Τρίτη, 18 Ιανουαρίου, 2022

Οι παιδικές μου εμπειρίες από τη Μάχη τση Κρήτης

Ούλα ‘τανε όμορφα και καλά, που λέει ο λόγος, ως τουτηνά την ημέρα. Μα το πρωινό απού ξημέρωνε, δεν ήτανε σαν τ’ άλλα, γιατί μας αγουροξυπνήσανε τ’ ανήσυχα και τρομαριασμένα, βαταλαλήματα τση λάλης μας, με τσ’ άλλες γειτόνισσες απούχανε πρεμαζωχτεί στην αυλή μας. Και σχολιάζανε παραξενεμένες τα όσα θωρούσανε κι εγροικούσανε τουτονά το πρωινό. Γιατί, κεινονά το καιρό η μάνα μας, που τοτεσάς ήτανε και μάνα και πατέρας γιατί τον αφέντη μας τον είχε καλεσμένο η μεγάλη Μάνα μας, η Πατρίδα Ελλάδα, κι ήτανε στρατευμένος στα ξένα, επολεμούσανε μαζί με ούλους τσ’ άλλους Έλληνες, γι’ αυτό και λείπανε ούλα τση Κρήτης τα παιδιά.

Για κείνο κιόλας κι η συχωρεμένη η μάνα μας, μάς είχε αφημένα στην εντέση τση επίσης συχωρεμένης τση λάλης μας, για να μας ετοιμάσει για να πάμε στο σκολειό. Κι εκείνη, ήτανε παωμένη με τσοι δικολογιές τση, αξημέρωτα στο θέρος. Γιατί και με τα τόσα πρωτόγνωρα απου εγίνουντανε, όλο και με μεγαλύτερη ένταση ήτανε τ’ αεροπλάνα απού εσκορπούσανε με τσοι βοές τωνε πανικό σε μικιούς και μεγάλους και το ίδιο κάνανε με τα κακαρίσματά ντωνε τα πολυβόλα των απου φέρνανε τρόμο και θανατικό.

Τουτεσάς τσοι καλά δύσκολες ώρες, απου οι γι απελπισμένες γειτόνισσες εκάνανε και με τα δυο ντωνε χέρια το Σταυρό ντωνε, κι ούλοι αλληλοστραφαίνουντανε άφωνοι κι αλληλοϊσμένοι, ακούστηκε η ψύχραιμη φωνή: «Να πάμε σε σπίθια απούχουνε για στέγες ταράτσες απου αντισταίνουνε τσ’ εχθρικές μπάλες». Γι’ αυτό και βρεθήκαμε σε λίγη ώρα ούλοι στη σωστή κάμερα τση λάλης μας, απού η σκεπή τση ήτανε από λεπίδα· με τουτονά το χώμα, τη λεπίδα, τσοι κάνανε τσοι ταράτσες τοτεσάς, απού δεν υπήρχε το τσιμέντο. Εκειά δα μα ήβρηκε η συχωρεμένη η μάνα μας, απούρθε ξεγλωσσισμένη από την αγωνία τση από το θέρος και το μόνο απου αναστορούμαι είναι πως το μόνο απου πρόλαβε να πει ήτανε νερό! Κι απόις εσοριάστηκε σε μια καθέκλα.

Εκειά δα εσυνεχίζουντανε οι διαβουλεύσεις κι ανταλλάσσανε τσοι σκέψεις και τσοι γνώμες τωνε, για το τι «μέλλει γενέσθαι». Τα χαμπέρια απου ‘ρχουντανε από τσ’ άλλους συγκεντρωμένους χωριανούς σ’ άλλα σπίθια ήτανε πως εκείνοι είχανε αναζητήξει τη προστασία ντωνε από τα σπηλιαράκια του βουνού και πως έλιγοι έλιγοι αφήνανε τη βόλεψη τω σπιθιώ ντωνε και πιάνανε τ’ ανάπλαγα, κι αναζητούσανε προστασία από τουτεσάς τσοι κατοικίες των αγριμιώ, απου ‘ναι στσοι τόπους τω χειμαδιώ ντωνε στα πλάγια και τα ρυάκια του βουνού. Δηλαδή «εν ερημίαις πλανώμενοι και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης», απου λέει κι Απόστολος Παύλος (Εβρ. 11, 38).

Γι’ αυτό και δεν αργήσανε να πάρουνε την απόφαση κι όσοι ‘τανε στο σπίτι τση λάλης μου και να ετοιμάσουνε τα μπογαλάκια ντωνε. Κι εκείνος κι ούλοι μαζί εξεκινήσαμε τουτηνά τη στράτα για να αναζητήξομε κι εμείς από τουτουσάς τσοι τόπους τη προστασία μας από τσοι δολοφονικές επιθέσεις τση πολιτισμένης και μορφωμένης Ευρώπης, που κάθε φορά απου περνούνε από τη σκέψη μου τουτεσάς οι γι εικόνες, αναστορούμαι το συχωρεμένο τον πεθερό μου απου ‘λεγε, όταν εταίριαζε βέβαια έπαε στον καφενέ με ρητορική έμφαση, αν κι οι σπουδές του εφτάνανε ως την Στ’ του Δημοτικού: «Πως η μόρφωση δεν φέρνει τη γνώση»! Στ’ αλήθεια, πόσο δίκιο είχε κι επιβεβαιώνεται από το λαό απου λέει: «Πως χάρη το ‘χει η κεφαλή να κατεβάζει ψείρες», γη κατά τον Μένανδρο: «Ως χαρίεν εστ’ άνθρωπος, όταν άνθρωπος ή».

Κι έτσα πήραμε κι εμείς τη στράτα τση περιπλάνησης στο γειτονικό βουνό, μέσα σε τουτηνά τη πολεμική ταραχή, τσοι κιντύνους από τσοι μπάλες τω πολυβόλω και τσοι μπόμπες απου εφιλοδωρούσανε τ’ αεροπλάνα τον άμαχο και άοπλο πληθυσμό επροχωρούσαμε πανικόβλητοι κι αλληλοϊμένοι, ώστε ‘να απου εφτάξαμε στο σπήλιο του Αγίου Γεωργίου τ’ Απιδιώτη. Εκειά δα, άλλοι εσκορπίσανε στα πλάγια κι εκόβανε κλαδιά για να τα βάλουνε αντί για στρώματα στσοι κοιμητες μας. Κι άλλοι, πάλι εδιαμορφώνανε το χώρο μέσα στο σπήλιο που θα εκοιμούντανε η κάθε οικογένεια.

Τουτεσές τσ’ ώρες απου αναθιβάνω τουτεσάς τσ’ εμπειρίες μου από τουτηνά τη Μάχη τση Κρήτης, ξεφυτρώνει στη σκέψη μου η γι ευχή: Ποτέ Θεέ μου μην επιτρέψεις ξανά τέτοιες εμπειρίες στσοι καινούργιες γενιές απου θα ‘ρχονται. Όσοι δα για μας, εσυνεχίζαμε να ζιούμε σε τουτεσάς τσοι πρωτόγονες και πρωτόγνωρες συνθήκες απου μας υποχρεώσανε οι προοδευμένοι και πολιτισμένοι Ευρωπαίοι, απου μας εξεσπιτώσανε γιατί “ετσά ηθέλανε».

Εκειά δα αποφτάνανε οι βοές των αεροπλάνω, κι εγροικούντανε οι γι εκρήξεις από τσοι μπόμπες απου τα καθέτου εφορμήσεως στούκας ερίχνανε. Εκειά ακόμη ήρχουντανε και τα χαμπέρια και τα κακά μαντάτα από τσοι σκοτωμούς και τσοι καταστροφές όπου εγίνουντανε μάχες, από τσοι συγκατοίκους απού κάθε μέρα επχιαινόρχουντανε στο χωριό, για τσοι διατροφικές μας ανάγκες.

Έτσα επερνούσανε οι γι ώρες κι οι μέρες, οι καλά δύσκολες. Όσοι δα γνοιάζονται για τη συνέχεια και περισσότερες λεπτομέρειες ας τσ’ αναζητήξουνε από τσοι σελίδες του βιβλίου μου “ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΧΩΡΑΦΑΚΙΑ ΑΚΡΩΤΗΡΙΟΥ ΧΑΝΙΩΝ”, γιατί απατός μου αποφάσισα να ξεπεζέψω στην σημερνή πραγματικότητα. Και μ’ ιδιαίτερη περιέργεια ν’ αναρωτηθώ πολύ σύντομα για τσοι προθέσεις τω Γερμανώ Αλεξιπτωτιστώ απου θέλουνε να γιορτάσουνε κι εκείνοι την εισβολή ντωνε στη Κρήτη. Άτζεμπις για να βρούνε ευκαιρία να ζητήξουνε συγνώμη για την κακή, βάρβαρη κι απάνθρωπη συμπεριφορά ντωνε στον άμαχο πληθυσμό τση Κρήτης; Μα κι από τσοι δικούς τωνε αδικοχαμένους αλεξιπτωτιστές, απου η προπαγάντα του Γκαίμπελς εφανάτισε.

Κι ο απαίσιος Γκέρινγκ έφερε και τους σκόρπισε στση Κρήτης τ’ Άγια χώματα για να γενούνε θροφή τω κοράκω και των άλλω όρνεων, γιατί έτσα ήθελε το μεγάλο ντωνε αφεντικό, να καταχτήσει τη Κρήτη. Κι αν είναι ετσά κι άδεια να των εδόθη, κι εμείς να επενδύσομε με φωτογραφίες τουτεσάς τσ’ εκδηλώσεις από τα βιβλία του Β. Μαθιόπουλου “ΕΙΚΟΝΕΣ ΚΑΤΟΧΗΣ” απούναι από τα γερμανικά αρχεία και γεγονότα από ΤΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑΤΑ και με την ευχή ΠΟΤΕ ΠΙΑ ΦΑΣΙΣΜΟΣ.

Όσο δα για τα σαλιαρίσματα κάποιου πολυσπουδαγμένου Γερμανού, του ταιριάζει η γι απάντηση τσ’ ατρόμητης Κρητικοπούλας που αναφέρει στο άρθρο ντου ο πάντα άξιος συνεργάτης των «Χ.Ν.» κ. Στ. Καλαϊτζόγλου, που απάντησε στον Γερμανό Διοικητή που της είπε πως ήτανε παράνομη η συμμετοχή τση σε τουτονά τον αγώνα: «Γιατί κι εσείς δεν εσεβαστήκατε την Ελλάδα και την Κρήτη;» ήτανε η γι απάντησή της και «ποιά αφορμή σας εδώσαμε κι ήρθατε να μας υποδουλώσετε;»

Αυτά για όσους πιστεύουνε στσ’ ιδέες και τα έργα του φασισμού.

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ ΤΩΝ ΘΥΜΑΤΩΝ ΚΙ ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ ΚΕΙΝΗΣΑΣ ΤΣΗ ΜΑΧΗΣ.

Θεέ μου βλέπε μας το νου μας.

Ώρα καλή αναγνώστριες κι αναγνώστες μου κι αναζήτηχτοι.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

Βαταλαλώ = Φλυαρώ
Λάλη = Γιαγιά
Πρεμαζωχτεί = Συγκεντρωθεί
Γροικώ = Ακούω
Αφέντης = Πατέρας
Εντέση = Φροντίδα
Μικιούς = Μικρούς
Αλληλοστραφαίνομαι = Αλληλοκοιτάζομαι
Αλληλοϊσμένος = Σαστισμένος, αναστατωμένος
Ξεγλωσσισμένος = Από το λαχάνιασμα, έχει έξω από το στόμα τη γλώσσα του
Αναστορούμαι = Θυμούμαι
Καθέκλα = Καρέκλα
Έλιγοι, έλιγοι = Λίγοι, λίγοι
Κι απόις = Κι ύστερα
Ανάπλαγα = Τα πλάγια του βουνού
Δικολογιές = Συγγενολόι
Αναθιβάνω = Ανακαλώ στη σκέψη μου, διηγούμαι
Απατός μου = Ο ίδιος εγώ
Θροφή = Τροφή
Άτζεμπις = Άραγε

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα