Σάββατο, 13 Απριλίου, 2024

Κορίτσι*…

«Ίσως είναι μία από τις ωραιότερες λέξεις της ελληνικής γλώσσας. Η εκφορά της έχει μια τρυφερότητα, μια δροσιά, είτε αναφέρεται σε μικρά παιδιά, σε μικρά θηλυκά παιδιά που παίζουν ή τραγουδούν, είτε σε μεγάλες γυναίκες, ακόμα και γιαγιάδες, που ξαναβρίσκονται όλες μαζί σε ένα ριγιούνιον παλιών συμμαθητριών:
Είναι τα “κορίτσια” που ξαναβρίσκονται.
Είναι τα κορίτσια… Που πηγαίνουν δυο-δυο, τα κορίτσια που φλερτάρουν, που μιλούν θαρρετά, που αγκαλιάζονται, είναι οι κορίτσαροι, τα κοριτσάκια και τα κοριτσόπουλα, που φτιάχνουν τις πολύχρωμες και ηχηρές κοριτσοπαρέες, είναι τα κορίτσια που φοράνε κορδέλες ή αρβύλες, που τα δάχτυλα τους πετούν πάνω από το κινητό ή που κρατούν το σπρέι για να ταγκάρουν στους τοίχους, είναι τα κορίτσια που βγαίνουν από τη λιμουζίνα του μπαμπά ή που πίνουν περιπτερόκρασο – στα ξεχαρβαλωμένα παγκάκια της Άγριας αστικής Δύσης, είναι τα κορίτσια που κλαίνε, που διαβάζουν, που ερωτεύονται, που χτυπιούνται στις συναυλίες, είναι τα κορίτσια που βγάζουν τον σκύλο τους βόλτα για να μην ακούν τα ουρλιαχτά των γονιών τους στο σπίτι, είναι αυτά που δουλεύουν σεζόν στα νησιά ή πάνε Λύκειο μισοζαλισμένα από την πείνα, είναι τα κορίτσια που οι μαμάδες τους είχαν λευκώματα με στίχους τραγουδιών και τώρα αυτά στέλνουν pics στο insta.
Είναι τα κορίτσια μας, οι θυγατέρες και οι ανιψιές μας, οι κόρες των συγγενών και φίλων μας, οι γειτονοπούλες που τις έχουμε δει να μπουμπουκιάζουν, είναι τα κορίτσια μας, όχι απλώς το άλλο μισό τ’ ουρανού, παρά το πιο όμορφο, το πιο χαρούμενο μισό, αυτό που στολίζει τα μαλλιά του με ροζ στέκες, αλλά άμα λάχει τα κάνει και μοϊκάνα ή ξυρίζει το άλλο μισό κεφάλι, μην μπορώντας όμως να συσκοτίσει αυτή τη φρεσκάδα, αυτή τη γλύκα, την τσαχπινιά και τη χάρη, του μικρού θηλυκού ανθρώπου. Του κοριτσιού που, σύμφωνα με το Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας, είναι «η γυναίκα νεαρής ηλικίας, και ως επί το πλείστον άγαμη».
Ειδικότερα το κορίτσι είναι το τέκνο θηλυκού γένους κατ’ αντιδιαστολή προς το αρσενικό, είναι η κόρη, η θυγατέρα, κι ακόμα, σπανιότερα, λέει το Λεξικό, ως “κορίτσι” ορίζεται η γυναίκα που δεν έχει παντρευτεί ή που δεν έχει έρθει σε σεξουαλική επαφή με άντρα, δηλαδή, η παρθένα. Επίσης “κορίτσι” λέμε τη γυναίκα με την οποία κανείς διατηρεί αισθηματικό δεσμό – η ερωμένη, η σύντροφος.
Η λέξη «κορίτσι» προκύπτει από το μεσαιωνικό «κορίτσιν», υποκοριστικό του αρχαίου «κόρη». Αυτή η αρχαία λέξη τώρα, με την ίδια σημασία, το Λεξικό λέει πως είναι το θηλυκό του «κόρος». Ο ιωνικός τύπος αυτού του «κόρος» είναι ο γνωστός μας «κούρος», το άγαλμα της αρχαϊκής εποχής που αναπαριστά έναν όρθιο γυμνό έφηβο και συνεκδοχικά το “κλασικό” πρότυπο του ανδρικού παραστήματος και αρρενωπής ομορφιάς».
Ο «κόρος».

Σημείωση: *Ένα ενδιαφέρον «χορταστικό» κείμενο του Παύλου Μεθενίτη. Το αντέγραψα ως έχει. Εγώ, το αφιερώνω με σεβασμό στα ΚΟΡΙΤΣΙΑ! Εκείνα της επαρχίας, τα άπορα, τα πάμφτωχα, τα ορφανεμένα, που δούλεψαν από τα δέκα τους, υπηρετώντας στα “Αστικά σπίτια” των Αθηνών.
Υπηρέτριες δηλαδή, δίχως να ελέγχουν τον μόχθο τους…
(Πρόσφατη αναφορά, στο πλαίσιο του Ιστορισμού της Γυναικείας χειραφέτησης)…


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα