Κυριακή, 14 Ιουλίου, 2024

Οι πρώτες αρχαιολογικές ανασκαφές στην Κρήτη

Από τον Καλοκαιρινό μέχρι τον Έβανς, τι έφερε στο φως η αρχαιολογική σκαπάνη το 1900 στο νησί

■ Μέσα από έκδοση του 1904 του Στ. Ξανθουδίδη, που φυλάσσεται στο Μουσείο Τυπογραφίας

Μια διαφωτιστική ματιά στον πλούτο του Κρητικού πολιτισμό και στις πρώτες αρχαιολογικές ανασκαφές στην Κρήτη, στις αρχές του 20ου αιώνα, αποτελεί η έκδοση του πρωτεργάτη της Κρητικής αρχαιολογίας Στέφανου Α. Ξανθουδίδη με τίτλο: “Ο Κρητικός Πολιτισμός- Τα εξαγόμενα των εν Κρήτη ανασκαφών». Πρόκειται για περιοδικό σύγγραμμα της Επιστημονικής Εταιρίας Αθηνών (τόμος 16ος), μια έκδοση του 1904 που φυλάσσεται στο Μουσείο Τυπογραφίας Γιάννη & Ελένης Γαρεδάκη.

O Ξανθουδίδης είχε διοριστεί Έφορος Αρχαιοτήτων επί Κρητικής Πολιτείας, θέση στην οποία παρέμεινε επί δεκαπέντε χρόνια (1900-1915). Ο ίδιος στην εισαγωγή του βιβλίου, επισημαίνει ότι η αρχαιολογική σημασία της Κρήτης ήταν γνωστή από την δεκαετία του 1880 καθώς η ανακάλυψη της σπουδαίας επιγραφής της Γόρτυνας, η ανασκαφή του ναού του Πυθίου Απόλλωνος που βρίσκονταν εντός της, η ανεύρεσή των αρχαϊκών επιγραφών του ναού από τον Ιταλό αρχαιολόγο Φρειδερίκο Άλμπερ και η ανεύρεση του Ιδαίου άντρου, έστρεψαν την προσοχή του επιστημονικού κόσμου προς το νησί του Μίνωα.

Στο βιβλίο γίνεται ιδιαίτερη αναφορά στον Ηρακλειώτη αρχαιοδίφη Μίνωα Καλοκαιρινό ο οποίος ήταν ο πρώτος που το 1878 πραγματοποίησε ανασκαφή στην Κνωσό, στο λόφο «Κεφάλα». «Επί τη βάσει συμφωνητικού συνταχθέντος και υπογραφέντος παρ’ εμού και του ιδιοκτήτη Ζεκυρή Βέη Ιβραήμ Εφεντάκη, ήρχισα τας ανασκαφάς μου κατά τον μήνα Δεκέμβριον 1878 δια είκοσιν (20) εργατών …» γράφει ο Μίνωας Καλοκαιρινός στον Οδηγό για την Αρχαίαν Πόλιν Κνωσσόν, που φυλάσσετε στα Αρχεία της Εταιρίας Κρητικών Ιστορικών Μελετών στο Ιστορικό Μουσείο Κρήτης στο Ηράκλειο.

Ο Ηρακλειώτης έμπορος και αρχαιοδίφης Μίνωας Καλοκαιρινός ήταν ο πρώτος που το 1878 πραγματοποίησε ανασκαφή στην Κνωσό, στο λόφο «Κεφάλα». Φωτογραφικό υλικό: Ιστορικό Μουσείο Κρήτης.

Σύμφωνα με τον Ξανθουδίδη, ο Καλοκαιρινός ανακάλυψε μία από τις αποθήκες του Μινωικού ανακτόρου, με αγγεία Μυκηναϊκά και 12 πιθάρια που δώρισε στο Μουσείο του αρχαιολογικού συλλόγου Ηρακλείου, σε μουσεία της Ελλάδας και της Ευρώπης. Ο πρώτος ανασκαφέας της Κνωσού είχε φτάσει μέχρι και πριν την αίθουσα του θρόνου του ανακτόρου. Ωστόσο οι ανασκαφές δεν προχώρησαν.
Σύμφωνα με άλλες εκδοχές, ο Ηρακλειώτης αρχαιολάτρης σταμάτησε τις ανασκαφές στην Κνωσό, για να μην πέσουν τα αρχαία στα χέρια των Τούρκων. Την συγκεκριμένη περίοδο η Κρήτη ήταν ακόμη υπό Τουρκική κατοχή και όλα τα ευρήματα θα ανήκαν στον Σουλτάνο.
Μέχρι που οι Άλμπερ και Στίλμαν (πρόξενος της Αμερικής στην Κρήτη), έκαναν λόγο για «σπουδαίο οικοδόμημα» στο λόφο της Κνωσού και ταύτισαν την θέση με τον μυθικό Λαβύρινθο. Έτσι λίγο αργότερα ο διάσημος Γερμανός αρχαιολόγος Ερρίκος Σλήμαν, γνωστός από τις ανασκαφές στην αρχαία Τροία και Μυκήνες, προσπάθησε να αγοράσει τον «λόφο Κεφάλα» της Κνωσού. Εγκατέλειψε, όμως την προσπάθεια, γιατί κι εκείνος θεώρησε τις τιμές που του πρόσφεραν υπερβολικές.
Το 1893 επισκέπτεται την Κρήτη ο Άγγλος αρχαιολόγος Αρθούρος Έβανς, για να μελετήσει και να αποκρυπτογραφήσει δύο τύπους άγνωστης γραφής που εμφανίζονταν σε κρητικές σφραγίδες.

Ο ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΝΟΜΟΣ ΕΠΙ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΠΟΛΙΤΕΙΑΣ

Στο σύγγραμμά του ο Ξανθουδίδης, επισημαίνει πως από τις πρώτες φροντίδες της Κρητικής κυβερνήσεως το 1900, ήταν η σύνταξη νέου Αρχαιολογικού Νόμου, με τον οποίο «θα εξασφαλίζονταν μεν, υπέρ του τόπου τα αρχαία κειμήλια, απαγορευμένης πάσης εξαγωγής αρχαίων εκ της νήσου και θα προστατεύονταν δε από περαιτέρω βανδαλικές καταστροφές και αρχαιοκαπηλική αισχροκέρδεια τα εναπομείναντα αρχαία». Παράλληλα, με τον Νόμο « θα διευκολύνονταν η ανασκαφή και ανεύρεση των αρχαίων στην Κρήτη από επιστήμονες αρχαιολόγους με την παραχώρηση άδειας για ανασκαφές, οι οποίοι θα παρουσιάζονταν από κάποιο επιστημονικό σωματείο η Εταιρεία».
Έτσι αμέσως μετά την δημοσίευση του αρχαιολογικού νόμου, έλαβαν άδειες ανασκαφών διαφόρων εθνικοτήτων επιστημονικές Εταιρείες σε πολλά σημεία της κεντρικής και ανατολικής Κρήτης.

H αρχαιολογική σημασία της Κρήτης ήταν γνωστή από την δεκαετία του 1880. Ξένες αρχαιολογικές αποστολές είχαν χαρτογραφήσει άλλες σημαντικές αρχαιολογικές θέσεις
ανά τη χώρα, όπως φαίνεται και από την έκδοση “Αρχαιολογικές περιηγήσεις στην Ελλάδα”, στα Γαλλικά, από τον Ch. DIEHL για την Γαλλική Ακαδημία, που εκδόθηκε το 1897 στο Παρίσι. Χάρτης της αρχαίας Ακρόπολης των Μυκηνών που περιλαμβάνει η έκδοση. Από τις συλλογές του Μουσείου Τυπογραφίας.

ΟΙ ΞΕΝΕΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΑΠΟΣΤΟΛΕΣ

Σύμφωνα με τον Ξανθουδίδη, ο Έβανς είχε κατορθώσει προ της Επαναστάσεως να γίνει κάτοχος, του ¼ της «Κεφάλας» που βρίσκεται το ανάκτορο της Κνωσού και μάλιστα πέτυχε μετά την νέα τάξη πραγμάτων, να αποκτήσει και το υπόλοιπο και να αρχίσει ανασκαφές την Άνοιξη του 1900.
Η Ιταλική κυβέρνησε κατήρτισε την Ιταλική Αρχαιολογική αποστολή υπό τον Άλμπερ, η Γαλλική σχολή των Αθηνών είχε αποστείλει ήδη προ της λήξης της επανάστασης τον J. Dermagne για τον ίδιο σκοπό. Το 1900 ήρθε στην Κρήτη για αρχαιολογικές ανασκαφές η Αμερικανίδα Miss Boyd από την Αμερικανική Σχολή της Αθήνας.
Η Γαλλική σχολή επικεντρώθηκε στις ανασκαφές στην περιοχή του Αγ. Νικολάου (Γουλά Μιραμπέλου και Ίτανον), οι ανασκαφές των Άγγλων υπό τον Έβανς και την Αγγλική σχολή της Αθήνας – που κατείχαν την πρώτη θέση από άποψη μεγέθους και σπουδαιότητας- περιορίστηκαν στην Κνωσό, στη θέση «Κεφάλα», όπου ο Έβανς ανέσκαψε το κολοσσιαίο και μεγαλοπρεπές ανάκτορο των ηγεμόνων της Κνωσού, το βασίλειο του θαλασσοκράτορα Μίνωα.

Τα αποτελέσματα των ανασκαφών της Κνωσού υπήρξαν τόσο σημαντικά ώστε επέφεραν πραγματική αναστάτωση στους αρχαιολογικούς και επιστημονικούς κύκλους. «Οι επισκέπτες του Μουσείου Ηρακλείου όπου εκτίθενται τα κειμήλια, τα λείψανα του ανακτόρου του Κρητός βασιλιά αισθάνονται θαυμασμό και κατάπληξη για το πλήθος και την μεγαλοπρέπεια, και το πρωτοφανές των περισσότερων ευρημάτων» γράφει ο Ξανθουδίδης. Ωστόσο όπως επισημαίνει, ενώ η ανασκαφή του ανακτόρου είχε τελειώσει, η οριστική επιστημονική δημοσίευση από τον Έβανς αργούσε. Ο Κρητικός αρχαιολόγος αναφέρει χαρακτηριστικά: «

Σχεδόν 20 χρόνια αργότερα, ο Άγγλος αρχαιολόγος Αρθούρος Έβανς (φωτό 1 από αριστερά) αρχίζει ανασκαφές στην Κνωσό, στο ίδιο σημείο που είχε σταματήσει ο Μίνωας Καλοκαιρινός. Φωτογραφικό υλικό: Εφορεία Αρχαιοτήτων Ηρακλείου.

Η εν τω ανακτόρω ανασκαφή έφθασεν εις το τέλος αυτής αλλά η οριστική επιστημονική δημοσίευση εισέτι δεν εγίνονταν. Κάθε έκαστον χειμώνα, ο κ. Εβανς, επωφελούμενος της διακοπής των εργασιών δημοσιεύει στην επετηρίδα της Αγγλικής σχολής προσωρινή αλλά επαρκή περιγραφή των εργασιών του έτους και των σπουδαιότερων ευρημάτων, μέχρι να γίνει η οριστική δημοσίευση. Μέχρι τον Μάρτιο του 1904 είχαν δημοσιευθεί στην επετηρίδα της Αγγλικής σχολής, οι εργασίες των ετών 1900, 1901 και 1902 ενώ οι εργασίες του 1903 βρίσκονταν υπό εκτύπωση».
Εν τω μεταξύ, όσο ο Έβανς καταγίνονταν με την αποκάλυψη του ανακτόρου της Κνωσού ο Διευθυντής της Αγγλικής σχολής στην Αθήνα, D. Hogarth, αναζητούσε πέριξ της «Κεφάλας» τους τάφους του ανακτόρου. Το Καλοκαίρι του 1900 ο Hogarth ανέσκαψε και το σπήλαιο του Δικταίου Άντρου εντός του οποίου βρέθηκαν τα θεμέλια βωμού αφιερωμένο σε λατρευόμενη θεότητα με σύμβολο τον διπλό πέλεκυ ( λάβρυς). Τα σπουδαιότερα ευρήματα του Δικταίου Άντρου ήταν τα χαλκά αναθήματα, μικρά ειδώλια που απεικόνιζαν ανθρώπους και ζώα. Οι Βρετανοί αρχαιολόγοι πραγματοποίησαν ανασκαφές και στην Ζάκρο όπου βρέθηκαν 500 πήλινα σφραγίσματα, στο Παλαίκαστρο και άλλα σημεία της ανατολικής Κρήτης.
Ιταλική αρχαιολογική αποστολή πραγματοποίησε ανασκαφές στην αρχαία Φαιστό και έφερε στο φως περισσότερα στοιχεία για την ιστορία της αρχαίας πόλης. Το Καλοκαίρι του 1900 οι Ιταλοί είχαν ήδη αρχίσει τις ανασκαφές στο ανάκτορο της Φαιστού. Άλλωστε 15 χρόνια πριν είχε γίνει σπουδαία αρχαιολογική ανακάλυψη χρυσών κτερισμάτων κοντά στην Φαιστό. Στο ανάκτορο οι Ιταλοί αρχαιολόγοι βρήκαν σειρά αγγείων, ειδωλίων, πήλινη πινακίδα με επιγραφή στο πρωτοκρητικό γραμμικό αλφάβητο, μεταλλικούς διπλούς πέλεκεις κ.α

» Ο εκπαιδευτικός με την 20ετή συνδικαλιστική και αυτοδιοικητική παρουσία, αποχαιρετά την πόλη μας και μιλά για την κοινωνία που γνώρισε

ΚΡΗΤΙΚΕΣ ΑΝΑΣΚΑΦΕΣ

Ανασκαφές στην Κρήτη σχεδίαζε από ετών η αρχαιολογική εταιρία των Αθηνών. Όπως αναφέρει ο Ξανθουδίδης, το 1901, η εταιρία έλαβε άδεια για ανασκαφές στην αρχαία Απτέρα, που όμως δεν πραγματοποίησε. Αντιθέτως, ο διαπρεπής αρχαιολόγος Χ. Τσούντας, επέλεξε για ανασκαφές τα Μάλια, όπου φαίνονταν πως υπήρχαν λείψανα της πρώτης Κρητικής περιόδου.
Ο ίδιος ο Ξανθουδίδης, ανέσκαψε το 1899 και καθάρισε δύο σπηλαιώδεις τάφους όπισθεν του σημερινού Δικαστικού Μεγάρου στα Χανιά και ανακάλυψε τα πρώτα ευρήματα Μυκηναϊκών χρόνων στην Δυτική Κρήτη αγγεία και χρυσά κοσμήματα.
Το 1901 ο Κρητικός αρχαιολόγος πραγματοποίησε ανασκαφή και καθαρισμό του Μητροπολιτικού ναού του Αγ. Τίτου, όπου ο Giuseppe Gerola ως απεσταλμένος του Ενετικού Ινστιτούτου είχε βρει επιγραφές, μαρμάρινα ανάγλυφα και χάλκινα σκεύη κρυμμένα σε λάκκο κάτω από το έδαφος της εκκλησίας. Ο Ξανθουδίδης πραγματοποίησε επίσης ανασκαφές σε περιοχές της Σητείας αλλά και ανατολικά της Φαιστού, στην περιοχή Καλύβια όπου παιδιά είχαν βρει Μυκηναϊκά κτερίσματα. Εκεί ανακάλυψε έντεκα τάφους της Μυκηναϊκής περιόδου με σημαντικά εντάφια κτερίσματα όπως αγγεία, χρυσά κοσμήματα, περιδέραια, δακτυλίδια, πολύτιμους λίθους κ.α

ΑΡΧΑΙΟΚΑΠΗΛΙΑ ΣΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΚΡΗΤΗ

Σύμφωνα με τον Ξανθουδίδη, οι δυτικές περιοχές της Κρήτης δεν είχαν ερευνηθεί επαρκώς, παρά το γεγονός ότι αρχαιότητες των Ελληνικών χρόνων παρουσιάζονταν αφθονότερες στα δυτικά του νησιού. Στο βιβλίο αναφέρει χαρακτηριστικά: « στην ανατολική Κρήτη, μέχρι το 1904 δεν είχε βρεθεί ούτε ένα πήλινο αγγείο των κλασικών ελληνικών ρυθμών ενώ κατά χιλιάδες ίσως αριθμούνται τα ευρεθέντα, προ της επαναστάσεως, στις δύο δυτικότερες επαρχίες, στην Κίσσαμο και στο Σέλινο, από τυμβωρύχους που συστηματικά πωλούσαν στους αρχαιοκάπηλους των Χανίων».

ΑΡΧΑΙΑ ΚΥΔΩΝΙΑ

Άποψη της ανασκαφής στο ανάκτορο της αρχαίας Κυδωνίας στην οδό Κατρέ, στον Λόφο Καστέλι και αργυρό νόμισμα της Κνωσού που εντοπίστηκε στον ίδιο χώρο.

Ο έμπειρος αρχαιολόγος Στ. Ξανθουδίδης, στο βιβλίο του, το 1904, προφητικά αναφέρει την πόλη της αρχαίας Κυδωνίας, επισημαίνοντας ότι « η Ελληνική μεγάλη πόλη Κυδωνία εκτίσθη επί των θεμελίων της Κρητικής πόλεως των παλαιών Κυδώνων, ώστε απεκάλυψε και ηφάνισεν αυτήν, εάν όμως ποτέ γίνει σοβαρά σκαφή, ίσως θα ευρεθώσιν υπό τα ελληνικά τα αρχαιότερα λείψανα της Κρητικής πόλεως. Ας λάβωμεν υπ΄ οψει το παράδειγμα της Κνωσού».
Πράγματι, πολύτιμα και σπάνια τεκμήρια της ιστορίας του ανακτορικού κέντρου της αρχαίας Κυδωνίας εξακολουθεί να φέρνει στο φως μέχρι σήμερα, η ανασκαφική έρευνα που πραγματοποιεί η Εφορεία Αρχαιοτήτων Χανίων υπό τη διεύθυνση της επίτιμης γενικής διευθύντριας του ΥΠΠΟΑ δρ Μαρίας Βλαζάκη στο λόφο Καστέλι της Παλιάς Πόλης των Χανίων.


Να σημειωθεί πως ο Στ. Ξανθουδίδης, επί μια πενταετία (προ του 1904) κατέγραφε επίσης σωζόμενες χριστιανικές επιγραφές που εντόπιζε κατά τις έρευνες του, τις οποίες και δημοσίευσε. Χριστιανικές επιγραφές μαζί με σωζόμενα μνημεία της Βυζαντινής εποχής και της Ενετοκρατίας στην Κρήτη, κατέγραψε το 1900 και ο Ενετός αρχαιολόγος Giuseppe Gerola, ως απεσταλμένος του Ενετικού Ινστιτούτου, ο οποίος επί τρία χρόνια περιόδευε στην Κρήτη για αυτό τον σκοπό (στις συλλογές του Μουσείου Τυπογραφίας εκτίθεται το 5o από τα 500 αυθεντικά αντίτυπα του τόμου Monumenti Veneti nell’ isola di Creta που τυπώθηκαν το 1906).


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα