Τρίτη, 16 Απριλίου, 2024

Ινδία: Μια ανερχόμενη υπερδύναμη;

Παρά το μέγεθός της, η Ινδία δεν φαινόταν να πρωταγωνιστεί στις διεθνείς εξελίξεις κατά τον προηγούμενο αιώνα, παραμένοντας μια περιφερειακή δύναμη στην Ανατολή.
Ωστόσο μετά το τέλος του Ψυχρού πολέμου και ιδιαίτερα κατά την αυγή του 21ου αιώνα η Ινδία φαίνεται να εξελίσσεται σε μια δυνάμει υπερδύναμή που θα αλλάξει τις ισορροπίες τόσο στην Ασία αλλά και παγκόσμια.
Μετά την ανεξαρτησία της τον Αύγουστο του 1947 από την Βρετανική Αυτοκρατορία, και τον μετέπειτα διαχωρισμό της σε Πακιστάν, με πλειοψηφία μουσουλμανικού πληθυσμού και στην Ινδία με πλειοψηφία ινδουιστών, η χώρα κατάφερε να εγκαθιδρύσει δημοκρατικό πολίτευμα παρά τα τεράστια προβλήματα που την μάστιζαν. Ενδεικτικό ήταν ότι, πέρα από τη δυσκολία διοίκησης λόγω του μεγέθους της και της γεωμορφολογικής της ποικιλομορφίας,  η Ινδία αποτελούνταν από 550 αυτόνομα κρατίδια «πριγκιπάτα» που είχαν διατηρηθεί κατά την περίοδο της βρετανικής εξουσίας.
Η χώρα αποτελούνταν από 360 εκατομμύρια κατοίκους που μιλούσαν 100 διαφορετικές γλώσσες και διαλέκτους με κατά τόπους θρησκευτικές ιδιαιτερότητες. Παρόλα αυτά μέσα σε μια πενταετία θεσμοθετήθηκαν δημοκρατικές ελευθερίες όπως η ελευθερία της έκφρασης, της θρησκείας και το δικαίωμα της καθολικής ψήφου ανδρών και γυναικών άνω των 21ος, ενώ υιοθετήθηκε το αγγλοσαξονικό δικαστικό σύστημα. Σε αντίθεση με το γειτονικό Πακιστάν που βασίστηκε στην θρησκευτική διάσταση της εθνικότητας, η Ινδία εγκαθίδρυσε ένα κοσμικό κράτος με ίσα δικαιώματα στους πολίτες του. Ταυτόχρονα, επιτεύχθηκαν μεγάλοι ρυθμοί ανάπτυξης που βελτίωσαν σε μεγάλο βαθμό το βιοτικό επίπεδο, την πρόσβαση στην εκπαίδευση και της προσδόκιμο ζωής.
Στην εξωτερική της πολιτική στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου,  η Ινδία υιοθέτησε την πολιτική της μη εμπλοκής (non-alignment) και πρωτοστάτησε στην δημιουργία του Κινήματος των Αδέσμευτων, μια συμμαχία κρατών, κυρίως της Ινδίας, της Αιγύπτου, της Γιουγκοσλαβίας και της Κύπρου, αλλά και κρατών του λεγόμενου «Τρίτου Κόσμου»  με στόχο την διατήρηση ίσων αποστάσεων  από τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα κατά τον Ψυχρό Πόλεμο. Αν και αυτή η προσέγγιση είχε τα επιδιωκόμενα αποτελέσματα σε διεθνές επίπεδο, (ενδεικτικά η Σοβιετική Ένωση ήταν ο μεγαλύτερος προμηθευτής στρατιωτικού εξοπλισμού χωρίς να επηρεάζονται οι καλές σχέσεις και με τις Η.Π.Α), ωστόσο η Ινδία δεν μπόρεσε να αποφύγει της συγκρούσεις με τους γείτονές της. Πιο συγκεκριμένα με το Πακιστάν, με το οποίο συγκρούστηκε τέσσερις φορές, στο πλαίσιο εθνοτικών και θρησκευτικών αντιθέσεων, μία από τις οποίες οδήγησε στην ανεξαρτησία του ανατολικού Πακιστάν, νυν Μπαγκλαντές το 1972, αλλά και για την περιοχή του Κασμίρ που παραμένει εμπόλεμη ζώνη ακόμη έως σήμερα, και με την Κίνα σε ένα σύντομο διασυνοριακό πόλεμο στα Ιμαλάια το 1962. Πάρα ταύτα, οι ανάγκες για ανάπτυξη και σταθερότητα σε ένα παγκόσμιο διπολικό σύστημα ώθησαν στην εύρεση ενός modus vivendi για τις σχέσεις της Ινδίας με τους γείτονές της.
Με την κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης, μια νέα εποχή ξεκίνησε τόσο για την Ινδία όσο και για την Ασία συλλήβδην. Η ραγδαία οικονομική ανάπτυξη των ασιατικών «τίγρεων» αρχικά, της Κίνας και της Ινδίας αργότερα έγινε το εφαλτήριο ώστε οι χώρες αυτές να αναθεωρήσουν την θέση τους στον κόσμο. Η τελευταία,  εμπνεόμενη από το οικονομικό δόγμα της εποχής, ανοίχτηκε στις παγκόσμιες αγορές κεφαλαίων, περιόρισε δραστικά την παρέμβαση του κράτους στην οικονομία και «έσπασε» κρατικά μονοπώλια διατηρώντας τα μόνο στους τομείς των σιδηροδρόμων, της παραγωγής στρατιωτικού εξοπλισμού και της ατομικής ενέργειας. Ακόμη, μειώθηκαν οι φόροι αλλά και οι δασμοί σε βασικά προϊόντα, ενώ προωθήθηκε η εκβιομηχάνιση της χώρας αλλά και ο ανταγωνισμός μέσω του εκσυγχρονισμού του νομοθετικού πλαισίου. Το 1998 μάλιστα , η Ινδία έγινε και πυρηνική δύναμη κατασκευάζοντας πυρηνικά όπλα, αναγκάζοντας και το Πακιστάν να προχωρήσει και αυτό στην απόκτηση πυρηνικών δυνατοτήτων. Αυτές οι εκ θεμελίων αλλαγές, αλλά και οι εγκατάσταση πολυεθνικών κολοσσών στην Ασία λόγω της πολιτικής της εξωτερικής ανάθεσης (outsourcing), έγιναν οι κινητήριοι μοχλοί ανάπτυξης της Ινδίας μέχρι και σήμερα.
Η ραγδαία αυτή ανάπτυξη με ρυθμούς πάνω από 7% το χρόνο, βελτίωσε θεαματικά τόσο τις συνολικές της χώρας αλλά και την εικόνα της στις διεθνές σύστημα δυνάμεων.  Σύντομα ανέπτυξε τους εμπορικούς της δεσμούς με χώρες όπως η Κίνα, με το συνολικό εμπόριο να φτάνει τα 70 δις το 2015 και με τις χώρες του Περσικού Κόλπου (Μπαχρέιν, Ομάν, Κατάρ, Σ. Αραβία, και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα), στις οποίες ζουν και πολλοί Ινδοί που στέλνουν εμβάσματα πίσω στη χώρα τους, με το συνολικό ύψος να εκτινάσσεται 5,5 δις το 2005 σε 137,7 δις το 2015,. Αλλά και πολιτικά, μέσω της ομάδας των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Ν. Αφρική) που συστάθηκε το 2009, η Ινδία παίζει πρωταγωνιστικό ρόλο συμβάλλοντας με σημαντικά κεφάλαια προωθώντας την οικονομική και πολιτική συνεργασία μέσα στη συμμαχία. Επιπροσθέτως η ανάπτυξη της Ινδίας προσέλκυσε και το ενδιαφέρον των Η.Π.Α., οι οποίες ήδη από την εποχή της προεδρίας του Μπους, άρχισαν να προσεγγίζουν όλο και περισσότερο την Ινδία, υποστηρίζοντάς την σε διεθνές επίπεδο, γεγονός που θορύβησε το Πακιστάν, παραδοσιακό σύμμαχο των Η.Π.Α. κατά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Ωστόσο παρά τη ραγδαία ανάπτυξή της, η Ινδία αντιμετωπίζει κρίσιμα προβλήματα. Αν και η χώρα σήμερα είναι η 7η μεγαλύτερη οικονομία στον κόσμο, έχει την 5η θέση σε στρατιωτικές δαπάνες, διατηρώντας τον 3ο αριθμητικά μεγαλύτερο στρατό στον κόσμο, την ίδια στιγμή, 270 εκατομμύρια Ινδοί ζουν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας, ζώντας με λιγότερο από 1 δολάριο την ημέρα, ενώ ταυτόχρονα η τομή πόλης/υπαίθρου είναι ιδιαίτερα εμφανής αφού ενώ η χώρα αναπτύσσεται με ρυθμούς πάνω από 6% η ύπαιθρος είχε 2,2% ανάπτυξη κατά τα τελευταία 10 χρόνια. Ακόμη παρά τα 2,6 τρις του ΑΕΠ της, το δημόσιο χρέος αγγίζει το 70%  και το μέσο ατομικό εισόδημα δεν ξεπερνά τα 7.000 δολάρια ετησίος. Τέλος ο μεγάλος και μη αποδοτικός δημόσιος τομέας αλλά και οι θρησκευτικές διαιρέσεις αποτελούν επιπλέον τροχοπέδη για τη χώρα.
Τα ζητήματα αυτά κυριαρχούν στο δημόσιο διάλογο της Ινδίας καθώς πλησιάζουν οι επόμενες εκλογές την άνοιξη του 2019. Εσωτερικά η Ινδία καλείται να εξασφαλίσει τη συνέχεια των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξής της, και να επενδύσει σε αναγκαία δημόσια έργα υποδομών αξίας 1,5 τρις μέσα σε μία πενταετία. Ταυτόχρονα οι πολιτική ελίτ φέρει την ευθύνη για την ομαλή μετάβαση οικονομίας σε μεταβιομηχανική, με την κυριαρχία του τριτογενή τομέα, αναδιανέμοντας τα πλεονάσματα κυρίως στην ύπαιθρο που πλήττεται περισσότερο από την ανεργία και της κοινωνικές συγκρούσεις. Σε επίπεδο διεθνών σχέσεων ωστόσο, η Ινδία φαίνεται να αποκτά την απαραίτητη αυτοπεποίθηση και να παίζει ενεργητικό ρόλο στα παγκόσμια δρώμενα. Έτσι το στοίχημα που πρέπει να κερδίσει η μεγαλύτερη δημοκρατία στον κόσμο είναι να διατηρήσει την αναπτυξιακή της πορεία και την κοινωνική της συνοχή εσωτερικά και να χαράξει μια αυτόνομη πορεία ως μια δυνάμει δημοκρατική υπερδύναμη στο εγγύς μέλλον.


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα