Σάββατο, 23 Ιανουαρίου, 2021

Ν. Ψιλάκης: «Η λογοτεχνία προεκτείνει την ύπαρξή μας»

Ο συγγραφέας Νίκος Ψιλάκης στο τελευταίο του μυθιστόρημα «Κι οι θάλασσες σωπαίνουν» (εκδ. «Καρμάνωρ») μάς ταξιδεύει πίσω στον χρόνο, σε μια από τις σκοτεινότερες σελίδες της γερμανικής κατοχής στην Κρήτη: τη βύθιση του πλοίου «Τάναϊς» που έφερε στα αμπάρια του Έλληνες ομήρους, Ιταλούς αντιφασίστες και όλους τους Εβραίους της Κρήτης. Ενα «μυθιστόρημα μνήμης» που συνθέτει την κοινωνική «τοιχογραφία» μιας ολόκληρης εποχής, ενώ παράλληλα μέσα από τις περιπέτειες των ηρώων του υπενθυμίζει τη φρίκη του ναζισμού και του φασισμού, πρακτικές των οποίων σκιάζουν ξανά στις μέρες μας, το παρόν και το μέλλον της ανθρωπότητας.
Με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου που θα πραγματοποιηθεί σήμερα στις 7 το απόγευμα στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων, οι «Διαδρομές» μίλησαν με τον κρητικό συγγραφέα και δημοσιογράφο για τη σχέση λογοτεχνίας και ιστορίας, το ειδικό βάρος του παρελθόντος στο παρόν, το μέλλον του βιβλίου αλλά και τη δύναμη που έχει η λογοτεχνία να κάνει τη ζωή ακόμα πιο συναρπαστική με τη βοήθεια του μύθου.

Στο νέο σας μυθιστόρημα βλέπουμε στο επίκεντρο της ιστορίας να βρίσκεται η τραγική μοίρα του «Τάναϊς», ενός πλοίου που έχει συνδεθεί με μια από τις πιο σκοτεινές σελίδες του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου στην Κρήτη. Πώς προέκυψε αυτή η επιλογή;
ΚΙ ΟΙ ΘΑΛΑΣΣΣΕΣ ΣΩΠΑΙΝΟΥΝΜε απασχολούσε για χρόνια. Μ’ έναν τρόπο σχεδόν ακατανόητο ωριμάζουν οι λέξεις μέσα μας, αναδύονται, γίνονται εικόνες, τόποι, χρόνοι, ταξίδια. Όταν άκουσα για πρώτη φορά την ιστορία του «Τάναϊς» εντυπωσιάστηκα τόσο που δεν μπόρεσα για μέρες να συνέλθω. Είχα καταλάβει ότι δεν ήταν ένα ναυάγιο, δεν ήταν κάποιοι άνθρωποι που πάλεψαν με το κύμα, νίκησαν ή  νικήθηκαν, ήταν η τραγωδία του ανθρώπου που τον κλειδώνουν στ’ αμπάρια και δεν του επιτρέπουν να δώσει τη μάχη. Τις πιο πολλές λεπτομέρειες της ιστορίας τις ήξερα τώρα και σαράντα χρόνια μέσα από αφηγήσεις ανθρώπων που τις είχαν ζήσει, αλλά δεν είχα αποφασίσει τι να κάνω μ’ αυτό το υλικό. Κι έτσι ξαφνικά, γύρω στο 2010, όταν άρχισα να ανακαλύπτω τον κεντρικό μου ήρωα, ένα πρόσωπο πλασμένο με λέξεις, είπα: «να, τούτος θα μου δώσει το νήμα για να μην χαθώ στους λαβυρίνθους του χρόνου». Ήταν η εποχή της μεγάλης αβεβαιότητας, η ελληνική – ευρωπαϊκή κρίση στο φόρτε της, και ήδη με είχε απασχολήσει η σταδιακή επάνοδος ιδεολογιών και πρακτικών, που κάποτε πιστεύαμε ότι ανήκουν στο παρελθόν, να επανακάμπτουν σ’ ένα αβέβαιο παρόν και να ευαγγελίζονται καινούργιους κόσμους θεμελιωμένους στη λήθη. Αποφάσισα, λοιπόν, ν’ αναπαραστήσω αυτό το παρελθόν και ν’ ανάψω ένα μικρό κεράκι στη συλλογική μας μνήμη. Το θεώρησα ευθύνη και χρέος τόσο απέναντι στη δική μου συνείδηση όσο κι απέναντι σ’ όλους εκείνους που είχαν μοιραστεί μαζί μου τις ιστορίες τους. Αλλά δεν ευδοκίμησε τότε. Ο ήρωας δραπέτευσε από τη σκέψη μου, ίσως ήθελε να ωριμάσει κι άλλο, κι επανήλθε πέντε χρόνια μετά. Μόλις είχα τελειώσει την «Πολυφίλητη», το μυθιστόρημα μέσα από το οποίο προσπάθησα ν’ αναπαραστήσω τις ζωές των αφανών σε καταστάσεις πολιορκίας, κι ένιωσα πάλι να αιωρούμαι στον χρόνο, ο ήρωας – αφηγητής με ξαναβρήκε πιο έτοιμος, τουλάχιστον όσο έτοιμος ήμουν κι εγώ. Ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος είναι ένα ελκυστικό πεδίο μελέτης, ένα παράδειγμα για το τι δεν πρέπει να κάνομε.

Ιστορία και μυθοπλασία «παντρεύονται» στα ιστορικά μυθιστορήματα. Πότε αυτός ο «γάμος» μπορεί να θεωρηθεί επιτυχής και από τι κινδυνεύει;
Η ιστορία ασχολείται με το παρελθόν, η λογοτεχνία είναι μια μορφή αναπαράστασής του. Ασφαλώς υπάρχουν και αποτυχημένοι γάμοι. Η λογοτεχνία πρέπει να αξιοποιήσει τη μέθοδο της ιστορίας, που κι αυτή δανείστηκε εργαλεία άλλων επιστημών, αξιοποίησε το βίωμα και την προφορικότητα, προσπάθησε να αποφύγει τα αφηρημένα σχήματα που θαμπώνουν το παρελθόν. Μόνο που οι ρόλοι τους είναι διακριτοί. Στο ιστορικό μυθιστόρημα ο συγγραφέας μεταπλάθει την ιστορία σε βίωμα, περιφέρεται ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν γνώρισε στον πραγματικό κόσμο, αφουγκράζεται τις αγωνίες τους, τις κάνει δικές του. Το αντίστροφο αποτελεί, νομίζω, δυσαρμονία: το να μεταφέρεις τους ανθρώπους του παρελθόντος στο δικό σου παρόν. Να μιλάς, ας πούμε, για τον 18ο αιώνα και οι ήρωές σου να σκέφτονται όπως οι άνθρωποι του 21ου.

Ο πρωταγωνιστής του βιβλίου κινείται διαρκώς ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Ζει και συγχρόνως θυμάται. Στις σύγχρονες κοινωνίες πόσο καθοριστικό ρόλο παίζει η ιστορία και το παρελθόν;  
Ο πρωταγωνιστής επιστρέφει στην Κρήτη είκοσι χρόνια μετά τον πόλεμο, βλέπει τον κόσμο να αλλάζει και προσπαθεί να κατανοήσει τους μηχανισμούς, να ερμηνεύσει όχι μόνο τα γεγονότα αλλά και τις αιτίες τους. Ζει σε δυο διαφορετικούς χρόνους και καταλαβαίνει ότι η προσωπική του περιπέτεια είναι μια μικρή σταγόνα από μια κοινή πληγή που συνεχίζει να ματώνει. Ο συγγραφέας κι ο αναγνώστης ζουν σ’ ένα μωσαϊκό εποχών, προβάλλουν το τότε στο σήμερα και στο αύριο. Και για ν’ απαντήσω στην ερώτησή σας: Δυστυχώς οι άνθρωποι ξεχνούν, οι κοινωνίες ξεχνούν. Ιδιαίτερα σήμερα, σε μιαν εποχή ατιθάσευτης εξάρτησης από την τεχνολογία, μνήμη είναι ό,τι μας εμφανίζει ο ηλεκτρονικός υπολογιστής. Αναζητάς πληροφορίες και βρίσκεσαι μπροστά σ’ έναν απίστευτο καταιγισμό, σ’ ένα υλικό που αν δεν έχεις τη δυνατότητα να το περάσεις από το κόσκινο κρησάρα, θα χαθείς. Το να έχεις χιλιάδες πληροφορίες για ένα θέμα είναι σαν να μην έχεις καμιά. Μιλώ συχνά με νέους ανθρώπους και παρατηρώ την απώλεια του χρονικού βάθους. Η απόσταση από την Κατοχή δεν περιορίζεται πλέον στις εφτάμισι τόσες δεκαετίες, είναι τόσο μακρινή που φαίνεται σαν να συνέβη στον αόριστο χρόνο. Όλοι οι πολιτισμοί στηρίχτηκαν στη μνήμη για να διατηρήσουν τη συνοχή και την ταυτότητά τους, δεν είναι τυχαίο που οι αρχαίοι κάτοικοι τούτου του τόπου ανακάλυψαν τον Κύδωνα κι έπλασαν τον ιδρυτικό μύθο της πόλης. Ήταν η κοινή αναφορά τους σ’ ένα μακρινό παρελθόν και η αφήγηση του μύθου διαπερνούσε τον χρόνο, γινόταν συνείδηση και ταυτότητα.

Εχετε γράψει πολλά βιβλία κι έχετε δοκιμαστεί σε διαφορετικά πεδία του γραπτού λόγου. Ανησυχείτε για το μέλλον του βιβλίου σε ό,τι αφορά τουλάχιστον την έντυπη μορφή του;  
Είναι αδύνατον να φανταστώ έναν κόσμο χωρίς βιβλία. Είναι, όμως, δύσκολο να μαντέψω τη μελλοντική μορφή τους. Το βιβλίο δεν είναι μόνο λέξεις ταιριασμένες η μια δίπλα στην άλλη, είναι τέχνη, αισθητική, έχει ψυχή, έχει γλώσσα. Και δεν εννοώ μόνο τη γλώσσα που γράφεται με λέξεις.

Πολλές φορές σκέφτομαι πως το διάβασμα είναι ένας τρόπος για να ζήσει κανείς περισσότερες από μια ζωές, με την έννοια ότι κάθε βιβλίο αποτελεί κι ένα ταξίδι γνωριμίας με πρόσωπα, τόπους κ.λπ., είτε φανταστικά είτε πραγματικά, δεν έχει τόση σημασία. Για εσάς τι σημαίνει αναγνωστική εμπειρία;  
Η λογοτεχνία προεκτείνει τα όρια του χώρου και του χρόνου, όπως προεκτείνει και την ίδια μας την ύπαρξη για να μας μεταφέρει από τον υλικό κόσμο στον άυλο κι από τον άυλο πάλι πίσω, στον υλικό! Συναντάμε άλλους ανθρώπους, άλλους τρόπους σκέψης, επιχειρούμε μακροβούτια στο μυστήριο της ύπαρξης, διεισδύομε στην ανθρώπινη ψυχή, διαλεγόμαστε με τους συγγραφείς και τους ήρωες, γινόμαστε κοινωνοί ξένων εμπειριών κι έτσι κατανοούμε καλύτερα τον κόσμο. Φανταστείτε πώς θα ήταν τούτος ο κόσμος μας χωρίς έναν Οδυσσέα, μιαν Ιουλιέτα, έναν Καραμαζώφ, φανταστείτε πώς θα ήταν η Κρήτη χωρίς τον Μίνωα, ή ακόμη και χωρίς τον Καπετάν Μιχάλη ή τον Ζορμπά. Πρόσωπα του μύθου, ή πρόσωπα που ντύθηκαν με τον μύθο κι έτσι πορεύονται. Αλλά και ήρωες που κατέκτησαν ρόλους στην ιστορία της ανθρωπότητας, ίσως και να διαδραματίζουν σήμερα πολύ πιο σημαντικούς από τους ρόλους των συγγραφέων τους. Είναι το μυστήριο της ίδιας της τέχνης που αποτελεί την πιο μεγάλη, την πιο συναρπαστική αναγνωστική εμπειρία.

Η βιβλιοπαρουσίαση
Το βιβλίο του Νίκου Ψιλάκη «Κι θάλασσες σωπαίνουν» θα παρουσιαστεί σήμερα, Σάββατο, στις 7 το απόγευμα στο Πνευματικό Κέντρο Χανίων. Την εκδήλωση διοργανώνουν η Περιφερειακή Ενότητα Χανίων, σε συνδιοργάνωση με τη Δημοτική Βιβλιοθήκη, τη Λέσχη Φιλαναγνωσίας «Ταξιδευτές στο Φως», τις εκδόσεις «Καρμάνωρ» και το βιβλιοπωλείο Πετράκη. Για το βιβλίο θα μιλήσουν ο ιστορικός ερευνητής και οπτικός Μανώλης Μανούσακας, η πρόεδρος του Συνδέσμου Φιλολόγων Βαρβάρα Περράκη και η δικηγόρος Στέλλα Καλυτεράκη. Την εκδήλωση θα συντονίσει ο διευθυντής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Χανίων Ματθαίος Φραντζεσκάκης. Σύντομες παρεμβάσεις θα κάνουν ο δάσκαλος – λαογράφος Σταμάτης Αποστολάκης και ο δάσκαλος – ποιητής Βαγγέλης Κακατσάκης.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες