Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου, 2021

Να μάθω να μιλώ με τα φυτά

» Marta Orriols (μτφρ. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος, εκδόσεις Καστανιώτη)

Ο Μάουρο κι εγώ υπήρξαμε ζευγάρι για πολλά χρόνια· ύστερα, μόνο για κάποιες ώρες, πάψαμε να είμαστε. Πριν από μερικούς μήνες πέθανε ξαφνικά, δίχως προειδοποίηση. Τον παρέσυρε ένα αυτοκίνητο και μαζί με αυτόν παρέσυρε ένα σωρό άλλα πράγματα.

Η Πάουλα, μια νεογνολόγος σαράντα δύο ετών, θα δει τη ζωή της, από τη μια στιγμή στην άλλη να ανατρέπεται. Ένα μεσημέρι, τρώγοντας σε κάποιο εστιατόριο, ο από χρόνια σύντροφός της, Μάουρο, της ανακοινώνει πως θέλει να χωρίσουν. Πριν εκείνη προλάβει να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς σημαίνει αυτό, το ποδήλατο του Μάουρο θα παρασυρθεί από ένα αμάξι. Λίγες ώρες αργότερα θα ξεψυχήσει στο νοσοκομείο. Ο θάνατός του θα αποκαλύψει την παράλληλη ερωτική ιστορία που ο Μάουρο διατηρούσε με μια κατά πολύ νεότερη γυναίκα. Η Πάουλα διαβάζει ξανά και ξανά τα μηνύματα λαγνείας και υποσχέσεων που αντάλλασσαν οι δύο εραστές. Όλοι την αντιμετωπίζουν ως χήρα, εκείνη ξέρει πως τη στιγμή του ατυχήματος οι δυο τους δεν ήταν πια ζευγάρι. Φίλοι και συνάδελφοι προσπαθούν να της σταθούν και να την παρηγορήσουν. Κάτι τέτοιο όμως δεν είναι απλό. Η διαχείριση της απώλειας είναι μια εντελώς προσωπική υπόθεση. Η οριστικότητα του θανάτου του Μάουρο την παραλύει. Οι απαντήσεις που χρειάζεται δεν υπάρχουν. Αναζητεί ενόχους ανάμεσα στους κοινούς τους φίλους, αναρωτιέται ποιοι γνώριζαν και της απέκρυπταν την αλήθεια. Συνεχίζει να δουλεύει αρνούμενη να πάρει άδεια. Γυρεύει την εξάντληση στη σωματική άσκηση, εξάντληση που μάταια ελπίζει πως θα της προσφέρει το καταφύγιο του ύπνου.

Η Καταλανή Μάρτα Οριόλς στήνει εξ αρχής τη συνθήκη εντός της οποίας πρόκειται να εξελιχθεί η πλοκή της ιστορίας της. Επιλέγει την πρωτοπρόσωπη αφήγηση, για να δώσει την απαραίτητη δυναμική και να αποτυπώσει την άκρως υποκειμενική εμπειρία που η ηρωίδα της βιώνει, αυτόν τον διπλό θάνατο, πρώτα της σχέσης και ύστερα του Μάουρο. Ο πόνος πηγαίνει χέρι χέρι με την άγνοια για την κρυφή ζωή του αγαπημένου της, καθώς γυρεύει απαντήσεις σε διάφορα ερωτήματα· πόσο καιρό ήταν μαζί; πόσο σοβαρή ήταν η σχέση αυτή; τι τον οδήγησε στην αγκαλιά εκείνης της γυναίκας; τι λάθη έκανε η ίδια; πώς θα μπορούσαν να έχουν εξελιχθεί τα πράγματα, αν είχαν αποκτήσει ένα παιδί ή αν το αυτοκίνητο δεν είχε παρασύρει το ποδήλατό του; Η διαχείριση του πένθους και η αναζήτηση απαντήσεων συνθέτουν το ένα σκέλος της επόμενης μέρας για την Πάουλα, το άλλο είναι ακριβώς αυτό: η επόμενη μέρα. Η καθημερινότητα που συνεχίζεται, η δουλειά στην κλινική, τα διαδικαστικά σχετικά με το σπίτι, η σχέση με τον πατέρα της, το συναισθηματικό και σωματικό κενό που νιώθει. Στα σαράντα δύο της χρόνια, η Πάουλα δεν είναι ούτε μικρή ούτε μεγάλη, βαδίζει σε ένα ηλικιακό μεταίχμιο κατά το οποίο η διάρρηξη της ρουτίνας και των βεβαιοτήτων είναι αρκούντως σοκαριστική, είναι δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αντικατασταθεί στο προσωπικό λεξιλόγιο το συνεχίζω από το αρχίζω. Γύρω της, οι περισσότεροι έχουν οικογένεια και παιδιά, ασχολούνται με ζητήματα πρακτικά της καθημερινότητας. Η Πάουλα μοιάζει με εξωγήινο.

Σε μια πλοκή όπως αυτή, το όριο ανάμεσα στην καλή και την κακή λογοτεχνία είναι επίφοβο, το φάντασμα της σαπουνόπερας πλανάται σε χαμηλό ύψος. Η Οριόλς πετυχαίνει να γράψει ένα καλό γυναικείο μυθιστόρημα, διαπραγματευόμενη, παρά την κάπως πρωτότυπη συνθήκη, ζητήματα γνώριμα και πολλάκις ειπωμένα. Η αυθεντικότητα στη φωνή της Πάουλα αποτελεί το σπουδαιότερο πλεονέκτημα του βιβλίου. Ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζει τη συνθήκη, τα συστατικά που αποτελούν την καθημερινότητά της, τα αδιέξοδα στα οποία προσκρούει και οι αποφάσεις, εν θερμώ και παρορμητικά, που παίρνει συνθέτουν ένα αληθινό πρόσωπο και συμβάλλουν στη δημιουργία του απαραίτητου για την ιστορία ρεαλισμού. Δεν είναι απλώς και μόνο ένα θύμα, μια καημένη που της συνέβη κάτι φοβερά στενάχωρο και σκληρό. Η Οριόλς αποφεύγει τις συναισθηματικές, κυρίως, υπερβολές και επικεντρώνεται στη σκιαγράφηση του παγώματος που η κάθε απώλεια προκαλεί. Τα σκοτεινά σημεία σχετικά με τον Μάουρο, αλλά και την παράλληλη σχέση του, που αναπόφευκτα υπάρχουν και για τα οποία οι απαντήσεις είναι κυρίως υποθετικές, λειτουργούν περίφημα. Η εγγύτητα ενός ζευγαριού, εγγύτητα στην οποία στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό κάθε σχέση, εδώ καταρρέει, ο Μάουρο, ο νεκρός πια Μάουρο που ήθελε να χωρίσουν, μετατρέπεται για την Πάουλα σ’ έναν εν πολλοίς άγνωστο, γεγονός που, αναμενόμενα, της προκαλεί ένα γενικότερο υπαρξιακό ταρακούνημα, στο οποίο και στηρίζεται το μυθιστόρημα.

Το εύρημα του επαγγέλματος της Πάουλα είναι χρηστικό και λειτουργεί αβίαστα και συμπληρωματικά ως προς την ιστορία. Η καθημερινή μάχη ενάντια στον θάνατο, η εξοικείωση με την απώλεια που ποτέ δεν κατακτάται, η ψευδαίσθηση του ελέγχου στην έκβαση της μάχης αυτής. Η Οριόλς, με υλικά σχετικά απλά, πετυχαίνει να συνθέσει ένα σφιχτό μυθιστόρημα, βαθιά ανθρώπινο και αρκούντως σύγχρονο, καταφέρνει να υπερκεράσει τα στενά όρια μιας προσωπικής ιστορίας, καθιστώντας το «Να μάθω να μιλώ με τα φυτά» ένα ωραίο, αν και συναισθηματικά δύσκολο, μυθιστόρημα, από το οποίο απουσιάζει ο συναισθηματικός εκβιασμός. Πίσω και πέρα από κάθε τι άλλο, κρύβεται το εξής ερώτημα: αν ήταν στο χέρι της, η Πάουλα θα ήθελε να ξέρει την αλήθεια; Ερώτημα το οποίο αναπόφευκτα φέρνει στο μυαλό του αναγνώστη τον Χαβιέρ Μαρίας, καθώς το σύνολο σχεδόν του έργου του διαπραγματεύεται ακριβώς αυτό. «Δεν θέλησα να μάθω, κι όμως έμαθα […]», έτσι ξεκινά η Καρδιά τόσο άσπρη. Το «Να μάθω να μιλώ με τα φυτά» συγγενεύει με το «Θα περάσει και αυτό» της Μιλένα Μπουσκέτς.

Ο τίτλος και το εξώφυλλο μου τράβηξαν αρχικά το ενδιαφέρον για το βιβλίο αυτό, η χώρα προέλευσης το ενέτεινε, καθοριστικό όμως για να διαβάσω τελικά το «Να μάθω να μιλώ με τα φυτά» στάθηκε το όνομα του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου στη μετάφραση.

1 Comment

  1. Αγαπητέ, κ. Γιάννη Καλογερόπουλε,
    χωρίς να είναι ο ειδικός, δηλαδή δοκιμιογράφος ή κριτικός, ωστόσο αγαπώ την υψηλή Λογοτεχνία [πεζό-ποίηση], για δεύτερη φορά νιώθω την ανάγκη να σας συγχαρώ από καρδιάς και να σάς ευχαριστήσω για τον έξοχο, λιτό κι εύστοχο λόγο σας που γίνεται αιτία να στέκεται ακόμη ψηλότερα στην εκτίμηση του κάθε αναγνώστη η συγγραφέας “ΜARTA ORRIOLS”, η οποία [όπως φαίνεται στην αξιόλογη κριτική σας στο βιβλίο της] κατόρθωσε κι απογείωσε το βιβλίο της πέρα από τα στενά και γνωστά όρια μιας συνήθους -χιλιοειπωμένης θα έλεγα- προσωπικής ιστορίας, αλλά αυτό που θα ήθελα να σημειώσω είναι ότι δεν πολυκαταλαβαίνω πώς εδώ σ’ αυτό μυθιστόρημα μπορεί να σταθεί ένας τόσο όμορφος τίτλος που δόθηκε: “Να μάθω να μιλώ με τα φυτά”. Μακάρι να γινόταν -έστω- και κάποιος μικρός υπαινιγμός – αναφορά για την συγκλονιστική, φυσική κι αληθινά ανθρώπινη βιωματική σχέση της αλληλεξάρτησης δηλ. του όποιου ανθρώπου [κι αυτού του πονεμένου κι έρημου συνανθρώπου μας] με τη φύση και ιδιαίτερα με τη φύση και τα εν γένει φυτά. Από εμπειρικές – βιωματικές γνώσεις μου, εκεί στην “Ερατεινή” Ημαθία, γνωρίζω πολύ καλά τί σημαίνει για τον καθένα μας το να μιλάς με τα φυτά. Δεν θέλω να καταχραστώ τον χρόνο και τον χώρο και δεν θα αναφέρω “ζωντανά” συμβάντα στην άλλοτε παραδοσιακή και φυσική ζωή μας, μέσα στο όργιο του πράσινου, του φωτός και του Βυζαντινού χρώματος όλης της πανέμορφης Ημαθιώτικη γης. Γι’ αυτό απόρησα πώς δόθηκε ένας ένας τέτοιος [εντελώς παράταιρος] όμορφος τίτλος και μάλιστα πώς σάς ξέφυγε κάτι τέτοιο: Βέβαια, στην λογοτεχνική συγγραφή, όλα είναι δυνατά. Αλλά μακάρι να υπήρχε κάποια τέτοια διασύνδεση, ώστε η συγκίνηση των αναγνωστών να ήταν ακόμη μεγαλύτερη. Πάλι δεχθείτε τα νθερμά μας συγχαρητήρια, να είστε καλά και να μάς γράφετε τις απίστευτα όμορφες κριτικές σας. Με εκτίμηση και φιλική αγάπη. Γιώργος Καραγεωργίου, συντ/χος νομικός, κοινωνιολόγος, οικονομολόγος ΧΑΝΙΑ.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες