Σάββατο, 4 Δεκεμβρίου, 2021

Οι τελευταίες στιγμές του Ελευθερίου Βενιζέλου στο Παρίσι

Στις 18 Μαρτίου 1936 απεβίωσε στο Παρίσι, σε ηλικία 72 ετών, ο Ελευθέριος Βενιζέλος. Με αφορμή τη φετινή επέτειο, δημοσιεύουμε κείμενο του γενικού διευθυντή του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» Νικόλαου Παπαδάκη, όπου περιγράφονται οι τελευταίες στιγμές και ο θάνατος του ηγέτη, καθώς και η μεταφορά της σορού του στα Χανιά και ο ενταφιασμός της στον Προφήτη Ηλία. Πρόκειται για ένα σύντομο απόσπασμα, χωρίς τις υποσημειώσεις του, από το κεφάλαιο με τίτλο «Το Τέλος» της βιογραφίας «Ελευθέριος Βενιζέλος, ο Άνθρωπος, ο Ηγέτης» (τόμος Β΄, σελ. 1.105-1.111). Η δίτομη έκδοση κυκλοφορεί από το Ίδρυμα και τις εκδόσεις της Εστίας.

 «Ὁ τρόμος εἶναι ὅτι θὰ γίνωμεν πάλι μικροί […]»

Τα Χανιά υποδέχονται τον νεκρό
Τα Χανιά υποδέχονται τον νεκρό

Το άτυχο 1935 είχε μόλις δύσει και ο Βενιζέλος, έχοντας γύρω του αγαπημένα πρόσωπα, υποδέχθηκε μαζί τους την καινούργια χρονιά. Όμως η χαρά του, που το φλουρί της βασιλόπιτας έτυχε στον Βασίλη Σκουλά, κράτησε λίγο. Ένας ανατριχιαστικός θόρυβος από σπασμένα γυαλιά χάλασε το κέφι της συντροφιάς. Ο καθρέφτης του σπιτιού έπεσε από τον τοίχο όπου κρεμόταν και θρυμματίστηκε. Ο Βενιζέλος το θεώρησε δυσάρεστο προμήνυμα. «Τὸ κακὸ θά εἶναι γιὰ μένα», είπε.

Tο περιστατικό ξεχάστηκε σύντομα και ο ίδιος συνέχισε τους καθημερινούς ρυθμούς του. Άνοιγε μόνος την αλληλογραφία που ερχόταν από κάθε γωνιά της Ελλάδας και της Ευρώπης. Και, όπως πάντα, εννοούσε να απαντά σε όλους. Σηκωνόταν στις 7 το πρωί και έπαιρνε το πρωινό του διαβάζοντας ελληνικές και ξένες εφημερίδες. Για δυο ώρες μελετούσε κρατώντας σημειώσεις και κατά τις 10, με τη συνοδεία του Ανδρέα Γυπαράκη, έκανε τον περίπατό του στο δάσος της Βουλώνης. Στις 11 ξεκινούσε ένας μαραθώνιος ακροάσεων και συναντήσεων με διπλωμάτες, πολιτικούς και δημοσιογράφους, που διέρχονταν από το Παρίσι, καθώς και με Έλληνες φίλους του. Το μεσημέρι ποτέ δεν γευμάτιζε μόνος. Οι καθημερινοί επισκέπτες του, ιδιαίτερα οι συμπατριώτες του, τον συντρόφευαν απαραιτήτως στο οικογενειακό τραπέζι. Το απογευματινό πρόγραμμα περιελάμβανε διάβασμα και συγγραφή. Και το βράδυ, όταν δεν υπήρχε έξοδος στο θέατρο, την όπερα ή για κάποιο δείπνο, έπαιζε μια παρτίδα μπριτζ. Αυτό το εξαντλητικό πρόγραμμα όχι μόνο δεν τον κούραζε, αλλά του έδινε χαρά και αυτοπεποίθηση. Οι συνομιλητές του έφευγαν εντυπωσιασμένοι από τη νεανική του όψη, που δεν πρόδιδε την ηλικία του.
Το πρωί της 12ης Μαρτίου έκανε και πάλι τον συνηθισμένο του περίπατο, μαζί με τον Ανδρέα Γυπαράκη, στο Σεν Κλου. Ήταν εξαιρετικά ευδιάθετος, και, όπως περιγράφει ο συνοδός του, κατέστρωνε ενθουσιώδη σχέδια για την Κρήτη, μαζί με κάποιες αλλαγές που ήθελε να επιφέρει στο σπίτι της Χαλέπας. Η καρδιά του αναζητούσε μερικές ανθρώπινες στιγμές: «Ὅταν κατέβουμε στὴν Κρήτη θὰ παντρευτῇς! Καὶ θὰ σὲ στεφανώσω ἐγώ», είπε στον Γυπαράκη. Η όψη του δεν προμήνυε όσα επρόκειτο να ακολουθήσουν. Για την Έλενα όμως υπήρχαν κάποια ανησυχητικά σημάδια: «Δεν δεχότανε την παραμικρή αντίρρηση και το στόμα του υπέφερε από ελαφρές συσπάσεις».
Ξαφνικά, όλα γκρεμίστηκαν.

Η επίσημη Γαλλία αποχαιρετά τον μεγάλο σύμμαχο του Α' Παγκοσμίου Πολέμου στο σιδηροδρομικό σταθμό του Παρισιού
Η επίσημη Γαλλία αποχαιρετά τον μεγάλο σύμμαχο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου στο σιδηροδρομικό σταθμό του Παρισιού

Ήταν η νύχτα της Πέμπτης 12 προς την Παρασκευή 13 Μαρτίου 1936: «Το πρωί», περιγράφει η Έλενα, «κατά τις οκτώ, μπαίνοντας στο δωμάτιό του, τον βρήκα όρθιο, ακίνητο με το βλέμμα απλανές, το στόμα τραβηγμένο προς τα δεξιά. Στις ανήσυχες ερωτήσεις μου δεν έδωσε καμία απάντηση». Οι δύο Γάλλοι γιατροί που κλήθηκαν εσπευσμένα διέγνωσαν αμέσως εγκεφαλική συμφόρηση. Η ομιλία του έγινε ακατάληπτη και επαναλάμβανε μονότονα τη φράση: «Δεν είμαι καλά». Σε λίγο το ρόδινο χρώμα χάθηκε από τα μάγουλά του και το βλέμμα του άρχισε να σβήνει. Σε μια στιγμιαία αναλαμπή αναγνώρισε τον Σκουλά και με τρυφερότητα ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του.

Οι πρώτες πληροφορίες για τη σοβαρότητα της κατάστασής του έφτασαν στην Αθήνα μέσω του Γερμανικού Πρακτορείου Ειδήσεων. Αμέσως μετά ο Σοφούλης έλαβε ένα ανησυχητικό τηλεγράφημα: «Μὲ βαθυτάτην ὀδύνην γνωρίζω ὅτι Πρόεδρος ἀσθενεῖ σοβαρότατα. Ἕλενα Βενιζέλου».

Η είδηση αναστάτωσε την κοινή γνώμη. Τα αισθήματα ήταν ανάμεικτα. Οι θαυμαστές του, κεραυνοβολημένοι, άρχισαν να θρηνούν, ενώ οι εχθροί του να πανηγυρίζουν. Τα αλλεπάλληλα έκτακτα παραρτήματα των εφημερίδων, που εξαντλούνταν αμέσως, φανέρωναν το ζωηρό ενδιαφέρον για τις άσχημες ειδήσεις που έρχονταν από το Παρίσι. Μέσα σ’ αυτό τον χαλασμό, πέρασε σχεδόν απαρατήρητη η ορκωμοσία της νέας κυβέρνησης Δεμερτζή, στην οποία ο Μεταξάς, εκτός από υπουργός Στρατιωτικών, αναβαθμίστηκε και σε αντιπρόεδρο της κυβέρνησης. Η τύχη άρχισε να χαμογελά στον φιλόδοξο Κεφαλλονίτη. Τώρα πια, που ο Βενιζέλος έφευγε από τη ζωή, ο δρόμος προς την εξουσία άνοιγε διάπλατα γι’ αυτόν. Σύντομα, ο Ύψιστος θα παραμερίσει και κάποια άλλα, μικρότερα, εμπόδια, παίρνοντας κοντά του πρώτα τον πρωθυπουργό Δεμερτζή και έπειτα τον Τσαλδάρη. Και τότε, αμέσως, ο Γεώργιος θα ορκίσει τον Μεταξά πρωθυπουργό. Λίγους μήνες μετά, στις 4 Αυγούστου, θα βάλει ταφόπλακα στη δημοκρατία.

Την Τετάρτη 18 Μαρτίου 1936, στις 8 το πρωί, ο μεγάλος ηγέτης άφησε την τελευταία του πνοή. Η πάλη με τον θάνατο κράτησε μόλις πέντε ημέρες. Σε μια τελευταία αναλαμπή, πρόλαβε να σφίξει δυνατά το χέρι της Έλενας. Έφυγε από τη ζωή με το πικρό αίσθημα του εξοστρακισμού από τον δήμο, όπως οι μεγάλοι άνδρες της αρχαίας Ελλάδας. Για τους δικούς του, ο κόσμος έμοιαζε να έχει βουλιάξει. Τα δύο του παιδιά έκλαιγαν με λυγμούς και ο Σκουλάς εκδήλωνε τον πόνο του με γοερούς θρήνους.
Η είδηση του θανάτου ταξίδεψε αμέσως σε ολόκληρο τον κόσμο. Στην Ελλάδα προκάλεσε ρίγη συγκίνησης. Τα Αθηναϊκά Νέα έκαναν λόγο για «Μεγάλη Παρασκευὴ τῆς Ἑλλάδος» και υπογράμμιζαν: «Ὁ τρόμος εἶναι ὅτι θὰ γίνωμεν πάλι μικροί […]. Ὑπὸ τὴν ἀνάμνησίν του ἔχομεν κατατεθειμένα, φίλοι καὶ ἐχθροί, ὅλα τὰ ἐθνικὰ κεφάλαιά μας». Ο Γεώργιος Βλάχος, ο πρύτανης του αντιβενιζελικού Τύπου, έγραψε στην Καθημερινή ότι ο Βενιζέλος δημιούργησε μόνος του την ιστορία «τὴν ὁποίαν οἱ ἄλλοι Ἕλληνες ἐκαλούμεθα, εἴτε ὡς ἀντίπαλοι, εἴτε ὡς συστρατιῶται, νὰ ζήσωμεν». Το πικρό συμπέρασμα του Βλάχου ήταν ότι ο Βενιζέλος ήταν πολύ μεγάλος για έναν λαό όπως οι Έλληνες. Στον αντίποδα της ψύχραιμης ανάλυσης του Βλάχου, μερίδα του αντιβενιζελικού Τύπου, μαζί με κατάρες, βρήκε την ευκαιρία να αναδημοσιεύσει χυδαία ρυπαρογραφήματα του 1916 της Πολιτικής Επιθεωρήσεως του Ίωνα Δραγούμη, που μιλούσαν για έναν Βενιζέλο «πονηρό ψυχοπαθῆ», με «στίγμα ψυχοπαθείας», «ἀνώμαλο ψυχολογικὰ τύπο», «ἐθνικὸν ἐγκληματίαν», «κακοποιὸν πνεῦμα», «σχιζοφρενῆ», «μεγαλοφυῆ ἐγκληματίαν» κ.ά.

Η σορός παρέμεινε για δύο μέρες στο σπίτι της οδού Μποζόν. Έπειτα εναποτέθηκε για προσκύνημα στην ορθόδοξη εκκλησία του Αγίου Στεφάνου στο Παρίσι, ενώ παράλληλα οι Αρμένιοι, σε μια συγκινητική τελετή στη δική τους εκκλησία, δεήθηκαν υπέρ αναπαύσεως της ψυχής του. Δεν ξεχνούσαν τις προσπάθειες του Βενιζέλου για την εθνική τους αποκατάσταση. Το γαλλικό κράτος τού απέδωσε εξαιρετικές τιμές και η ηγεσία της χώρας συμμετείχε στο πένθος. Η Γαλλική Ακαδημία Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών θα του αφιερώσει ειδική συνεδρίαση. Στο Λονδίνο οι δημοσιογράφοι συζητούσαν με τον υπουργό Εξωτερικών, Άντονι Ίντεν, για τις θυελλώδεις διεθνείς διασκέψεις στις οποίες είχε πρωταγωνιστήσει ο Βενιζέλος.

Στην Αθήνα οι αντιβενιζελικοί, σε αντιπερισπασμό, διοργάνωσαν ένα μνημόσυνο για τον βασιλιά Κωνσταντίνο. Έπειτα, ένας όχλος φανατικών αντιβενιζελικών, υπό την καθοδήγηση αμετανόητων πολιτικών, ξεχύθηκε στους δρόμους βρίζοντας χυδαία τον μεγάλο νεκρό. Η είδηση των ταραχών συγκλόνισε την Έλενα, που αποφάσισε η σορός να μην περάσει από την Αθήνα και να μεταφερθεί κατευθείαν στα Χανιά. Η απόφαση αυτή προκάλεσε την οργή του Σοφοκλή και του Κυριάκου, που δεν είχαν ενημερωθεί προηγουμένως. Στη σκέψη της Έλενας βάρυνε πολύ η γνώμη του πρωθυπουργού, Κωνσταντίνου Δεμερτζή, και του αρχηγού των Φιλελευθέρων, Θεμιστοκλή Σοφούλη, οι οποίοι, εξαιτίας του φόβου των επεισοδίων, είχαν ταχθεί υπέρ της μεταφοράς του νεκρού στην Κρήτη. Δεν είχαν εμπιστοσύνη στον Μεταξά, που προθυμοποιήθηκε να αναλάβει την τήρηση της τάξης στην Αθήνα.

Η υποδοχή, από τις αρχές και τον κόσμο, στην Ελβετία και την Ιταλία, από όπου πέρασε η αμαξοστοιχία η οποία μετέφερε τον νεκρό, ήταν συγκινητική. Στο Μπρίντιζι το φέρετρο, σκεπασμένο με τη γαλανόλευκη, τοποθετήθηκε στο αντιτορπιλικό «Παύλος Κουντουριώτης», που ο ίδιος, ως πρωθυπουργός, είχε αγοράσει. Οι πρόσφυγες που ήταν εγκατεστημένοι στην Κόρινθο τον υποδέχθηκαν πρώτοι στην Ελλάδα. Κρατώντας αναμμένα κεριά, περιμένοντας καρτερικά όλη νύχτα, τον αποχαιρέτησαν στις όχθες του Ισθμού, την ώρα που περνούσαν τα πολεμικά πλοία «Παύλος Κουντουριώτης» και «Ψαρά».

«Κι ἂν πέθανε, γιά μᾶς ποτὲ δὲ θὰ πεθάνῃ…»

Εύζωνοι και βρακοφόροι μετά την κηδεία στο σπίτι του Βενιζέλου στη Χαλέπα. Σύμφωνα με μία μαρτυρία μεταξύ των εικονοζόμενων είναι ο Γιάννης Βάζος παίκτης τότε του Ολυμπιακού (τρίτος από αριστερά στους καθήμενους) και ο Φίλιππος Κουράντης επίσης παίκτης του Ολυμπιακού (στους όρθιους ο τέταρτος αριστερά)
Εύζωνοι και βρακοφόροι μετά την κηδεία στο σπίτι του Βενιζέλου στη Χαλέπα. Σύμφωνα με μία μαρτυρία μεταξύ των εικονοζόμενων είναι ο Γιάννης Βάζος παίκτης τότε του Ολυμπιακού (τρίτος από αριστερά στους καθήμενους) και ο Φίλιππος Κουράντης επίσης παίκτης του Ολυμπιακού (στους όρθιους ο τέταρτος αριστερά)

Κορυφαίες ιέρειες στο λαϊκό πένθος, η Κρήτη και η προσφυγιά. Στα Χανιά η κηδεία πήρε χαρακτήρα θεϊκής λατρείας, όπως έγραψαν οι αθηναϊκές εφημερίδες. Η πόλη, ντυμένη στα μαύρα, φάνταζε σαν ένας πελώριος μαύρος όγκος. Αμέτρητοι προσκυνητές συνέρρευσαν από όλη την Κρήτη, αλλά και τα υπόλοιπα μέρη της Ελλάδας, για να αποχαιρετήσουν τον άνθρωπο που άλλαξε τη μοίρα του λαού και τον χάρτη της πατρίδας του. Δύσκολα κανείς έβρισκε θέση, ακόμα και στο κατάστρωμα των δεκαεφτά καραβιών που έκαναν έκτακτα δρομολόγια από τον Πειραιά. Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος θυμάται, σε μια γωνιά του πλοίου, τον Γιώργο Σεφέρη, αδελφό της γυναίκας του, με την απόγνωση ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, να κλαίει ασταμάτητα. Και σημειώνει: «Ἔκλαιγε τὸ γένος τὴν ὥρα ἐκείνη». Παραδίπλα, συμπληρώνει, έκλαιγε σιωπηλά η Έλλη Αδοσίδου, μια σπουδαία γυναίκα της εποχής, σύζυγος του Αναστάση, στενού συνεργάτη του Βενιζέλου.

Η πομπή με τη σορό ξεκινά από το λιμάνι. Προηγούνται οι βρακοφόροι.
Η πομπή με τη σορό ξεκινά από το λιμάνι. Προηγούνται οι βρακοφόροι.

Το πρωί της Παρασκευής 27 Μαρτίου τα αντιτορπιλικά «Παύλος Κουντουριώτης» και «Ψαρά» κατέπλευσαν στο λιμάνι των Χανίων. Ο συνωστισμός ήταν ασφυκτικός: ο κόσμος είχε γεμίσει την πλατεία, τα μπαλκόνια και τις στέγες των σπιτιών. Ακολούθησε η νεκρώσιμη ακολουθία στη Μητρόπολη, όπου οι επίσκοποι της Κρήτης και εκατό ιερείς έψαλλαν την εξόδιο ακολουθία. Κατόπιν, μια τεράστια νεκρική πομπή, με επικεφαλής εκατό λυγερόκορμους βρακοφόρους, που συνόδευαν τον κιλλίβαντα του πυροβόλου με τη σορό, κατέληξε στη Χαλέπα, στην εκκλησία της Αγίας Μαγδαληνής, απέναντι από το πατρικό του σπίτι, όπου εναποτέθηκε σε λαϊκό προσκύνημα. Μέσα σε δύο μέρες κατατέθηκαν 1.400 στεφάνια. Ο διάδοχος Παύλος, οι πολιτικοί αρχηγοί και χιλιάδες προσκυνητές παρέλασαν μπροστά από το σκήνωμα του ηγέτη. Η θλίψη κορυφώθηκε όταν μπροστά στο φέρετρο γονάτισαν, δακρυσμένοι, οι καπετάνιοι-σύντροφοί του από τις επαναστάσεις του Ακρωτηρίου, του Θερίσου, καθώς και παλιοί πολεμιστές του Μακεδονικού και του Ηπειρωτικού Αγώνα, των Βαλκανικών Πολέμων, του μακεδονικού και του μικρασιατικού μετώπου. Μαζί με τις σημαίες και τα λάβαρά τους κατέθεσαν την ποτισμένη με δάκρυα περηφάνια τους, που είχαν την τύχη να συνδέσουν τη ζωή τους με τον μεγάλο αυτό Έλληνα.
Στις 29 Μαρτίου, στις 4 το απόγευμα, η κρητική γη τον δέχθηκε στα σπλάχνα της. Στο ύψωμα του Προφήτη Ηλία, στο Ακρωτήρι, εκεί όπου το 1897 ύψωσε τη σημαία της κρητικής ελευθερίας και έγραψε την πρώτη μεγάλη σελίδα μιας τρικυμιώδους πολιτικής σταδιοδρομίας. Στον λαϊκό θρήνο προστέθηκε η φωνή του Κωστή Παλαμά:

«Ἔσβυσε ὁ Μέγας, μεγάλο ἀνάφτε, καθὼς ἐκεῖνος,
μνῆμα, νὰ εἶν’ ἄστρο, φῶς του ἡ Ἀθήνα, δρόμος του ἡ Κρήτη,
τοῦ Ὁμήρου ὁ στίχος φωνὴ τοῦ πρέπει, δὲ φτάνει ὁ θρῆνος,
τὸ πάτημά του πυρό, τὸ ἀνέβα τοῦ Ψηλορίτη.
Τῶν ἱερῶν χρόνων, ἀρχαίων καὶ νέων, τὴ λαμπυράδα
γραμμέν’ ἡ μοίρα του νὰ ξυπνήσῃ καὶ ν’ ἀναστήσῃ,
οἱ ὄργητες ἄγριες, τὰ πάθη μπόρες, νύχτες τὰ μίση·
τρεμοσαλεύεις ὁ ἀποσπερίτης, λάμπεις ἡ Ἑλλάδα».

Η Πηνελόπη Δέλτα θα αποδώσει στο ημερολόγιό της επιγραμματικά τον συγκλονιστικό τρόπο που μεταδόθηκε το άγγελμα του θανάτου, από το ένα στο άλλο χωριό της Κρήτης:

«–Σύντεκνεεεε, Ἔεεε! Σύντεκνεεεε…
–Ἔεεε! Ἀκούω!
–Κακὰ μαντάτααα…
–…
–Ο Ἀρχηγὸς ἀπέθανε…!
Σιωπή…
Καὶ σὲ λίγο:
–Θεός σχωρέσει τὴν ψυχή του!… Κι ἂν πέθανε, γιὰ μᾶς ποτὲ δὲ θὰ πεθάνει».

Η λαϊκή μούσα του νησιού θρήνησε τον μεγάλο ηγέτη, εκφράζοντας την οδύνη για την απώλεια της πατρικής μορφής του Βενιζέλου, αλλά και την υπερηφάνεια της κρητικής ψυχής:

«[…] ’νας αντρειωμένος πόθανε και παν να τονε θάψουν.
Χάρε και μην το καυχηθείς, πως πήρες αντρειωμένο
τον ηύρηκες ξαρμάτωτο, στα ξένα κουρασμένο.
Χάροντα τσι σαΐτες σου να τσι μαλαματώσεις
γιατί δεν άφηκες καρδιά να μήν τηνε πληγώσεις.

Δεν έχει η Κρήτη πλεια βλαστό ούτ’ η Ελλάς προστάτη! […]

Όλη η Κρήτη σήμερο πρέπει να βάλει μαύρα,
Γιατί απόμειν’ ορφανή κι ολόκληρ’ η Ελλάδα.

Πέθανε ο Ελευθέριος, ο Ελευθερωτής μας,
Πέθαν’ ο ευεργέτης μας, το θάρρος κι η ελπίς μας.

Τώρα κι αν ήτανε μακριά, είχαμε την ελπίδα,
γιατί η μόνη σκέψη του ήταν για την πατρίδα.
Κι ελπίδα μπλιο δεν έχομε στον κόσμο για να ζούμε
χάσαμε τον πατέρα μας, ούλοι μας θα χαθούμε».

Σε ορισμένες ελληνικές πόλεις συνέβησαν θλιβερά γεγονότα. Κάποιοι μητροπολίτες και αστυνομικοί απαγόρευσαν την τέλεση επιμνημόσυνων δεήσεων. Η απάντηση ήρθε από τους κατοίκους του «καταραμένου νησιού», της Σπιναλόγκας. Δεν μπορούσαν να λησμονήσουν τον ευεργέτη τους, που ποτέ δεν είχε πάψει να ενδιαφέρεται για την τύχη τους. Τα τελευταία χρόνια είχε φροντίσει για τη λειτουργία σχολείου και βιβλιοθήκης, καθώς και κινηματογραφικής μηχανής προβολής, ενώ πλήρωνε από το προσωπικό του ταμείο τον δάσκαλο του νησιού. Στα σαράντα του, οργάνωσαν στο νησί, ένα συγκινητικό και απέριττο μνημόσυνο. «Ἦταν ἡ πρώτη φορὰ ποὺ μπόρεσαν νὰ κάμουν κάτι ἱκανὸν νὰ ἐντυπωσιάσῃ τοὺς ὑγιεῖς τῆς περιφέρειας, ποὺ τοὺς νόμιζαν ἄχρηστα ἀντικείμενα τῆς κοινωνίας, ποὺ ἄξιζαν μόνο νὰ πεταχτοῦν πάνω στὴ Σπιναλόγκα», γράφει ο Επαμεινώνδας Ρεμουντάκης, ένας από τους λίγους μορφωμένους ασθενείς, που είχε αγωνιστεί με πάθος για την καλυτέρευση της ζωής των χανσενικών. Η ομιλία του για τον Βενιζέλο τούς συγκίνησε όλους και, όπως γράφει ο ίδιος, «ὅλα αὐτὰ μαζί ἄλλαξαν ἐπαναστατικὰ τὴ γεμάτη μαρασμό ζωὴ τῶν ἀρρώστων». (Εκτενέστερη αναφορά στο γεγονός υπάρχει στο βιβλίο της Λένας Ψηλομανωλάκη – Πιλατάκη, Μακρί Αγκάθι. Τα θύματα ενός άλλου πολέμου. Σπιναλόγκα 1903 – 1957, Ηράκλειο 2010).
Στο σαρανταήμερο μνημόσυνο που τελέσθηκε στον τάφο του, στο Ακρωτήρι, η Έλενα δεν μπόρεσε να παρευρεθεί. Διέθεσε όμως, στη μνήμη του, 300.000 δραχμές για τις παιδικές κατασκηνώσεις των Χανίων. Η Έλενα έζησε είκοσι τρία χρόνια μετά τον θάνατό του, συνεχίζοντας να βρίσκεται «στη σκιά του Βενιζέλου». Όταν πέθανε, μεγάλο μέρος της τεράστιας περιουσίας που διέθετε πριν από τον γάμο της είχε διατεθεί σε εθνικές και κοινωνικές ευεργεσίες, σύμφωνα με τις επιθυμίες του μεγάλου συντρόφου της.
Όσον αφορά τον ίδιο τον Βενιζέλο, το μόνο περιουσιακό στοιχείο που άφησε ήταν το σπίτι της Χαλέπας, που σήμερα ανήκει στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» και έχει εξελιχθεί σε ένα εμβληματικό μουσείο.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα