Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου, 2021

Λαϊκοί θρήνοι και μοιρολόγια της Κρήτης για τα θύματα του F/B “ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ”

Γράφει ο Σταματης Απ. Αποστολακης
Δάσκαλος – Λαογράφος

 

Λαϊκοί θρήνοι και μοιρολόγια της Κρήτης
για τα θύματα του F/B “ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ”, 8.12.66, στη Φαλκονέρα

Στην τόσο ενδιαφέρουσα εκδήλωση μνήμης, για το ναυάγιο του πλοίου «ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ», και την παρουσίαση του βιβλίου “Ηράκλειον SOS βυθιζόμεθα”, των Παναγιώτη και Πηγής Μπελώνη, των εκδόσεων ΚΕΔΡΟΣ, στον χώρο της πρώην πισίνας του «Ξενία» της πόλης μας, απουσίαζα (20/9) αθέλητα, στο Ηράκλειο. Έτσι έχασα μια πολύτιμη και τόσο ενδιαφέρουσα εσπέρα.

Ναυαγός κι εγώ στις 5-10-1951, με το καράβι, “Αδρίας”, για Σούδα – Πειραιά, πήγαινα ως φοιτητής στη Ρόδο, αλλά στη Φαλκονέρα, είδαμε το χάρο με τα μάτια μας. Αρκετοί πνίγηκαν.
Και πέρασαν τα χρόνια. Δάσκαλος πια, θεώρησα χρέος μου να βάλω μπρος: «συλλογή λαϊκών θρήνων και μοιρολογιών της Κρήτης μας, για τέτοια θέματα», και η εργασία έγινε. Ανακοινώθηκε μάλιστα και στο συνέδριο που οργάνωσε το δραστήριο Κέντρο Κρητικής Λογοτεχνίας (Πρόεδρος ο αγαπητός Κώστας Μουτζούρης), στ’ Ανώγεια, 13-15/11/2015.
Η μελέτη της σελ. 11, της 22/9 των “Χανιώτικων νέων”, μου θύμισε αυτή μου την εργασία και σκέφτηκα να αναδημοσιεύσω ένα σχετικό απόσπασμα στα αγαπητά μας “Χανιώτικα νέα”, αφιερωμένο στο ναυάγιο του “Ηράκλειον”, θέμα που πάντα συγκινεί και συγκλονίζει. Έγραφα, λοιπόν, μεταξύ των άλλων και τα παρακάτω:
«Στο σημείο αυτό, ας γυρίσουμε πίσω, νοερά και παραπονε­μένα, στη χειμωνιάτικη αξέχαστη μαύρη μέρα την Παρασκευή 9 Δεκεμβρίου 1966, στην πόλη μας, τα Χανιά! Ήμουν απεσπασμένος στο γραφείο της Β’ Επιθεώρησης Δημοτικής Εκπαίδευ­σης ως βοηθός Επιθεωρητού, και πρωί – πρωί έτρεχα βιαστικός για την υπηρεσία μου. Φτάνοντας όμως έξω από τη Δημοτική μας Αγορά, ξαφνιάστηκα με τον απαρηγόρητο κόσμο που είδα συγκεντρωμένο κι όλους να κλαίνε και να χτυπιούνται!
Βυθίστηκε, φώναζαν κλαίγοντας, το πλοίο “Ηράκλειον” στη φαλκονέρα, κι έπνιξε πάν’ από 300 επιβάτες που μετέφερε στον Πειραιά, χθες βράδυ, ξημερώματα!
Πού διάθεση για γραφείο και υπηρεσία. Εδώ, όλοι, όλα τα Χανιά, μοιρολογούνται και χτυπιούνται! Συγγενείς, φίλοι, γείτο­νες, Χανιώτες όλοι, με δάκρυα και αναφιλητά, περιμένουν μιαν ανακοίνωση, μιαν είδηση, μιαν πληροφορία, για τη θαλάσσια τραγωδία που μας έπληξε, αλλά υπεύθυνη…
Κι ήρθαν οι εφημερίδες με τους συγκλονιστικούς τίτλους, κι έφτασαν οι δραματικές ειδήσεις και περιγραφές…
Η συνέχεια ράγιζε καρδιές!…
Κι από τη μεθεπόμενη μαύρη μέρα, στο νεκροταφείο τ’ Αγίου Λουκά της πόλης μας, και στα νεκροταφεία των χωριών μας, η πόλη σύσσωμη να κλαίει, να μοιρολογείται, να συμπαραστέκεται, να θάβει, κι η Δημοτική μας Μουσική -θυμάμαι- να παιανίζει πένθιμα, για τα εισερχόμενα φέρετρα, κι ο κόσμος όλος να χτυπιέται!
Και το συγκλονιστικό αυτοσχέδιο μοιρολόι πάνω στην ώρα, δε λέει να σταματήσει:

Όντε -ν- εγίνη το κακό στη μαύρη Φαλκονέρα
των πεθαμένων οι ψυχές ήταν διασκορπισμένες
άλλες εδώ μια συντροφιά, παρέκει άλλες χώρια
εις του κυμάτου τον αφρό, εις τα βραχιά της ξέρας
κι εθρήνουνταν κι ετρέμανε κι ήτονε παγωμένες·
για δεν ήξεραν οι φτωχές τι δρόμο ν’ ακλουθήξουν.
Οι νέοι ήταν περίλυποι κι οι γέροντες θλιμμένοι
και τα μικρά παιδόπουλα έπαιζαν με το κύμα.
Κι ένας γέρος πρωτόγερος πιο γνωστικός απ’ άλλους
εμίλησε κι ελάλησε κι είπε στη συντροφιάν του:
«Επά που φτάσαμε παιδιά κατέμε ειντ’ απομένει
εμείς για να διαγείρομε πίσω στα σπιτικά μας
δε μας -ε- βάνει το χωριό, δεν μας -ε- παίρνει ο τόπος
κι ούτε τα νεύρα έχομε κι ούτε τη δύναμή μας
να ξαναμπούμε στη δουλειά, τη ζήση να χαρούμε,
να τρώμε το γλυκό ψωμί, να σμίγομε με τσ’ άλλους.
Σαν πανηγύρι κι η ζωή κι εσκόλασε και πάει.
Μα ελάτε να κινήσομε στον Αδη να διαβούμε.»
Ομπρός πάν’ οι πρωτόγεροι, πίσω τα παλληκάρια
κι όσες μανάδες και παιδιά ξωπίσω -ν- ακλουθούσαν·
σε κάθε ζάλο εγύριζαν κι εστράφεναν τον ήλιο
που ’λαμπε στις ψηλές κορφές εις τον απάνω κόσμο
και δάκρυα από τα μάτια τους έτρεχαν κουτσουνάρα.
Περνούν το μαύρο ποταμό, στση συννεφιάς τη χώρα
και φτάνουν εις του Χάροντα τ’ αραχνιασμένο κάστρο
που ήλιος ποτέ δε δούδει -ν- του κι αυγή δεν το ροδίζει
όπου πουλί πεταμένο δε χτίζει τη φωλιά -ν- του
κι όπου λουλούδι του Μαγιού ποτέ του δεν ανθίζει.
Εμπήκαν κι εχτυπούσανε τση πόρτας το κρικέλι
κι εβγήκεν η Χαρόντισσα να τσοι καλωσορίσει.
Από τσ’ αράχνης τα πανιά ήταν η φορεσιά της
θαμπά ‘τονε τα μάτια τζη, τα χείλια πανιασμένα
και το ροδοκοκκίνισμα δε γνώριζε η θωριά τζη.
Σαν το τζελάτη τσοι θωρεί, σαν τα σφαχτά τσοι σέρνει
κι εμέτρα τους κι επέτα τους στ’ ανήλιαγα σκοτάδια.
Κι εκεί που κλαίν’ και θρήνουνται και τζαγκουρνομαδιούνται
βροντή ακούστη από ψηλά κι η κάτω γης εσείστη
και τα σκοτάδια τα πηχτά φως λαμπερό τα σκίζει.
Από τη σκάλα τ’ ουρανού αμέτρητ’ αγγελάκια
εχύνονταν κι αρπάζανε τσ αδικοσκοτωμένους
κι ομπρός στην πόρτα τ’ ουρανού ο Φοβερός κι ο Μέγας
εστέκουνταν κι εθώρουνε κι επαραλάβαινέ τους.
Κι εκεί όπου είν’ τα λούλουδα κι οι δροσερές βρυσούλες
εις τον μπαξέ τον ακριβό, το μυριοανθισμένο
όπου τ’ αηδόνι δε σωπά χειμώνα καλοκαίρι
κι οι κρίνοι, τα τριαντάφυλλα κι οι γλυκομαντζιοράνες
ολοχρονίς ανθίζουνε κι όλο μοσχοβολούνε,
εκεί τσ’ απόθεκε απαλά κι εχαμογέλασέν τους».
Έχει τον τίτλο “Ανάπαψη” κι ο εμπνευστής του δεν αναφέρε­ται! Το αποδελτιώσαμε από το φ.93/29.3.1967, σ. 4η, της καθημερινής εφημερίδας των Χανίων: “Εθνική Φωνή”. Με την ευκαι­ρία να σημειώσουμε ότι με τη φροντίδα και επιμέλεια του, ο αείμν. καθηγητής Γεώργιος Δ. Καψωμένος, μας αποθησαύρισεν πάνω από εβδομήντα μοιρολόγια, πολύστιχα τραγούδια λυπητερά και σχετικές ρίμες, για το ναυάγιο του Ε/Β “Ηράκλειον”, από τις στήλες της ίδιας εφημερίδας, αμέσως μετά το τραγικό συμβάν (8.12.1966) μέχρι και την άνοιξη του 1967.
Ακολουθούν και άλλα αντιπροσωπευτικά σχετικά κείμενα:
«Μια αρχόντισσα Χανιώτισσα στα μαύρα βουτηγμένη
τη θάλασσα-ν εκοίταζε κι έκλαιγε τον υγιό τζη
έκλαιγε κι εξεσκίζονταν κι εβαριοκαταριόταν.
Παιδιά, όπου τους έπνιξε στη μαύρη Φαλκονέρα
να μη βρεθή στο δρόμο του νερό να ξεδιψάση
να μη βρεθή μπουκιά ψωμί την πείνα του να σβήση
τα χόρτα και τα λούλουδα στο διάβα του να φεύγουν
κι οι βάτοι να γινούν οχιές να τον περιτυλίξουν.
Η ερημιά κι η σκοτεινιά να γίνουν σύντροφοί του
και χέρι φίλου μη βρεθή ν’ απλώση στην πληγή του.
Ο Φόβος να τον κυνηγά κι ο Τρόμος να τον πιάνη
κι από τη θάλασσα κοντά να μη μπορή να φύγη.
Να βλέπη μέσ’ τα κύματα χέρια να παραδέρνουν
το σύθρηνο τω γυναικώ ν’ αυτιλαλή στ’ αφτιά του·
όπου γυρίση και στραφή τα μάτια των πνιγμένω
να τον κοιτούν πρικιά-πρικιά να του γυρεύουν κρίση.
Ο ήλιος ο παντοτεινός γι’ αυτόν μην ανατείλη
κι ούτε του Μάη τα πουλιά κι ούτε τ’ Απρίλη τ’ άνθη
να μην του χύσουνε ποτέ βάλσαμο στην καρδιά του
κι ο ύπνος να του οργιστή ποτέ μην του σιμώνη.
Ύπνε μου, εσύ, καλότυχε κι όμορφε διωματάρη,
που ’χεις τη χάρη απ’ το Θεό παρηγοριά να φέρνης
εις των ανθρώπω τις καρδιές τω βαροπληγωμένω
μην του σιμώνης τ’ άνομου, του σφάχτη, τ’ αντροπνίχτη κι αν του σιμώνης δείχνε του τη φοβερή τη νύχτα
με τις φωνές, το σύθρηνο, το κρύο, την τρομάρα».
Το ανθολογήσαμε από την εφ. «Εθνική Φωνή» Χανίων, φ.91 26.3.1 967, σ.4η. Κι ένα ακόμη:
«Ειντά ‘ναι, Θε μου, η παγωνιά του εφετεινού χειμώνα
τα περιβόλια εμάρανε και τους αυθούς στις γλάστρες
επισωστάθη η άνοιξη και τα πουλιά εσκορπίσαν
κι ο Μάρτης έφτασε χλωμός χλωμός σαν το Γενάρη.
Τα μυρολόγια τα πικρά τα δάκρυα τα μαύρα
αυτά -ν- εφέραν τη χιονιά και το βαρύ το κρύο
κι εκλείσαν όλες οι καρδιές κι εχλώμιασεν ο ήλιος.
Πάρτε μανάδες τα κεριά κοπέλλες τα λουλούδια
να πα να λειτουργήσωμε στην έρμη Φαλκονέρα
να μαζωχτούνε οι ψυχές των αδικοπνιγμένω
να πάρουν άγια κοινωνιά να παρηγορηθουνε
ν ακούσουν πώς μυρολογούν γυναίκες και μανάδες,
να πάρνουν υστερνό φιλί από τους εδικούς των
να ιδούν υστερινή φορά τον κόσμο τον απάνω
τον ήλιο τον παντοτεινό, προτού να ξαναμπούνε
στης μαύρης γης τα Τάρταρα στου Χάροντα τα σπήλια.
Όλες οι νιες εκλαίγανε κι ετζαγκουρνομαδιόνταν
και μια μικρή και μια ξανθή μια μικροπαντρεμένη
απ’ τα πολλά τα δάκρυα και το μεγάλο θρήνος
το λογικό της σάλεψε κι έχασε το μυαλό τζη,
πως πνίγηκεν ο άντρας τση δε θέλει να πιστέψη·
λούγεται και χτενίζεται το σπίτι συγυρίζει
και τα παιδιά τζη άλλαξε στις πόρτες απαντέχει
τον αντρα τζη ν’ αποδεχτή να τον καλωσορίση
γιατί ναι Κυριακή πρωί κι έρχεται από ταξίδι».
Κι αυτό, ανθολογημένο από την ίδια εφημερίδα, φ. 90/25.3.1967, σ. 4η.

Είναι όμως τόσα πολλά τα αποθησαυρισμένα για το θέμα μας μοιρολόγια, που δεν μπορούμε ν’ αποφασίσουμε ποια δεν θα περιληφθούν στην παρούσα εργασία μας: Στην ώρ’ απάνω, μια εικόνα έρχεται στη σκέψη μας: Απόγευμα της Κυριακής 11.12.1966, στον αύλειο χώρο του νεκροταφείου Αγ. Λουκά Χανίων. Καταφτάνει το φέρετρο με τη “νυφούλα” Άλκηστη Αγοραστάκη, την τελειόφοιτη του Αρχαιολογικού, ντυμένη Κρητικοπούλα. Την ακολουθούν με κλάματα και θρήνους οι οικείοι της, οι συμφοιτητές της, οι Κρητικοπούλες του Λυκείου Ελληνίδων, η Δημοτική μας Μουσική, όλα τα Χανιά, κι όλοι κρατώντας ανθοδέσμες που θ’ αποθέσουν στο άψυχό της σώμα κατά την Ιερή Ακολουθία και την ταφή της!
Κι εδώ, το μοιρολόι του Παντ. Μαράκη, ανθολογημένο από το φύλλο αρ. 57 της 14.2.1967, σ. 4η, της εφημ. των Χανίων: «Εθνική Φωνή» θα μας εξιστορήσει στιγμιότυπα και ηρωισμούς της Άλκη­στης, ώσπου να την πνίξει κι αυτή η μαύρη θάλασσα της Φαλκονέρας. θα κλάψει και θα πει:

«Υπάρχουνε Σουλιώτισσες να κατεβούν στον Αδη,
υπάρχουνε και Κρητικές να ξαναζή τ’ Αρκάδι.
Μαύρη είν’ η νύκτα στο γιαλό το κύμα και βοΐζει,
μα η Άλκηστη το θάνατο δεν τον υπολογίζει.
Ακούει φωνές: βοήθεια! κορμιά να σπαρταρούνε,
σαν τα βουνά τα κύματα μπροστά και πίσω σκούνε.
Η Άλκηστη στα κύματα έτρεχε σαν δελφίνι,
εμάζευε σωσίβια σ’ άλλους τα παραδίνει.
Στ’ αγριεμένα κύματα μέχρι να ξημερώση,
επάλευε η Άλκηστη άλλες ζωές να σώση.
Κατά τις δέκα το πρωί αρχίζει και παγώνει,
κι ο χάρος βρίσκει τον καιρόν τότε και την σιμώνει.
Την βρήκ’ ο χάρος άγρυπνη και βαροκουρασμένη,
και βρήκε την ψυχούλα της, πολύ συγκινημένη.
Και πάλιν του τ’ απόκρουσε του χάρου το κοντάρι,
είδε καράβι νάρχεται και κατά κει σαλπάρει.
Βλέπουν μια νέα κι έπλεε έλαμπ’ η ομορφιά της,
κι ο αέρας ο θαλασσινός χτυπούσε τα μαλλιά της.
Tην πλησιάζουν ναυτικοί τους γάντζους της πετούνε,
γιατί φοβούντ’ οι άνανδροι στη θάλασσα να μπούνε.
Ταλαιπωρείται στο σχοινί μα δεν μπορ’ η καημένη,
γιατί του χάρου η κονταριά την είχε χτυπημένη.
Αχί! καημένη Άλκηστη νάχανε την καρδιά σου,
νάχανε την ψυχούλα σου και την παλληκαριά σου.
Αγοραστάκη Άλκηστη ήταν γραφτό να δώσης,
του χάρου το κορμάκι σου, άλλα κορμιά να σώσης».

Δίκαια, δικαιότατα η Ακαδημία Αθηνών, στην συνεδρία της, της 8ης Δεκεμβρίου 1967, ημέρα του ετήσιου μνημοσύνου των πνιγέντων στην Φαλκονέρα, εβράβευσε μεταθανάτια, την ηρωίδα ναυαγό Αλκηστη, για όσα υπεράνθρωπα κατόρθωσε, ως την στιγμή που ξεψύχισεν κι η ίδια. Οι μαρτυρίες των ολίγων επιζησάντων είναι ανατριχιαστικές κόβουν την αναπνοή μας!
Ο συγκλονιστικός καθολικός θρήνος για όλα τα θύματα του ναυαγίου του F/B “ΗΡΑΚΛΕΙΟΝ” δεν λέει να σταματήσει. Να ‘ναι αιώνια η μνήμη των, καθώς και του αείμνηστου κι αξέχαστου Θεολόγου Γυμνασιάρχου και Λογίου Γεωργίου Δ. Καψωμένου, που για 72 συνεχείς δημοσιεύσεις του, στον Τοπικό μας τύπο, στην εφ. “Εθνική Φωνή” των Χανίων, τα έτη 1966 και 1967, μας αποθησαύρισεν όλον αυτόν τον πονεμένο λαϊκό ποιητικό λόγο των μοιρολογιών, για τους πνιγμένους συνανθρώπους μας στην Φαλκονέρα, το μαύρο βράδυ εκείνο, του Δεκέμβρη του 1966.
“Η θαλάσσια τραγωδία” μοιρολόϊ, είναι «ο λυγερόφθογγος στίχος της μαθήτριας της Στ’ τάξης του 8ου Δημ. Σχ. Χανίων Αργυρώς Εμμ. Παπαδογιωργάκη, είναι ο παιδικός θρήνος, η πιο ευπρόσδεκτη θυσία στις ιερές σκιές των μεγαλομαρτύρων μας» -κατά το συνοδευτικό σχόλιο του συλλογέα, αείμνηστου σήμερα θεολόγου λυκειάρχη Γεωργίου Δ. Καψωμένου (εφ. “Εθνική Φωνή” Χανίων, 10.2.1967). Κλαίει και λέει:

Η θαλάσσια τραγωδία
«Στης Φαλκονέρας τα νερά, βυθίστηκε καράβι,
είχε της Κρήτης τα παιδιά, της Κρήτης το καμάρι.
Καταραμένη θάλασσα κι αναθεματισμένη,
που μαύρισες και ρήμαξες, την Κρήτη την καημένη.
Γιατί δεν ελυπήθηκες και τα μικρά παιδάκια
που δεν καταλαβαίνανε κι ήταν αγγελουδάκια;
Ανάθεμά σε θάλασσα, καταραμένη νάσαι,
που πήρες τους ανθρώπους μας, και δεν μασε λυπάσαι.
Κλαίνε και λεν τα ορφανά, πού είναι η μαμά μας,
τ’ αδέλφια, ο πατέρας μας και η παρηγοριά μας.
Αχ! Κρήτη όμορφο νησί, που είσαι ξακουσμένο,
η Φαλκονέρα σε ‘κανε, να ‘σαι πάντα θλιμμένο.
Στης Φαλκονέρας τα νερά, όποιος θα ταξιδέψη,
θυμάται το “Ηράκλειο” και λέει να επιστρέψη.
Γιατί επήρε ‘κει ψυχές, που πέσανε στο βάθος,
δίχως λιβάνι και κερί, δίχως παπά και διάκο».

Και η ενότητα – παρά το πολύτιμο πλήθος των σχετικών ποιητικών κειμένων που αφήνομε -θα κλείσει με νεώτερο- του 2000- επιμνημόσυνο, της Λαϊκής ραψωδού, από τα Νεροκούρου Χανίων Αναστασίας Μπολάκη, δημοσιευμένο στην εφημ. “Χανιώτικα νέα” της 9-12-2000. Λέει:

Αφιερωμένο στη μνήμη των θυμάτων
του ναυαγίου

«Του Δεκεμβριού ήταν ημέρα Πέμπτη
που πνίγηκε η Ελλάδα μας μέσα στα μαύρα πένθη.
Αυτή η μέρα η σκληρή μην είχε ξημερώση
και στων Ελλήνων τις καρδιές τέτοιο καημό να δώση.
Υπέρ τρακόσια άτομα στης Σούδας το λιμάνι
εμπήκαν στο “Ηράκλειο” ταξίδι να τους κάμει.
Πολλοί στρατιώτες ήτανε νεοαπολυμένοι
να πάνε στη μανούλα τους απού τους περιμένει.
Ανδρες, γυναίκες ήτανε, μάνες με τα παιδιά τους
άλλοι πηγαίνουν στο γιατρό κι άλλοι για τη δουλειά τους.
Και χαιρετούν οι άμοιροι κι αφήνουν τους δικούς τους
πως ήτονε το τέλος τους δεν το ’βαζε ο νους τους.
Είχε λιγάκι θάλασσα μα το καράβι φεύγει
και μόλις βγήκαν ανοιχτά η θάλασσα αγριεύγει.
Στις 10 η ώρα της νυχτός στη Φαλκονέρα φτάνουν
και πού να ξέρουν οι άμοιροι εκεί πως θα πεθάνουν.
Μα ως εκεί ‘τονε γραφτό στην τύχη τη δικιά τους
της Φαλκονέρας ο βυθός να φάη τα κορμιά τους.
Και το καράβι άρχιξε να γέρνει στο ‘να πλάι
κι ο καπετάνιος άρχιξε, βοήθεια να ζητάει.
Πόσες μανούλες άτυχες, βοήθεια ζητούνε
και τα παιδιά στην αγκαλιά σφιχτά σφιχτά κρατούνε.
Κλαίει όλο το πλήρωμα, κλαίνε κι οι σωφερέοι
κλαίνε τα γυναικόπαιδα, κλαίνε οι νιοι κι οι γέροι.
Είναι ανυπολόγιστος η φρίκη κι η οδύνη
που είδανε οι άμοιροι, όλοι την ώρα εκείνη.
Να βλέπουνε σαν όνειρο, όλοι την ώρα κείνη
τη θάλασσα την άγρια να τούσε καταπίνει.
Και εβυθίσθη μονομιάς, το φέρετρο καράβι
και πήρε άδικα ψυχές κάτω στον μαύρον άδη.
Κι απ’ τον βυθό της θάλασσας μηνύματα ανεβαίνουν
«πέστε τους εις τα σπίτια μας να μην μας περιμένουν.
Σήμερα στο μνημόσυνο, καμπάνες να χτυπάνε
μα τυχερό μας ήτανε τα ψάρια να μας φάνε».
Μα τώρα τι να πη κανείς και πού να τ’ αποδώσει;
της τύχης ήτανε γραφτό χτύπημα να μας δώση.
Ετούτο το ναυάγιο, δεν είναι παραμύθια
γιατί έδωσε χτυπήματα, πόνους πολλούς στα στήθια.
Ολοι οι γέροι ναυτικοί, το λένε το διηγούνται
πως τούτο το ναυάγιον, ποτέ δεν το θυμούνται.
Σαράντα που γλυτώσανε, πάντα θα το θυμούνται
και εφιάλτες θα θωρούν, ακόμα όταν κοιμούνται.
Θάλασσα πικροθάλασσα, όλοι μας θα σε λέμε,
γιατί ‘καμες πολλές καρδιές κι ώσπου να ζουν θα κλαίνε.
Και κλείσαν σπίτια ολότελα και μείνανε χηράδες
και κλαίν’ οι μάνες για παιδιά, παιδιά για τις μανάδες.
Κλαίει η Κρήτη και θρηνεί, κλαίει και η Αθήνα
γιατί χαθήκανε παιδιά, άδικα κι ήταν κρίμα.
Εις τα βιβλία θα γραφτή αυτή η τραγωδία
δια να το διαβάζουνε παιδιά εις τα σχολεία.
Πως εχαθήκανε άδικα, δεν βγαίνει απ’ το νου μας
κι όλοι ας συγχωρέσομε, τσ’ άτυχους αδελφούς μας.
Στους συγγενείς των ναυαγών, από καρδιά ας πούμε
από τον Παντοδύναμο, παρηγοριά να βρούνε.
Είναι καθήκον όλων μας κι είναι κι υπερεπείγον
όποιος μπορεί τα ορφανά να βοηθήσει λίγο.»
Καιρός όμως για τις επιλογικές μας γραμμές.

Εκλεκτοί μας αναγνώστες, πράγματι καιρός για τις επιλογικές μου γραμμές σ’ αυτό το θλιβερό θέμα μου.
Ακούσαμε θρηνητικά τραγούδια, ρίμες και μοιρολόγια που πήγασαν από συγκλονιστικά πολυάνθρωπα θανατηφόρα συμβάντα. Ηταν η έκφραση της ανάγκης των δημιουργών τους, να ειπούν, να κλάψουν, να εξωτερικέψουν τον πόνο και την θλίψη που πλημμύριζεν τις καρδιές των!
Ηταν ο πάνδημος θρήνος μπρος στο μεγάλο κακό, που έπληξε -κάθε φορά- μεγάλο σύνολο συνανθρώπων μας- κι είμαστε «φύσει συναισθηματικοί άνθρωποι» εμείς εδώ στην Κρήτη. Θρηνούμε ολόψυχα στα γεγονότα που μας πλήττουν και βέβαια πολύ περισσότερο όταν οι συμφορές είναι πολυάνθρωπες!
Τελικά, αυτοί οι θρήνοι, αυτά τα μοιρολόγια, αυτή η έμμετρη έκφραση το κλάματός μας, είναι πλουσιότατο και πολύτιμο ποιητικό είδος της Δημοτικής μας Ποίησης!

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες