Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου, 2020

Μπάτε σκύλοι αλέστε

Aπρίλης μήνας. Με τις λιακάδες του, με τα αεράκια του και τις ξαφνικές σύντομες νεροποντές του.
Μία Κυριακή, αρχές του Απρίλη, κοντά στο μεσημέρι ο παπά Δημήτρης δέχτηκε ένα τηλεφώνημα ξαφνικά.
– Παπά Δημήτρη, θέλω να ‘ρθεις να με κοινωνήσεις.
– Ποια είστε; Δεν αναγνώρισε τη φωνή της ήταν εντελώς άγνωστη και απροσδιόριστη και από απροσδιόριστου ηλικίας γυναίκα.
– Παιδί μου είμαι η κυρία Φερενίκη.
– Φερενίκη… Φερενίκη… Παρακαλώ με βοηθάτε λίγο.
– Παιδί μου η δασκάλα σου στο δημοτικό!
Εμβρόντητος και συγκινημένος ο παπά Δημήτρης: “Κυρία Φερενίκη… τι χαρά που σας ακούω”.
Αν και την είχε πεθαμένη από χρόνια. Μα ζει ακόμη; Σκεφτόταν.
Χωρίς πολλά λόγια ο παπάς βρέθηκε στο σπίτι της. Ζούσε μόνη σε ένα λιτό αλλά καλόγουστο διαμέρισμα.
– Κυρία Φερενίκη! Οφείλω να σας πω ότι διατηρείτε την κοκεταρία και τη ζωντάνια της νιότης σας.
Θυμάμαι τότε όλα τα παιδιά σας θαυμάζαμε αλλά πώς σας ήρθε να σας κοινωνήσω;
– Φεύγω παιδί μου.
– Πότε με το καλό; αστειεύτηκε ο παπάς.
– Τη μέρα που ήρθα, είπε σοβαρά η δασκάλα του.
– Τώρα αρχίζουν τα αινίγματα. Τι υπονοείτε;
– Ήρθα στις 23 Απρίλη πριν 88 χρόνια. Θα φύγω στις 23 Απρίλη. Αθόρυβα ήρθα, αθόρυβα θα φύγω.
– Κυρία Φερενίκη αγαπημένη μου δασκάλα. Αν ήταν πρωταπριλιά θα έλεγα πως ήταν ένα πρωταπριλιάτικο ψέμα. Ο μήνας έχει 8. Α! Όχι δεν γίνεται τώρα που σας βρήκα. Δεν θα σας αφήσω να φύγετε. Θα βρω μια γυναίκα να σας φροντίζει. Θέλω να ακούσω κι άλλες σοφίες.
Σαν εκείνη που κύλισε στης φλέβες μου με διαπέρασε και καθόρισε τη ζωή μου. Θυμάστε τι μας λέγατε τότε; Παιδιά στα 12 μα νιώθαμε πως η ζωή μας έκλεινε το μάτι μ’ αυτά που μας λέγατε.
«Αφήστε την καρδιά σας και το ένστικτό σας να σας οδηγήσει. Μόνο αν κάνεις αυτό που σου αρέσει πετυχαίνεις». Αυτό έγραψε μέσα σου.
– Χαίρομαι παιδί μου άμεσα και έμμεσα έβαλα και εγώ ένα λιθαράκι για να κτίσεις το όνειρο σου. Ο παπά Δημήτρης δεν ήταν ένας κλασικός παπάς δημόσιος υπάλληλος. Ήταν λειτουργός. Η ενορία του υποδειγματική μύησε τους ενορίτες στην αλληλεγγύη και τον εθελοντισμό. Κανείς δεν πεινούσε, κανείς δεν κρύωνε, κανείς δεν έμεινε αγράμματος στην ενορία του.
– Πείτε μου για σας κυρία Φερενίκη. Πώς ήταν η ζωή σας; Αυτό που θέλατε στην προσωπική σας ζωή; Γιατί σα δασκάλα ήσασταν λειτουργός. Δημιουργήσατε θα σας αναφέρω πολλούς πετυχημένους μαθητές σας. Είστε ευτυχισμένη; Της κρατούσε τρυφερά τα χέρια και τα δάκρυα κυλούσαν. Η στιγμή ήταν εκστατική.
– Παιδί μου θέλω να εξομολογηθώ.
– Δεν πιστεύω πως εσείς έχετε κρίματα. Δεν πιστεύω ότι κάνατε λάθη.
Έκανα ότι ήθελα. Ήμουν φύση ελεύθερη και ανεξάρτητη. Όχι δεν νιώθω πως έχω αμαρτήσει, απλά θέλω να τα πω. Να βγάλω αυτά που βαραίνουν την ψυχή μου και δεν ξέρω αν είναι λάθη η αμαρτίες.
– Κυρία Φερενίκη θα είμαι εδώ για όσες ώρες θέλετε και όποτε θέλετε θα τρέχω κοντά σας. Σας αγαπώ και σας είμαι ευγνώμων.
– Αχ παιδάκι μου είπες τη μαγική λέξη κλειδί και με διευκολύνεις.
Κι άρχισε ένα μονόλογο συναρπαστικό.
– Η αγάπη παιδί μου αυτή δέσποζε στην ψυχή μου. Ο έρωτας κυριαρχούσε στη ζωή μου. Η μοναξιά, συχνή κατάσταση. Τα ταξίδια η διαφυγή μου, που ενώ εγώ πληγωνόμουν συχνά, την ξανάνοιγα και έμπαινε ξανά και ξανά ο έρωτας και η αγάπη. Ήταν πάντα ανοιχτή. Πώς το λένε αυτό, είδα φως και μπήκα; Αυτό έγινε με την καρδιά μου. Όποιος είχε ανάγκη από φως και ζεστασιά έμπαινε αδιακρίτως. Αφού με τον καιρό το θεώρησα κι εγώ δεδομένο. Κι είπα. “Μπάτε σκύλοι αλέστε”, μεγάλη καρδιά έχω. Αλλά η μεγάλη αλήθεια είναι πως δεν ήθελα μόνο να δώσω αγάπη. Ήθελα και να πάρω. Ψάχνοντας την αγάπη ανάλωνα ψυχή και καρδιά ενίοτε και την τσέπη μου. Κάθε φορά που ήμουνα τρελά ερωτευμένη ένιωθα πως κάτι έλειπε. Ίσως η αγάπη, ο σεβασμός, η αφοσίωση. Κάθε φορά που μου αφοσιωνόταν ένας καλός άνθρωπος ένιωθα πως λείπει το ρομάντζο, η φαντασία, ο έρωτας και οτιδήποτε αδρεναλινικό. Ένας νευρικός άντρας πάντα με κούραζε, κι έψαχνα έναν ήρεμο. Και πάντα ένας πολύ ήρεμος μου φαίνονταν βαρετός. Η μοναξιά πολλές φορές με τρόμαζε. Ή συντροφική σχέση με έπνιγε. Η ζωή μου είχε συνεχώς εναλλαγές. Πάντα ήθελα να φύγω. Πάντα έψαχνα κάτι.
Ο γάμος και τα παιδιά δεν ήταν το ζητούμενό μου. Δημιουργούσα στη κουζίνα και καλούσα φίλους να φάμε. Με αυτά και αυτά έφτασα αισίως τα 88 και χορτασμένη. Μα δεν ξέρω. Βρήκα; Έδωσα; Πήρα; Ωστόσο έζησα όλα τα μεγάλα.
Το μεγάλο πόνο, με βρήκαν και αρρώστιες και… Τη μεγάλη μοναξιά. Τους μεγάλους έρωτες. Τα μεγάλα ταξίδια. Έζησα έντονα, και γαλήνια και χαλαρά. Μα δεν ξέρω…γιατί δεν αφοσιώθηκα σε μιά σχέση σ’ ένα γάμο, σ’ ένα παιδί. Αυτό κάπως με βαραίνει. Μία σκιά βάραιναν τα μάτια της και χαμήλωσαν τα βλέφαρα της. Ίσως και να ηρέμησε που έβγαλε τα εσώψυχά της. Κρατώντας την πάντα τα χέρια ο παπά Δημήτρης της είπε με γλυκιά φωνή: “Κυρία Φερενίκη υποκλίνομαι στο μεγαλείο σας. Είσαστε ο εαυτός σας πάντα. Δεν υποκριθήκατε. Ήσασταν τουλάχιστον ειλικρινής με τον εαυτό σας. Σεβαστήκατε τα θέλω και τις ανάγκες σας και δώσατε πολύ αγάπη αδιακρίτως. Δεν προορίζατε την αγάπη σας για ένα άτομο και δεν την περιορίσατε. Τη σκορπίζατε κι εκείνη πολλαπλασιάζονταν. Αυτό ήταν το δικό σας αποκλειστικά και μοναδικό ταξίδι με οδηγό την καρδιά και το ένστικτο σας. Σας θεωρώ πετυχημένη γυναίκα”.
Αποκοιμήθηκε ήρεμα και λυτρωμένη, ψέλλισε μόνο: “Ζωή σ’ ευχαριστώ είμαι ευγνώμον για τα δώρα σου”. Διαισθανόταν το τέλος της και φρόντισε να είναι γλυκό και ανώδυνο.
Ο παπά Δημήτρης κάθε μέρα κοντά της. Η κοπέλα που τη φρόντιζε μέρα νύχτα στο πλευρό της και το ‘κανε με χαρά γιατί έπαιρνε από τη σοφία, τη δύναμη και τη γνώση της κυρίας Φερενίκης.
Στις 23 Απρίλη, μέρα Πέμπτη, στις 7 το πρωί συνέβη το μοιραίο και αμέσως τηλεφώνησε η κοπέλα.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες