Τρίτη, 18 Μαΐου, 2021

Μιανμάρ: ένα αποτυχημένο δημοκρατικό “πείραμα”;

Την πρώτη Φεβρουαρίου του 2021, η Μιανμάρ έπεσε και πάλι στα χέρια του στρατού μετά μία δεκαετία ασταθούς δημοκρατίας.

Οι καθημερινές εικόνες από τα διεθνή δίκτυα αποκαλύπτουν την απρόκλητη βία της αιμοδιψούς χούντας καθώς και ένα αξιοσημείωτο κύμα δημοκρατικής αντίστασης σε ολόκληρη τη χώρα των 57 εκατομμυρίων κατοίκων και των 153 διαφορετικών εθνοτικών ομάδων. Ωστόσο παρά την ισχνή οικονομική της δύναμη, όντας μία από τις λιγότερο ανεπτυγμένες χώρες της Ασίας, μέχρι σήμερα η διεθνής κοινότητα αντέδρασε σπασμωδικά και εφάρμοσε ατελή μέτρα για τον περιορισμό της νέας στρατιωτικής κυβέρνησης. Με την γενικότερη κατάσταση να είναι δυσεπίλυτη, η δημοκρατική εκτροπή της χώρας εγκυμονεί σοβαρούς κινδύνους για ολόκληρη την περιοχή.
Για να κατανοηθεί καλύτερα η περιπλοκότητα των τεκταινόμενων στη χώρα, είναι αναγκαίο να αναδειχθεί η κεντρική θέση του στρατού, ή Τατμαντάου στην τοπική διάλεκτο, στην εθνική πολιτική σκηνή. Ως μέρος της Βρετανικής Αυτοκρατορίας από το 1824, η Μιανμάρ, επίσης γνωστή και ως Βιρμανία, κέρδισε την ανεξαρτησία της το 1948, χάρη στο απελευθερωτικό κίνημα του εθνικού της ήρωα Αούνγκ Σαν, που έθεσε τα θεμέλια για ένα δημοκρατικό πολίτευμα που επιβίωσε έως το 1962. Εκείνο το έτος, ο στρατός έκανε το πρώτο επιτυχημένο πραξικόπημα με το οποίο επέβαλε μία σκληρή δικτατορία με κομμουνιστικά χαρακτηριστικά, παρόμοια με εκείνες των γειτονικών κρατών, προωθώντας τον «Βιρμανικό Σοσιαλισμό». Έτσι, έχοντας εκμοντερνιστεί και χρηματοδοτηθεί γενναιόδωρα ήδη πριν από το πραξικόπημα, ο στρατός άρχισε να αναλαμβάνει περισσότερες αρμοδιότητες και ισχύ σε μη- στρατιωτικούς τομείς της κοινωνίας. Σε αυτό το πλαίσιο, οι δεκαετίες που ακολούθησαν στιγματίστηκαν από αυταρχική διακυβέρνηση σε συνδυασμό με μια απομονωτική οικονομική πολιτική που προήγαγε την «αυτάρκεια» μαζί με ένα εκτεταμένο πρόγραμμα εθνικοποίησης των σημαντικότερων μεγάλων επιχειρήσεων της χώρας, που είχε ως αποτέλεσμα τον οικονομικό μαρασμό της, την κυριαρχία της «μαύρης αγοράς» καθώς και ένα διάχυτο αίσθημα δυσαρέσκειας το οποίο εκφράστηκε περίτρανα στις αποτυχημένες εκλογές του 1988. Πιο συγκεκριμένα, στις συγκεκριμένες εκλογές το μεγαλύτερο κόμμα της αντιπολίτευσης, η Εθνική Λίγκα για τη Δημοκρατία (NLD) κέρδισε την πλειοψηφία, αποτέλεσμα που όμως η χούντα απέρριψε, προκαλώντας έτσι ένα μαζικό κίνημα διαδηλώσεων οι οποίες συνάντησαν βίαιη κρατική καταστολή και κόστισαν τις ζωές σε πάνω από 3.000 ανθρώπους. Η μετέπειτα εκλεγμένη πρόεδρος και κόρη του βιρμανού εθνικού ήρωα Αούνγκ Σαν Σου Κι, έλαβε το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης το 1991 για τη συμμετοχή της σε αυτές ακριβώς τις διαδηλώσεις. Λίγο αργότερα, η ίδια ανέλαβε την ηγεσία της NLD και ανήλθε στον προεδρικό θώκο της χώρας το 2016, στις δεύτερες εκλογές μετά το τέλος της δικτατορίας το 2011.
Αν και η χώρα φάνηκε είχε μια ακόμη ευκαιρία για δημοκρατική διακυβέρνηση και πως ο στρατός είχε επιστρέψει στους στρατώνες του, μετά από 49 χρόνια στρατιωτικής δικτατορίας, οι εκλογές του 2011 ήταν μία ακόμα μια στρατηγική κίνηση του ανώτατου στρατιωτικού επιτελείου, καθώς η Τατμαντάου «οπισθοχώρησε» από την κυβέρνηση αλλά δεν αποχώρησε πλήρως από την πολιτική σκηνή. Επιπροσθέτως, έχοντας ακόμα σε ισχύ το σύνταγμα που παραχώρησε η ίδια η Τατμαντάου το 2008, η νέα κυβέρνηση ήταν de facto υποχρεωμένη να διαβουλεύεται νέες πολιτικές μαζί με τον στρατό, ενώ ο τελευταίος ήταν σε θέση να κηρύξει τη χώρα σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και να επιβάλει στρατιωτικό νόμο ανά πάσα στιγμή, προκαθορίζοντας την αποτυχία του δημοκρατικού πειράματος.
Από την άλλη πλευρά ωστόσο, παρά τις αρχικές ελπίδες για βαθύτερη εδραίωση των δημοκρατικών θεσμών από την κυβέρνηση της Αούνγκ Σαν Σου Κι, η χώρα στιγματίστηκε από τις βιαιότητες κατά της μουσουλμανικής μειονότητας των Ροχίνκγια κατά τη διάρκεια της προεδρίας της. Πιο συγκεκριμένα, επεισόδια βίας κατά των απάτριδων Ροχίνγκια (καθόσον δεν αναγνωρίζονται ως μία από τις 135 επίσημες εθνότητες της χώρας) άρχισαν να λαμβάνουν χώρα ήδη από το 2012, υπό τον πρώτο δημοκρατικά εκλεγμένο πρόεδρο της Μιανμάρ Θέιν Σέιν. Η κατάσταση όμως εκτραχύνθηκε σημαντικά το 2017, όταν άρχισαν μαζικοί διωγμοί κατά των Ροχίνγκια, οι οποίοι έσπευσαν να βρουν καταφύγιο κοντά στα σύνορα με το γειτονικό Μπαγκλαντές. Τα γεγονότα πήραν διαστάσεις εκτεταμένης ανθρωπιστικής κρίσης, την οποία έκθεση των Ηνωμένων Εθνών περιέγραψε ως «το τελευταίο στάδιο πριν τη γενοκτονία». Ως εκ τούτου, η κυβέρνηση έλαβε οξεία κριτική πανταχόθεν, όχι μόνο για την ανικανότητά της να αποτρέψει τους διωγμούς και να προστατέψει την μειονότητα αλλά και για την απροθυμία της να περιορίσει τις στρατιωτικές και παραστρατιωτικές ομάδες που έλαβαν μέρος στον διωγμό.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο στρατός δεν άργησε να αδράξει την ευκαιρία για ένα νέο πραξικόπημα στις αρχές Φεβρουαρίου. Ειδικότερα, μετά από την δεύτερη σαρωτική εκλογική νίκη της
Κι, τον Νοέμβριο του 2020, όταν η Λίγκα έλαβε 396 από τις 476 θέσεις της εθνοσυνέλευσης, η Τατμαντάου αμφισβήτησε έτι μία φορά το αποτέλεσμα, κατήγγειλε εκλογική νοθεία και επικαλέστηκε άρθρο του συντάγματος για την επιβολή μιας νέας δικτατορίας, συλλαμβάνοντας τα μέλη της κυβέρνησης. Πάρα ταύτα σύσσωμος ο λαός αντέδρασε αποφασίστηκα και συντονισμένα, σε αντίθεση με τη διεθνή κοινότητα. Μια μεγάλη πλειοψηφία της εργατικής τάξης αρνήθηκε να εμφανιστεί για δουλειά ενώ το 90% των κυβερνητικών υπηρεσιών σταμάτησαν να λειτουργούν, παραλύοντας τη χώρα και ασκώντας έτσι σημαντική πίεση στη νέα κυβέρνηση. Ταυτόχρονα μαχητικές διαδηλώσεις εξακολουθούν να λαμβάνουν χώρα μέχρι και σήμερα, συναντώντας ωμή βία από τις δυνάμεις καταστολής, που υπολογίζεται ότι έχουν σκοτώσει πάνω από 500 διαδηλωτές. Ωστόσο, η κατάσταση είναι διαφορετική στο διεθνές επίπεδο. Από τη μία πλευρά αρκετές δυτικές κυβερνήσεις επέβαλαν οικονομικές κυρώσεις σε υψηλόβαθμους στρατιωτικούς καθώς και σε επιχειρήσεις ελεγχόμενες από το στρατό. Επίσης οι Η.Π.Α «πάγωσαν» κρατικές καταθέσεις ύψους ενός δισ. δολαρίων, ενώ η Αυστραλία τερμάτισε την στρατιωτική της συνεργασία με τη χώρα και ανακατεύθυνε πόρους για τη συνδρομή των διαδηλωτών. Αντίθετα, η Κίνα ακολούθησε το αντίθετο μονοπάτι στηρίζοντας το Κρατικό Διοικητικό Συμβούλιο (το επίσημο όνομα της χούντας), μέσω της συνέχισης των εισαγωγών φυσικού αερίου, ύψους πάνω από 90 εκατομμυρίων το μήνα, καθώς και άλλων φυσικών πόρων όπως ξύλου και διάφορων πετρωμάτων και μέσω της αποφυγής δημόσιας καταδίκης του πραξικοπήματος.
Συνεπώς είναι εμφανές πως η κατάσταση είναι δυσεπίλυτη λόγω των πολύπλοκων πολιτικών συσχετισμών. Αρχικά η Κίνα θεωρεί την κρίση στο Μιανμάρ ως μία ευκαιρία για τις Ηνωμένες Πολιτείες να περιορίσει την κινεζική επιρροή στη γειτονιά της. Ως εκ τούτου η Κίνα είναι πρόθυμη να στηρίξει το Συμβούλιο, καθιστώντας με αυτόν τον τρόπο ανίσχυρες τις οικονομικές κυρώσεις των άλλων δυνάμεων για τον περιορισμό του, όχι μόνο για να αποτρέψει την δημιουργία ενός «αποτυχημένου κράτους» (failed state) στα σύνορά της, αλλά και για να εξασφαλίσει μία σημαντική από στρατηγική και εμπορική σκοπιά, διόδου στην περιοχή της Ινδοκίνας. Ταυτόχρονα για τις δυτικές δυνάμεις είναι δυσανάλογο το ρίσκο της στήριξης της αντιπολίτευσης με ισχυρότερα μέσα, καθώς αυτό θα μπορούσε να τις φέρει σε ευθεία αντιπαράθεση με το Πεκίνο. Το μόνο βέβαιο είναι πως οι συγκρούσεις μεταξύ διαδηλωτών και στρατού θα συνεχιστούν αυξάνοντας τον αριθμό των νεκρών, απομακρύνοντας την δημοκρατική προοπτική της χώρας και διακινδυνεύοντάς την να παρασυρθεί σε ένα πολύ πιο αιματηρό εμφύλιο, με απρόβλεπτες συνέπειες για την περιοχή της νοτιοανατολικής Ασίας συλλήβδην.

*Ο Γιώργος Μαυροδημητράκης είναι πολιτικός επιστήμονας

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες