Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου, 2020

Μίνως Μ. Ζώτος (1905-1932)

ο γλυκύς και θλιμμένος ποιητής από το Μεσολόγγι

«Εγώ είμαι τ’ άνθος που όψιμο παράκαιρα έχει ανθίσει
και τώρα ο χειμωνιάτικος αέρας το χτυπά
κ’ εκείνο αφού δε γίνεται σε μια άνοιξη να ελπίσει
τα πέταλά του αδιάφορο στον άνεμο σκορπά»

ΠΡΑΞΕΙΣ ΠΟΙΗΤΩΝ και σήμερα κρατούν στα χέρια τους λίγα χλωρά φύλλα δάφνης για να τα αποθέσουν στη μνήμη του νεαρού ποιητή του Μεσοπολέμου που έφυγε από τη ζωή μόλις στα 27 του χρόνια. Λυρικός ποιητής που πότισε με το πάθος και το αίμα του το δέντρο της ποίησης.
Ο Μίνως Ζώτος γεννήθηκε το 1905 στο Νεοχώρι Παραχελωίτιδος. Τελείωσε το Δημοτικό στη γενέτειρά του, το Σχολαρχείο στο Αιτωλικό και το Γυμνάσιο στο Μεσολόγγι. Το 1922, γράφτηκε στη Νομική , αλλά στη συνέχεια εγκατέλειψε τις σπουδές του. Εργάστηκε ως βοηθός ταμία στον Δήμο Αθηναίων και αφιερώθηκε στην ποίηση ζώντας συγχρόνως μια ζωή μποέμ. Εξέδωσε το 1929 τη συλλογή “Βήματα” και το 1930 τη συλλογή “Αφιέρωμα” στην οποία ο ποιητικός του λόγος ωριμότερος έδωσε τα ωραιότερα ποιήματά του. Ακολουθεί το ποίημα “Περιδέραιο” που εξαρχής έκανε ιδιαίτερη αίσθηση:
«Ν’ αποξεχνιέμαι/ κι ώρες να σε κυττάζω εκστατικός∙/σε μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως/να πνέω,και να διαλυέμαι./ Να μην ταράσσει/ καθώς θα μπαίνω στο είναι σου ελαφρός/ την αίσθησή μου, ουδ’ όσο φύλλων θρός/ τα ησυχασμένα δάση…/ Ω! έσφιξαν τώρα/ οι μέρες∙ οι ώρες στένεψαν πολύ∙/ η ωραία στιγμή περίτρομο πουλί/που καρτερεί τη μπόρα./ Πού να’χουν λείψει/ ο Μάης, η αυγή, τα λούλουδα, οι αγροί;/ πώς έτσι σκυθρωπάζουν οι ουρανοί/και ζόφο στάζουν τα ύψη;/ Σ’ εμέ βαρύνει/ σωρός αθλίων ρακών το παρελθόν∙ /μα έχω έναν κόσμο εντός μου λουλουδιών/ που απεριποίητος φθίνει./ Έχω ένα δέος/ δεν θέλω τ’ άνθη αυτά να μαραθούν∙/ χίλιους νεκρούς οι πόθοι μου αν πενθούν,/ αχ! είμαι ακόμη νέος./ Δέξου με μύρο,/ καλή μου, δέξου με όνειρο γλυκύ∙/ ξεγέλασε τη μοίρα την κακή/ και το λυγμό το στείρο./ Στην έκσταση άσε/ σαν έξω απ’ τη ζωή τάχα να πλες,/να’ναι σαν ψέμα, μήτε πια να κλαις/και μήτε να θυμάσαι…/ Μαζί να πλέμε/ κι εγώ να σε κυττάζω εκστατικός∙/ σε μύρο, σε αύρα, σε όνειρο, σε φως/να πνέω και να διαλυέμαι…».
Ο Μίνως Ζώτος υπήρξε τακτικός θαμώνας του καφενείου “Μπάγκειον” όπου αντάμωνε και με άλλους ποιητές και συγγραφείς. Με λάβρα διάθεση και περίφημες απαγγελίες ξόρκιζε την απειλή του τέλους. Ο γλυκύς νέος με το βαθύ μελαχρινό βλέμμα θα αντιτάξει στη φθορά τη δύναμη του έρωτα και η επιθυμία του θα τον οδηγήσει στο πρόσωπο της Μαρίας Πολυδούρη. Θα επιμείνει αν και μαντεύει την απόρριψη, αφού είναι γνωστός ο βαθύς δεσμός της ποιήτριας με τον Καρυωτάκη. Ο νεαρός Μίνως θα στείλει επιστολές στην Πολυδούρη και θα γράψει ποιήματα για εκείνην. Ακολουθεί το ποίημα “Αγάπη”:
«Μη σε ταράζουν άδικες αμφιβολίες για μένα,/ μη στέκεις σαν ερώτημα μπροστά στον έρωτά μου./ Εγώ είμαι πλέον ολόκληρος γεμάτος από σένα/ και νιώθω την αγάπη σου βαθιά στα κύτταρά μου…/ Με ίδια αγωνία σ’ αναζητούν στις αγρυπνίες μου τώρα/ τα χέρια μου, τα μάτια μου, τα χείλη μου, η ψυχή μου./ Κάθε μια μέρα που περνάει, κάθε στιγμή,/ κάθε ώρα/ μου δένει όλο σφιχτότερα μ’ εσέ την ύπαρξή μου./ Αν δεν απλώνω απάνω σου περίπαθα τα χέρια,/ τη ντελικατοσύνη σου μην τύχει και λυγίσουν,/ τα μάτια μου, όλο ατέλειωτη στοργή κι’ αγάπη πλέρια,/ για όσα τα χείλη κρύβουνε τολμούν να σου μιλήσουν./ Κι αν κάπου κάπου η λάμψη των απάντεχα θολώνει,/ καθώς σε βλέπω ακίνητη στου μαρτυρίου την κλίνη,/ είναι γιατί σα σύννεφο τότε θολό τα ισκιώνει/ το φοβερό ενδεχόμενο που απάνω σου βαρύνει./ Ω!.. άσε τα τότε σε βροχή δακρύων ναν το σκορπούνε,/ άσε να κλαίω στην τύχη σου τη μαύρη μου ειμαρμένη,/ και μη λυπάσαι∙ είν’ εύπιστα τα μάτια που αγαπούνε/ κι αν κλαίνε τώρα θα γελούν σε λίγο, αγαπημένη».
Μετά τον θάνατο της Πολυδούρη ο ποιητής θα πέσει σε κατάθλιψη και ακολουθήσει η φυματίωση. Επιστρέφει στο χωριό που γεννήθηκε και στήνει ένα αντίσκηνο σε ένα δάσος επιζητώντας το καθαρό οξυγόνο για την υγεία του. Οι καλόγεροι όμως ενός κοντινού μοναστηριού τον έδιωξαν φοβούμενοι τη διάδοση της νόσου του. Πολύ σύντομα απεβίωσε στο πατρικό του σπίτι. Η θανή του περιγράφηκε από τους οικείους σαν το σβήσιμο ενός πουλιού, χωρίς την εκδήλωση της ελάχιστης αγωνίας. Ο γλυκύς Μίνως Ζώτος στο ποίημά του “Δικαίωσις” είχε αποδώσει το μεταθανάτιο ταξίδι του (απόσπασμα)…∙ «Και ιδού πομπή μακρά με δάδας και πυρσούς/ με δέχεται εν οργάνοις∙ δεν απουσιάζει/ εκ των Αγίων ουδείς, και μόνον ο Ιησούς,/ ολοέν και πλέον βαρύθυμος, πέραν μονάζει./…».
Ένας ελάσσων ποιητής μας που εκλήθη να ωριμάσει γρήγορα και να δώσει μείζονες προσωπικούς αγώνες σε μια άδικα σύντομη ζωή . Αφοσιωμένος πιστός της ποίησης και του έρωτα. Στο γραφείο του βρέθηκε μια έτοιμη συλλογή που δεν είχε προλάβει να εκδώσει. Ο τίτλος της: “Σουρντίνα” που ήταν αφιερωμένη στην ποιήτρια “Μυρτιώτισσα”, όπως και η πρώτη του ήταν αφιερωμένη στον Μιλτιάδη Μαλακάση. Το 1972 υλοποιήθηκε η πρώτη έκδοση των Απάντων του με επιμέλεια του συγγραφέα Κ.Σ. Κώνστα και δαπάνη της κοινότητας Νεοχωρίου Παραχελωίτιδος και ήλθε στο φως και η “Σουρντίνα”, η τελευταία και ωριμότερη συλλογή , καρπός των δυο τελευταίων χρόνων της ζωής του.
Τελικά οι ποιητές του Μεσοπολέμου ήταν οι καταραμένοι μας ποιητές; Ή μήπως απλά είχαν την ατυχία να γεννηθούν σε ενδιαφέρουσα εποχή; Και γιατί αξίζει να τους μνημονεύουμε; Μήπως γιατί σε όλη την ανθρώπινη πορεία, ακόμη και στην τέχνη γίνεται μια προαιώνια σκυταλοδρομία; Σκυταλοδρόμοι κι εκείνοι που ήσαν ολιγόχρονοι. Διαφύλαξαν την φλόγα της ποίησης άσβεστη, συχνά λαμπάδιασαν μαζί της ,αλλά την παρέδωσαν. Κι αν η ζωή τους έδινε πιότερο χρόνο σίγουρα θα είχαν περάσει από τον ομοιοκατάληκτο στίχο στην ελεύθερη φόρμα της νεωτερικής ποίησης, η τόλμη δεν τους ήταν άγνωστη.
Και ήταν εκ φύσεως μελαγχολικοί αυτοί οι ποιητές ή η εποχή τους ήταν υπαίτια για το γκρίζο τους; Αν κοιτάξουμε γύρω μας ίσως λάβουμε απάντηση, ας αισθανθούμε την ανάσα της δικής μας εποχής , είναι κι αυτή βαρύθυμη. Όμως αν ο Καρυωτάκης έφερε μέσα του την ροπή θανάτου, αντιθέτως ο Μίνως Ζώτος λάτρευε την ζωή , γι αυτό και ο καημός του για το γρήγορο φευγιό του. Στο ποίημά του “Ο ΞΕΝΟΣ” αποτιμώντας την ήττα του , όπως αποκαλεί τη δυσμένεια της μοίρας του ,αυτοπροσωπογραφείται με αβρότητα που όμως φέρει και την αίσθηση δικαιολογημένης πικρίας (απόσπασμα):

«…Μα εκείνος τρυφερώτατα θωρώντας την πληγή του
υψώνει μέτωπο ήρεμο και δεν παραπονιέται∙
μονάχα λίγο ισκιώνεται η ευγενικιά μορφή του
κι ολοένα θλιβερώτερα στον εαυτό του κλειέται.
——
Απ’ τη ζωή απλησίαστος σαν τα ιερά και τα άγια,
περήφανος στην ήττα του, στην νίκη πειραγμένος,
με τέτοια εδώ που δέσανε την ύπαρξή του μάγια
τι θέλει αυτός ο απίθανος, ο ακατανόητος ξένος;»

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. σουρντίνα (surdina) μικρό εξάρτημα που προσαρμόζεται σε έγχορδα ή πνευστά για να μεταβάλλει τον τόνο του ήχου
2. Τα ποιήματα αντλήθηκαν από το βιβλίο “Ελάσσονες ποιητές του Μεσοπολέμου”. Σ. Τριβιζά . Εκδ.Καστανιώτη.2015
3. ΜΙΝΩΣ ΖΩΤΟΣ. ΑΠΑΝΤΑ. ΠΟΙΗΜΑΤΑ/ ΑΛΛΗΛΟΓΡΑΦΙΑ/ ΕΡΓΟΚΡΙΤΙΚΗ. ΑΘΗΝΑ 2016 -Με πρωτοβουλία της ανεψιάς επ’ αδελφή του Μεσολογγίτη ποιητή φιλολόγου κυρίας Ειρήνης Αλετρά-Μαρούδα και της οικογενείας της εκδόθηκε αυτή η σύγχρονη και πληρέστερη έκδοση

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες