντά εκατό µέτρα, και κοίταζε απάνω, όταν είδε τα δύο από τα τέσσερα πλεξίδια του σχοινιού να έχουν κόψει και το υπόλοιπο να ξεπλέκει. Γλύτωσε από του χάρου τα δόντια προφταίνοντας να βγει απάνω.
Άλλη φορά, όπως τον κατέβαζαν µε το σχοινί, παρέσυρε αυτό έναν µικρό βράχο και πρόλαβε και παραµέρισε και δεν τον σκότωσε.

 

 

 

ΥΛΙΚΑ: Τα υλικά που χρησιµοποιούσαν ήταν:

1.Ο Κάτσουνας. Ένα ραβδί που είχε στην άκρη του κατσούνι. Όταν ο συλλέκτης κατέβαινε στο γκρεµνό και εκρεµιόταν “συρίκι” όπως το λέγανε, δηλαδή σε αρνητική κλίση βράχου και σε απόσταση από τον βράχο, εµπέρδεχνε τον κάτσουνα σε έναν βράχο, σε κάποια σχισµή ή προεξοχή, και τραβούσε το σώµα του προς τον βράχο και όταν σίµωνε έκοβε την φούντα.
Πολλές φορές όταν τελείωνες και άφηνες τη στήριξη αυτή µε τον κάτσουνα, το τεντωµένο σχοινί σε πετούσε απότοµα έξω, ακόµη και δεκάδες µέτρα, και έπρεπε να ‘χει γερή στήριξη επάνω.
Τον κάτσουνα χρησιµοποιούσαν πάντα για να έλθουν πιο κοντά στον βράχο και πότε για να τραβήξουν µ’ αυτόν το δίκταµο. Τον χρησιµοποιούσαν ακόµη και στ’ αλέτρια για βουκέντρι. Όπως έλεγε ο Στέλιος, χωρίς τον “κάτσουνα” δεν µπορούσες να κόψεις ∆ίκταµο, ιδίως όταν έκανε “µπέτι” ο γκρεµός.
Ο κάτσουνας είχε µήκος από τρία µέχρι τριάµισι και τέσσερα µέτρα πολλές φορές, και τον κρατούσαν, κατεβαίνοντας µε το σχοινί, όταν χρειαζόταν.

2.Το Σχοινί. Το σχοινί τους ήταν κατασκευασµένο από ειδικό λινάρι, που το παραγγέλνανε, µέσω του αντιπροσώπου, στο εργοστάσιο στην Έδεσσα, για να είναι αντοχής, γιατί από αυτό κρεµόταν η ζωή τους. Έπρεπε να είναι µονοκόµµατο, χωρίς κόµπους και µάτισες, και µήκους 80 µέχρι 90 οριές. Τα σχοινιά τα έλεγαν και Γούµενες.
Κάθε ένα µε ενάµιση µήνα, ανάλογα µε τη χρήση βέβαια, ήθελαν καινούργιο σχοινί γιατί πάθαινε µεγάλη φθορά µε την τριβή στους βράχους και το έδαφος και µε το στρίψιµο. Κόµπο δεν επιτρεπόταν να κάνουν γιατί θα µπέρδευε σε κλαδιά ή προεξοχές και δεν θα πήγαινε ούτε κάτω ούτε πάνω.
Μόνο στην άκρη του έκαναν ένα ειδικό δέσιµο σαν κάθισµα και έβαζαν ένα τσουβάλι για πιο… αναπαυτικό. Εκεί καθόταν ο Αττιτανολόγος και αναλάµβανε να τον κατεβάσει µόνον ένας. Ο πιο δυνατός και ψύχραιµος. Αυτός καθότανε σε ασφαλές µέρος επάνω, ενώ ένας άλλος παραδίπλα του παρακολουθούσε κάτω, µήπως µπερδέψει το σχοινί ή µήπως κάτι δεν πάει καλά.
Αυτός που κατέβαινε δενόταν από τη µέση µε το σχοινί σε σχήµα Χ στο στήθος και κάθιζε στη θελιά µε το τσουβάλι. Πλάι του είχε ένα άλλο τσουβάλι όπου έβαζε το ∆ίκταµο που µάζευε.
Όταν ήθελε να συνεχίζεται το κατέβασµα, φώναζε “άφηνε” και όταν ήθελε να τον ανεβάσουν φώναζε “απάνω”. Το ίδιο επίσης “απάνω” του φώναζαν οι επάνω ευρισκόµενοι όταν τέλειωνε το σχοινί και δεν πήγαινε άλλο το κατέβασµα.
Η Ευαγγ. Φραγκάκη στο βιβλίο της αναφέρει ότι τα σχοινιά λεγόταν γούµενες.

3.Το πηρούνι. Για χαµηλά γκρεµνά όπου µάζευαν το ∆ίκταµο χωρίς κρέµασµα είχαν στην άκρη ενός ξύλου ή καλαµιού, ένα πηρούνι µε το οποίο “καµάκωναν” τη φούντα του δίκταµου και περιστρέφοντας το την έκοβαν και την έπαιρναν κάτω.

4.Το Τσουβαλάκι. Το τσουβαλάκι που το τοποθετούσαν στην θηλιά του σχοινιού για να µην τους κόβει το σχοινί όταν κάθονταν και τους κατέβαζαν. Ακόµη όµως και το σακί (τσουβάλι) που είχαν πλάι τους για να βάζουν το δίκταµο που µάζευαν.

Ο Στέλιος Σπυριδάκης µας είχε διηγηθεί:
«Κινδυνεύαµε διαρκώς από κόψιµο του σχοινιού, από πέτρες που έπεφταν, από γλίστρηµα και ένα σωρό άλλα απρόοπτα. Έπρεπε να ΄χεις γερή καρδιά για να κάνεις αυτή τη δουλειά. Κακοί τόποι… Κινδύνευες ακόµη και από τσι Αγριοµέλισσες που ήταν φωλεµένες µέσα στα γκρεµνά. Κινδύνευες να σε πνίξουµε προπαντός όντας ήθελε κρέµεσαι στο χάος.
Πολλές φορές ο αέρας δεν άφηνε ούτε την πέτρα καλά καλά να πέσει. Και µόνο να σίµωνες σ’ ορισµένα γκρεµνά σε “ηλέκτριζε” το χάος και σου ‘ρχότανε να γκρεµιστείς».
– Όταν άρχιζε το κατέβασµα καθαριζόταν ο τόπος γύρω για να µην πέσει καµιά πέτρα και το σχοινί τοποθετούνταν απάνω σε κλαδιά ή ξύλα για να µην τρίβεται στο βράχο και κόψει.
Παρ’ όλα αυτά µε την τριβή το σχοινί χάραζε το ξύλο και “έτρωγε” το χώµα. ∆εν είναι όµως λίγες οι φορές που ο Στέλιος κατέβαινε µοναχός του µε το σχοινί ασφαλίζοντας το σε κάποιο δέντρο.
Και ο Στέλιος τελειώνοντας είχε αναφέρει:
«Ήτανε το παντέρηµο σαν το µπαµπάκι άσπρο κι όπως το βάναµε στο τσουβάλι µέσα σου ΄ρχότανε να λιγοµαριαστείς από τη µυρωδιά που έβγαινε. Κι όντε θε να µπούµε σε κανένα µαγαζί, µα και όπου επερνούσαµε, εµύριζε ο τόπος. Τα παλιά σχοινιά που ‘χω µυρίζουνε ακόµη».


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα