Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου, 2021

Οι Κρητικοπούλες

“Κι είπαν τα όρη τα Λευκά
στο γερο-Ψηλορείτη

δεν την πατούνε για πολύ
οι τύραννοι την Κρήτη”

ΜΟΝΟ δέος προκαλεί η φωτογραφία (εικόνα, 1): παρουσιάζει δυο μελλοθάνατους -Κρήτες, πατέρας και γιος;- αγέρωχους, περήφανους, λίγο πριν την εκτέλεσή τους!… Αλλά, ας αφήσουμε τους ίδιους τους Γερμανούς να περιγράψουν πώς αντιλαμβάνονται την παράξενη αυτή αίσθηση της απόλυτης περιφρόνησης του θανάτου από τους Κρητικούς:

• Οι Κρητικοί όταν βρίσκονται μπροστά στο εκτελεστικό απόσπασμα έχουν πάνω τους κάτι το μυθώδες(…) Είναι τόσο περήφανοι την τραγική ώρα του θανάτου, που όποιος τους δεί, είναι αδύνατο να μήν τους θαυμάσει. Πολλές φορές όταν επρόκειτο να γίνουν εκτελέσεις, άφηνα το γραφείο μου και έβγαινα στο μπαλκόνι, μόνο και μόνο για να τους θαυμάσω! Σε κανένα άλλο λαό δεν είδα τέτοια περιφρόνηση προς το θάνατο και τόση αγάπη για την ελευθερία” (Alexander Andrae, 1888– 1979. Τον Ιούνιο του 1941 διαδέχθηκε τον Kurt Student ως διοικητής του “Φρουρίου Κρήτη”)

ΣΥΜΠΑΘΟΥΜΕ ή αντιπαθούμε ανθρώπους, τόπους, πολιτικούς, ιδεολογίες από προκατάληψη ή από προσωπική εμπείρα. Συμπάθησα την Κρήτη, πριν τη γνωρίσω: Η Πόντια μάνα μου μού πρωτομίλησε για τον Ελ. Βενιζέλο, αφότου και η ίδια είχε πρωτακούσει γι αυτόν, όντας παιδούλα (1923) στη μεγάλη ανταλλαγή των πληθυσμών… Μετεμφυλιακά, στην παιδόπολη “Καλή Παναγιά” (Βέροια), η ομαδάρχισσα που θυμάμαι εντονότερα ήταν μια Κρητικοπούλα:

επρόκειτο για ιδιάζουσα προσωπικότητα που, εκτός από τον πεντοζάλη που μας έμαθε να χορεύουμε (“Μες στου Μαγιού τις μυρουδιές…”), μας μιλούσε συχνά για τα φοβερά “πάθια” της Κρήτης· ειδικότερα για την Κάντανο, το “ξεθεμέλιωμά” της (εικόνα, 3) και τους πολλούς άμαχους νεκρούς από τους Γερμανούς. Εξάλλου, στη λέσχη του πάνω συγκροτήματος της παιδόπολης, όπου γινόντουσαν οι εκδηλώσεις, υπήρχε ένας τεράστιος χάρτης της Μεγάλης Ελλάδας (συνθήκη Σεβρών, 1920) με τον Ελ. Βενιζέλο δαφνοστεφή και την Ελλάδα-γυναίκα με μια τεράστια σημαία στο αριστερό χέρι. Στο δεξί της χέρι είχε την περίφημη ρήση του Χαρ. Τρικούπη “Η Ελλάς προώρισται να ζήση και θα ζήση”. Αργότερα ήλθαν ο Καζαντζάκης (Καπετάν Μιχάλης), ο Μαρκόπουλος με τον Ξηλούρη (Ριζίτικα), ο Μ. Θεοδωράκης, ο Ερωτόκριτος στο Πανεπιστήμιο με τον Λίνο Πολίτη. Η Κρήτη και τα Χανιά έγιναν δεύτερη πατρίδα μου με το να παντρευτώ -τί άλλο;- μια Κρητικοπούλα με απέραντο μεγαλείο ψυχής.
ΤΟ ΜΕΓΑΛΕΙΟ, η γενναιοφροσύνη ψυχής και η ελευθεροφροσύνη των Κρητικών ενυπάρχουν όσο υπάρχει και το νησί. Ελάχχιστη απόδειξη το μικρό μα επίκαιρο περιστατικό από τη Μάχη της Κρήτης, με τις δυο Κρητικοπούλες, όπως μας το δίδασκε ο δάσκαλός μας στην Ε’ δημοτικού!(το κείμενο, ημιμυθοπλασία, είναι του Γ. Ν. Καλαματιανού (σημείωση, 1) σε αποσπασματική μορφή):

“Δύο λυγερόκορμες Κρητικοποῦλες ἐστέκοντο ἴσιες σὰν λαμπάδες μπροστὰ στὸ Γερμανὸ διοικητὴ τῶν ἀλεξιπτωτιστῶν (…) Κι ἐφοροῦσαν ἀνδρικὲς κρητικὲς βράκες καὶ ψηλὰ ὑποδήματα. Ἦσαν ἀδελφές. Ἀρετὴ ὠνομαζόταν ἡ μεγαλύτερη κι Ἐλευθερία ἡ μικρότερη.

Εἶχαν πιασθῆ αἰχμάλωτες σὲ μία συμπλοκὴ κοντὰ στὸ ἀεροδρόμιο τοῦ Μάλεμε στὴ μάχη τῆς Κρήτης. Κι ἡ διαταγὴ ἦταν: Ὅσοι ἔνοπλοι πολῖται συνελαμβάνοντο αἰχμάλωτοι νὰ τουφεκίζωνται «ἐπὶ τόπου». Δὲν ἐμιλοῦσε ὅμως ἡ διαταγὴ καθόλου γιὰ γυναῖκες.(…) Στὰ χέρια τῶν ἐχθρῶν ἔπεσαν μόνον ἀφοῦ τοὺς ἔστειλαν μὲ ἀλάθευτο μάτι καὶ τὴν τελευταία τους σφαῖρα. (…)

Ἡ καταγωγή τους ἦταν ἀπὸ ἕνα μικρὸ χωριὸ τῶν Σφακιῶν. (…) Τὰ δύο ἀδέλφια τους, ὁ Μανώλης κι ὁ Γιῶργος, εἶχαν ἐπιστρατευθῆ ἀπὸ τὴν ἀρχὴ τοῦ πολέμου κι εἶχαν πάει στὴ Βόρειο Ἤπειρο (…) Ποῖος ἤξερε τί νὰ ἀπέγιναν ὕστερα ἀπὸ τὴ γερμανικὴ ὑποδούλωσι καὶ τὴ διάλυσι τοῦ στρατοῦ μας! (…)

Ἀντὶ νὰ ἔλθῃ στὶς πονεμένες γυναῖκες κάποια εἴδησις γιὰ τὴν τύχη τῶν ἀγαπημένων τους, ξαφνικὰ ἕνα πρωῒ ἕνα τρομερὸ μήνυμα συνετάραξε ὅλη τὴν Κρήτη ἀπ’ ἄκρη σ’ ἄκρη:

Πολλὰ ἐχθρικὰ ἀεροπλάνα ἔρριχναν χιλιάδες ἀλεξιπτωτιστὰς γύρω στὰ ἀεροδρόμια καὶ στὶς μεγάλες πολιτεῖες. Οἱ λίγοι Ἕλληνες στρατιῶται, μὲ τὴ βοήθεια ὅσων Ἄγγλων, Αὐστραλῶν καὶ Νεοζηλανδῶν εἶχαν φθάσει ἀπὸ τὴν ἠπειρωτικὴ Ἑλλάδα, τοὺς ἀντιμετώπιζαν ἀδείλιαστα στὸν ἄνισον ἀγῶνα. Μὰ τὰ ἀεροπλάνα ὅλο καὶ ἐπλήθαιναν σὰν κοπάδια ὄρνια, ποὺ ὀσμίζονται πλούσιο κυνήγι. Ἀλλὰ κι οἱ στρατιῶται δὲν ἀπόμειναν μόνοι νὰ ὑπερασπίσουν τὴν Κρήτη. (…) Γέροι ἀσπρομάλληδες καὶ παιδιὰ ἀμούστακα ἅρπαξαν ὅ,τι μισοσκουριασμένο τουφέκι ἡ μαχαίρι εὑρισκόταν στὸ σπίτι τους κι ἔτρεξαν νὰ μετρηθοῦν μὲ τὸν πιὸ τέλειο στρατό, ποὺ εἶχε γνωρίσει ὣς τότε ὁ κόσμος. Τότε ἐπετάχθηκαν στὴ μέση καὶ πολλὲς Κρητικοποῦλες ὡπλισμένες. Κανεὶς δὲν ἠθέλησε νὰ τὶς ἐμποδίσῃ.

– Μανούλα, τὴν εὐχή σου!…

Κι ἔσκυψαν νὰ φιλήσουν τὸ χέρι της οἱ δύο λεβεντοκόρες (εικόνα,2). Εἶχαν φορέσει τὶς τιμημένες κρητικὲς στολὲς τοῦ παπποῦ (…) καὶ τοῦ πατέρα τους, ποὺ τὶς ἐφύλαγαν στὰ βάθη τοῦ σεντουκιοῦ, ἀκριβὰ οἰκογενειακὰ κειμήλια. Στὰ χέρια τους ἐκρατοῦσαν τοὺς δύο παλιοὺς γκρᾶδες τοῦ σπιτιοῦ καὶ στὰ στήθη τους εἶχαν περάσει σταυρωτὰ τὰ φυσεκλίκια. Ἡ χαροκαμμένη μητέρα γιὰ μιὰ στιγμὴ ἐξαφνιάστηκε. (…) Κι ἀμέσως, χωρὶς νὰ δείξῃ τὴν παραμικρὴ ταραχή, ἄνοιξε διάπλατα τὴν ἀγκαλιά της καὶ τὶς ἐφίλησε στὰ πυρωμένα μάγουλά τους.

• Στὴν εὐχὴ τοῦ Θεοῦ!… Καὶ κοιτάξετε νὰ μὴ ντροπιάσετε τὴ γενιά σας. […]

“– Ξέρετε ποία εἶναι ἡ τιμωρία γιὰ τοὺς πολῖτες, ἄνδρες καὶ γυναῖκες, ποὺ κτυποῦν τὸ γερμανικὸ στρατό; ἐρώτησε τὶς αἰχμάλωτες ὁ Γερμανὸς διοικητής. Ἕνας Γερμανὸς στρατιώτης ἔκανε τὸ διερμηνέα.

– Τὴν ξέρομε. Εἶναι ὁ θάνατος. Ἀπάντησε μὲ σταθερὴ φωνὴ ἡ Ἀρετὴ γιὰ λογαριασμὸ καὶ τῆς ἀδελφῆς της.

– Γιατί δὲν ἐσεβασθήκατε τοὺς κανόνες τοῦ πολέμου; Μόνον τακτικὸς στρατὸς ἔχει τὸ δικαίωμα νὰ πολεμάῃ τακτικὸ στρατό. (σημείωση 2)

– Γιατί δὲν ἐσεβασθήκατε ἐσεῖς τὴν Ἑλλάδα καὶ τὴν Κρήτη; Ποία ἀφορμὴ σᾶς ἐδώσαμε, ποὺ ἤλθατε νὰ μᾶς ὑποδουλώσετε; Ἦταν ἡ πληρωμένη ἀπάντησις τῆς ὑπερήφανης Ἑλληνοπούλας.

Ὁ Γερμανὸς ἔγινε μαυροκόκκινος ἀπὸ τὸ θυμό του. Κάτι ἐμουρμούρισε καὶ διέταξε νὰ τὶς κλείσουν στὸ ὑπόγειο τοῦ προσωρινοῦ διοικητηρίου.

– Ἔπρεπε νὰ τὶς τουφεκίσω ἀμέσως, εἶπε στοὺς ἀξιωματικούς του, ποὺ παρεστέκοντο στὴ σκηνὴ ἀκίνητοι σὰν ἀγάλματα. Μὰ τί νὰ τοὺς κάμω. Μοῦ ἦλθε διαταγὴ ἀπὸ τὸ Βερολῖνο νὰ στείλω ἐκεῖ ὅσες Κρητικοποῦλες ἔνοπλες πιάσωμε. Βλέπετε πρώτη φορὰ ἀντιμετωπίσαμε καὶ γυναῖκες νὰ μᾶς πολεμοῦν μὲ τόσο πεῖσμα. Φαίνεται πὼς θέλει νὰ τὶς γνωρίσῃ ὁ ἴδιος ὁ Χίτλερ. Στὰ ψυχρὰ πρόσωπα τῶν ἀξιωματικῶν ἐζωγραφίσθηκε μελαγχολικὴ ἔκφρασι. «Πῶς θὰ κρατήσωμε ὑποδουλωμένη μία χώρα, ὅπου κι οἱ γυναῖκες μᾶς πολεμοῦν παλληκαρίσια!» (21-5-2021)

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:
-(1) Αναγνωστικό Ε’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ (1955,σ.25-27 [Γ. Ν. Καλαματιανὸς]
-(2) Πολλές δεκαετίες αργότερα (2014), το ίδιο ναζιστικό επιχείρημα χρησιμοποίησε κι ο γερμανός ιστορικός-αναθεωρητής Χάιντς Ρίχτερ (Heinz A. Richter, 1939-), επιρρίπτοντας επιδεικτικά την ευθύνη των απάνθρωπων γερμανικών αντιποίνων στους άμαχους ανθιστάμενους Κρητικούς-επικαλούμενος, λέει, ένα άρθρο της Συνθήκης της Χάγης! Η η απάντηση της νεαρής Κρητικοπούλας είναι αποστομωτική…)

1 Comment

  1. Συγχαρητήρια και ευχαριστίες.
    Η γλώσσα της αλήθειας ανασταίνει το παρελθόν και δείχνει το δρόμο προς το μέλλον.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες