Παρασκευή, 14 Μαΐου, 2021

Νύχτα αξημέρωτη

Ο αέρας λυσσομανάει σαν ταύρος. Απέναντι στην εκκλησιά, ένα κυπαρίσσι βολοδέρνει στον άνεμο. Κουνιέται σαν φίδι, και βάλθηκε να ξεπεράσει σε ύψος τον απέναντι λόφο. Η καμπάνα χτυπάει άτσαλα με το σκοινί της λυμένο, να ανεμοδέρνεται και να ταρακουνιέται. Οι δρόμοι άδειοι, σκοτεινοί, και απέναντι η πολιτεία τρεμοσβήνει τα φώτα της, σαν να τελειώνει η ζωή της. Τα φύλλα πιάσαν το μουρμουρητό από ώρα, και δεν θα ησυχάσουν αν δεν πέσει και το τελευταίο. Το φθινόπωρο βάλθηκε να τα ξεκάνει. Ανήμπορα ξερακιανά και κίτρινα, αφέθηκαν στην μοίρα.

Ενα κάρο κροταλίζουν οι ρόδες του στο χώμα, και διασχίζει το χωριό. Τρίζει ολάκερο, και η αλάδωτη σούστα του, τσιρίζει σαν ατάιστο νήπιο. Δεν είναι μέρος για πρίγκιπες, εδώ κατοικεί η φτώχια. Και η ρημάδα, δεν αφήνει την νύχτα να ξημερώσει. Ακόμα και οι Κυριακές ορφάνεψαν από λιακάδες και τα σκυλιά αλυχτάνε ολονυχτίς. Δεν αντέχουν κι’ αυτά χωρίς ανθρώπους, που κλείστηκαν από νωρίς στα σπίτια τους. Ούτε κι’ οι άνθρωποι αντέχουν κι’ αμπαρώθηκαν. Το βουητό του ανέμου εκεί, επιμένει. Ταρακουνάει τις πόρτες να βγάλει τις αμπάρες να μπεί μέσα στα σπίτια, να συνεχίσει κι’ εκεί ν’ αναστατώνει. Βάλθηκε να συνταιριάζει το βουητό του, με το κλάμμα της λύκαινας, που δεν έχει να θρέψει τα παιδιά της. Που κλαίει, και φωνάζει, να στήσουνε αγέλη για θήραμα. Και το κάρο πεισμώνει να σκούζει και να βροντά στο χώμα. Το γομαράκι υπομένει. Σκύβει, να αποφύγει την σκόνη και τον άνεμο, και κάνει κουράγιο να φτάσει. Ένα παντζούρι στο ερημωμένο σπίτι, εξω απ’ το χωριό, κοπανιέται μέρες τώρα και δεν λέει να σπάσει. Φωνάζει κι’ αυτό και το’ βαλε σκοπό να δέρνει τον τοίχο. Ο γέρος στο κάρο, μονάχη ψυχή στον κουρνιαχτό. Σφίγγει από την μια τα γκέμια, και από την άλλη τα λιγοστά κουρέλια της κάπας του. Κάνει ίδια υπομονή με το γομαράκι να φτάσει, κι’ αύριο πάλι, έχει ο Θεός για νέα βάσανα. Μια δεκαπεντάχρονη κόρη στον λόφο, τον περιμένει στη μισάνοιχτη πόρτα. Ξορκίζει τον άνεμο να πάψει, ν’ ακούσει την σούστα να’ ρχεται. Φοβάται μην την βρεί κι’ άλλη ορφάνια. Μα που; ο άνεμος την περιγελά. Φέτος βάλθηκε ο άτιμος, να παίξει τραγωδία. Το κάρο φάνηκε στο σκοτάδι βουβό.

Δεν ακούγεται. Ο άνεμος, παίρνει τον θόρυβο πίσω, ίσα στο χωριό, μακρυά από τη καλύβα της κόρης. Ο γέρος κατεβαίνει με κόπο σκυφτός, γιατί ο άνεμος ζητάει να του βγάλει τη κάπα. Λύνει το κάρο και οδηγεί το γομαράκι στο στάβλο. Του βάζει νερό και σανό. Το γομαράκι τα κοιτάζει ανόρεχτα, κι’ ας έχει να φάει από το πρωί. Ο γέρος δεν φεύγει, του κάνει παρέα μέχρι να ηρεμήσει. Είναι φίλοι και συντρόφοι. Χρόνια προστατεύουν ο ένας τον άλλον. Πλησιάζει το νερό και του σφυράει να πιεί. Πίνει και πάει στο σανό. Ήσυχος ο γέρος το αφήνει και μπαίνει στο σπίτι. Η κόρη συνδαυλίζει τη φωτιά, και ζεσταίνει τον κρίθινο χυλό να φάει ο γέρο πατέρας. Κι’ αυτός πλησιάζει να ζεσταθεί.

Σωριάζεται στη καρέκλα μα δεν βρίσκει στάση ξεκούρασης. Ολη μέρα στο κάρο πιάστηκε. Το φαί είναι λειψό μα το ψωμί δεν λείπει. Αυτό και μια κούπα κρασί, που τελειώνει κι αυτό για απόψε, κι’ αύριο έχει πάλι ο Θεός για νέες έγνοιες.

-Γίνεται πόλεμος πατέρα άκουσα από έναν γύφτο. Καίνε την Σμύρνη στη Μικρασία λέει και τους φέρνουνε εδώ.
-Έτσι είναι Κρινιώ. Είναι μήνες τώρα. Οι στρατιώτες γύρισαν πίσω νικημένα φαντάσματα.
-Και ποιους φέρνουν εδώ, κι’ άλλους Τούρκους;
-Όχι. Ξεχασμένους Έλληνες που τους άφησε εκεί ο Μεγαλέξαντρος, και τώρα μας τους στέλνουν πίσω πεσκέσι. Βαρέθηκαν τον πολιτισμό τους, και τους στέλνουν πίσω τώρα που τέλειωσε κι’ ο δικός μας.
-Και πως τους ταΐζουν; Είναι πολλοί που θ’ αρθούν;
-Είναι πολλοί. Δεν τους φέρνουν να τους ταΐσουν, μα για να πεθάνουν περήφανα. Τρομάρα του για Κράτος. Δεν ντρέπονται που θέλουν να πεθάνουν περήφανα τους Έλληνες. Πάει καλά, δεν βαριέσαι. Αύριο πρωί πρωί έχω αγώι δόξα τω Θεώ για την Αθήνα. Θα ξαπλώσω δίπλα στη φωτιά. Φέρε τον φίλο μου τον Σοφοκλή να μου διαβάσεις λίγο. Ξέμεινα από μαθητές χρόνια τώρα, η μόνη μαθήτρια που μου έμεινε πιστή είσαι’ σύ. Ότι προλαβαίνω θα σου μάθω.
-Ἀντιγόνη παρὰ τὴν πρόσταξιν τῆς πόλεως θάψασα τὸν Πολυνείκην ἐφωράθη……..
-Η Αντιγόνη, Κρινιώ μου,  -εξηγεί ο γερο δάσκαλος αγωγιάτης- παραβαίνοντας την απαγόρευση της πόλης, αφού έθαψε τον Πολυνείκη, πιάστηκε επ’ αυτοφώρω και θανατώθηκε. Και μετά συνέχισε. Κρινιώ μου όταν ο άνθρωπος διαβάσει Αρχαία Ελληνικά, ξεκλειδώνει η γλώσσα του, όποιος και από όπου ν’άναι. Και μαθαίνει να μιλάει και να γράφει. Τα Αρχαία Ελληνικά είναι ο κώδικας της μόρφωσης. Τους προηγούμενους αιώνες, οι πλούσιοι από όλα τα πέρατα της Οικουμένης, έστελναν τα πλουσιόπαιδά τους να μάθουν γράμματα στην Ελλάδα. Αν ήθελες τότε να συγκαταλέγεσαι στους μορφωμένους της γής, όποια γλώσσα και αν μιλούσες, έπρεπε να σπουδάσεις τα Αρχαία Ελληνικά. Τότε έρχονταν οι σοφοί, ο Αριστοτέλης ο Πλάτων και οι άλλοι, και σου ξεκλείδωναν τον νου και την γλώσσα. Άντε, φτάνει για απόψε, αύριο με το καλό πάλι.

Το πρωί ο άνεμος πείσμωνε να συνεχίζει, λες και ανέλαβε να πάρει το χώμα απ’ το χωριό και να το πάει αλλού. Ποια η σκοπιμότητα; Μου λέτε; Έτσι για να ταλαιπωρεί στο αγώι τον Μιχάλη το γέρο δάσκαλο. Που έγινε από δάσκαλος αγωγιάτης, επειδή οι χωριάτες το είχαν καλύτερο να στέλνουν τα παιδιά τους στο χωράφι, παρά στο σχολειό και τον άφησαν άνεργο. Έζεψε το γομαράκι στη σούστα και ξεκίνησε για το φόρτωμα. Το φορτίο πατάτες για την Αθήνα. Δεν την ήθελε την Αθήνα ο κυρ Μιχάλης. Την έλεγε σκύλα και Χάρυβδη που τρώει τα παιδιά της. Οι χωριάτες δεν έστελναν τα παιδιά στο σχολείο, και στην πόλη πήγαιναν στο σχολείο και μάθαιναν άθεα γράμματα. Αυτοί οι δάσκαλοι στις πόλεις, δεν είχαν τον Θεό τους. Άλλα αντι άλλων μάθαιναν στα παιδιά. Καλά τους τα έλεγε ο Χριστόφορος Παπουλάκος και ο Κοσμάς ο Φλαμιάτος, ότι δεν μορφώνουν τα παιδιά. «Ψευδώνυμον φωτισμόν της Δύσεως» έλεγε την μόρφωση που προσφέρεται στην Ελλάδα. Και ψευτοδιαφωτιστάς έλεγε τους Έλληνες που γυρίζουν φραγκεμένοι από την Ευρώπη να διδάξουν τα Ελληνόπουλα. Θυμήθηκε και κάτι άλλο που έλεγε ο Φλαμιάτος. Ότι η πολυτέλεια και η διαφθορά, παύουν το αίσθημα του πατριωτισμού και τον υπέρ του κοινού συμφέροντος ζήλον. Και καθιστούν τους ανθρώπους επιρρεπείς εις τας κοινάς προδοσίας….

Και άλλα πολλά θαυμάσια. Αλλά η Ελλάδα από αρχαιοτάτων χρόνων, καταβρόχθιζε τα άξια παιδιά της. Σοφούς, έντιμους πολιτικούς, στρατιωτικούς και ανθρώπους των γραμμάτων. Έτσι έκλεισε και αυτόν φυλακή στο κάστρο του Ρίου κοντά στην Πάτρα, για να μην λέει αλήθειες που δεν τις αντέχουν οι καλοσιδερωμένοι καλοπερασάκηδες.
Στάθηκε για λίγο σε μια αγριογκορτσά του λόφου, και έκοψε μερικά γκόρτσα για το γομαράκι. Ήθελε να του δείχνει την φιλία του και το σεβασμό του, και το τάισε να το γλυκάνει πρωί-πρωί. Μεσημέριασε να φτάσει στην πόλη. Στο ξεφόρτωμα ανέβηκε στο κάρο και γέμιζε τα ζεμπίλια και τα σακιά να φορτωθούν οι εργάτες της αγοράς. Πέντε εξι κακοχτυπημένες πατάτες που είχαν μείνει στο κάρο, τις κοίταξε με περιφρόνηση ο έμπορας και του είπε.

-Αυτές δώς τες σε κανένα φουκαρά να τις φάει. Ετσι κι’ αλλιώς μπάσι ήταν το ζύγι. Ένας νέος καλοντυμένος, κοίταζε το ξεφόρτωμα. Ούτε για μανάβης έμοιαζε ούτε για πλουσιόπαιδο. Κρατούσε βιβλία στο χέρι και περίμενε. Όταν τέλειωσε το ξεφόρτωμα φώναξε.
-Δάσκαλε, δάσκαλε, ο Μιλτιάδης είμαι, ο μαθητής απ’ το χωριό.
Ο γερο δάσκαλος έκανε να κατέβει απ’ το κάρο. Ο Μιλτιάδης του έδωσε ένα χέρι, χωρίς να σκεφτεί τα χώματα στα χέρια του Δασκάλου. Χωριατόπαιδο μεγαλωμένος είχε πιάσει χώματα και χώματα.
-Μιλτιάδη παιδί μου χαίρομαι που σε βλέπω.
-Μακάρι να αισθανόμουν το ίδιο δάσκαλε.
-Γιατί βρε Μιλτιάδη; -είπε χαμογελώντας-Δεν χαίρεσαι που με βλέπεις;
-Θα χαιρόμουν να σε βλέπω δάσκαλε κατά πως σου άξιζε. Στην Ακαδημία βραβευμένο. Που έπιανες στα χέρια σου το μυαλό μας το τούβλο, και το μαστόρευες σε λίθο πολύτιμο.
-Τι κάνεις Μιλτιάδη εδώ στη πόλη; Δεν σε βλέπω στο χωριό.
-Δάσκαλε θυμάσαι που μας φόρτωσες μια ‘μέρα στο χωριό σε τούτο εδώ το κάρο οκτώ παιδαρέλια ξυπόλητα, και μας έφερες στην Αθήνα;
-Πως δεν το θυμάμαι Μιλτιάδη. Και βέβαια το θυμάμαι.
-Μας είπες τότε τα εξής. Σας έφερα εδώ για να σας δείξω τι σας αξίζει για τα γράμματα που σας μαθαίνω. Και μας έφερες ξυπόλητα στο Πανεπιστήμιο. Αυτό το Πανεπιστήμιο μας είπες, χτίστηκε και περιμένει 100 χρόνια τώρα εσάς, να σας υποδεχθεί να σπουδάσετε. Γι αυτό σας μαθαίνω γράμματα, όχι για να διαβάζετε εφημερίδα στο καφενείο και να πίνετε αργιλέ. Εγώ τότε δάσκαλε εκστασιάστηκα. Αυτό το περίλαμπρο κτήριο σκέφτηκα περιμένει εμένα 100 χρόνια να με υποδεχτεί; Κοιτούσα τις τοιχογραφίες, τις μαρμάρινες κολώνες, τους μεγάλους φιλοσόφους που μας δίδασκες. Κοιτούσα και το ύψος του, που με ξεπερνούσε τέσσερα μπόγια. Ε λοιπόν εδώ θα’ ρθώ. Το είπα και το αποφάσισα με τον εαυτό μου, και να’μαι στη σχολή της φιλοσοφικής. Ο πατέρας μου βέβαια ούτε κουβέντα να συμφωνήσει. Ακόμα μου μηνάει να πάω πίσω να τον βοηθάω στα χωράφια.
-Κανονικά θα έπρεπε να συγκινηθώ και να το δείξω μ’ ένα δάκρυ. Συγχώραμε Μιλτιάδη αλλά στέρεψε και αυτό και δεν μου κάνει την χάρη τελευταία. Βλέπω σε’ σένα το όνειρό μου να πραγματώνεται. Αισθάνομαι ότι είσαι ο Λώτ που έσωσε ο Θεός έστω και έναν. Κοτζάμ Θεός και ασχολήθηκε με έναν. Και εγώ μην νομίζεις το ήξερα και το επεδίωκα, να σώσω έστω έναν. Φοβόμουν μην και δεν σωθεί κανένας και επεδίωκα να σώσω έστω αυτόν τον ένα. Να, να είδες, μου έκανε και τη χάρη αυτό το δάκρυ, έστω ένα κι’ αυτό. Το δάκρυ δεν τα θέλει τα βάσανα και τις στεναχώριες, την σιχαίνεται την μοιρολατρία και δεν τους κάνει την χάρη. Το δάκρυ αγαπάει και βρίσκει το νόημά του με την συγκίνηση.
-Πάντα φιλόσοφος αγαπημένε μου δάσκαλε. Όταν διαβάζουμε φιλοσόφους στο Πανεπιστήμιο, θυμάμαι με νοσταλγία, τις αναφορές σου γι’ αυτούς στις παραδόσεις των μαθημάτων σου, που τώρα καταλαβαίνω ότι ήταν εκτός ύλης. Τους διαβάζουμε τώρα, και εμένα μου είναι γνώριμοι και οικείοι από εσένα δάσκαλε.
-Μιλτιάδη άκου τι θα κάνουμε. Μιας και αξιώθηκες Πανεπιστημιακών σπουδών, κι’ εγώ να δω ένα μαθητή μου στο Πανεπιστήμιο, θα σου παραδώσω την σκυτάλη και θα συνεχίσω ήρεμος πια. Πάρε την σκυτάλη παλληκάρι μου και να θυμάσαι τούτο. Δημιούργησε μαθητές που θα σε έχουν πρότυπο. Να τους εμπνέεις, για να πάρουν και αυτοί κάποτε την σκυτάλη από ‘σένα. Να συνεχίσουν να δώσουν κι’ αυτοί ανθρώπους χρήσιμους, μπάς και σωθεί αυτή η Ελλάδα, από τους (σωτήρες) που της τρώνε την σάρκα. Να θυμάσαι ότι η πολυτέλεια και η διαφθορά καταπίνει τα στοιχεία της μόρφωσης, και δεν φέρνει καλά αποτελέσματα. Αν έχεις λίγο ψωμί, θα περνάς με αυτό. Και αν έχεις πολύ, θα το μοιράζεσαι να μην σε χαλάσει. Αντε γειά σου τωρα Μιλτιάδη. Φεύγω να μην νυχτώσω πάλι.
-Γειά σου δάσκαλε. Ότι καλό κι’ αν γίνω σε ‘σένα θα το οφείλω και δεν θα το ξεχνώ ποτέ μου.

Από ένα δάκρυ στον καθένα, τούς έκανε την χάρη να φανεί στα βλέφαρά τους. Ο Μιλτιάδης, κοιτούσε το κάρο να απομακρύνεται πίσω για το χωριό. Ετσι κι’ αλλιώς, όλες οι γύρω περιοχές έξω από την Αθήνα, χωριουδάκια ήταν. Το κάρο ξεμάκραινε και ο Μιλτιάδης το παρατηρούσε μέχρι που χάθηκε. Με την σκυτάλη στο χέρι, και με μια επιπλέον ευθύνη, από αυτή την τελευταία διδασκαλία που δέχτηκε, από τον αγαπημένο του δάσκαλο, κίνησε κι’ αυτός για το σπίτι.

1 Comment

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες