Τετάρτη, 16 Ιουνίου, 2021

Η σαμά των προβάτων

Αυτός ο χειμώνας μας έδειξε το άσχημο πρόσωπό του, μας φόρτωσε ιώσεις, μας έκλεισε μέσα εκτός από τις πολλές καταστροφές που προξένησε σε πολλούς τόπους της χώρας μας, το μόνο καλό του, μας χάρισε άφθονο νερό και τη χαρά του χιονιού. Σιγά – σιγά μας κουτσούρεψε και την Ανοιξη. Γι’ αυτό μόλις δούμε ανοίγματα στον ουρανό, κάνουμε μικρές και μεγάλες αποδράσεις, για να αναπνεύσουμε καθαρό αέρα, να χαρούμε τη φύση, να μαζέψουμε χοχλιούς, μυρωδάτα τσιγαριαστά χόρτα για καλιτσούνια και μπακαλιάρο και όχι μόνο, αλλά να φέρουμε και την Άνοιξη μέσα στα σπίτια μας, με τα πολύχρωμα αγριολούλουδα. Ετσι βρέθηκα, στον αποκορωνιώτικο κάμπο με μια μικρή παρέα. Ενα μεγάλο κοπάδι από πρόβατα και λίγες κατσίκες είχε πιάσει την πλαγιά και τις παπούρες νότια στον απέναντι λόφο και τράβηξε την προσοχή μου. Ενας βοσκός σβέλτος με τα σφυρίγματά του και με ιδιαίτερο τρόπο και λέξεις εκουβέντιαζε μαζί τους και τα ζώα σαν τους διαβασμένους ανθρώπους, υπάκουαν τις προσταγές του.

Ηταν γνωστός μου ο βοσκός, τον χαιρέτησα και του ζήτησα να μιλήσουμε μαζί, αλλά δεν στάθηκε, ήταν σε διαρκή κίνηση και ανησυχία και μου εξήγησε: «Περίμενε μια στιγμή κα Μαρία να τα κατεβάσω, να τα γυροβολιάσω εδώ κοντά να μη μου κάμουνε καμιά ζημιά και ύστερα με ρωτάς ό,τι θέλεις. Θωρείς τούτη τη μαυρομάτα; Ατιμο ωζό είναι, μπορεί να τα παρασύρει ούλα με μιας και να τα βάλει στο ξένο σπαρτό να με μπλέξει».

Η λέξη μαυρομάτα μου έδωσε τη σκέψη να γυρίσω πίσω στα παιδικά μου χρόνια: θυμάμαι διάβαζα τις πιστοποιήσεις που έδιδε ο πρόεδρος της Κοινότητας στον βοσκό με διάφορα χαρακτηριστικά των ζώων και ήταν απαραίτητο όταν πουλούσε ή όταν έσφαζε ζώα για την ασφάλειά του φυσικά από τις πολλές κλοπές της εποχές εκείνης. Ηρθε και πάλι κοντά μου ο κ. Μανώλης να προλάβω μου λέει να βοσκηθούνε γιατί γέρνει η μέρα και πρέπει να τα κουρτίσω, να τ’ αρμέξω και συνέχισε: «Αυτός ο χειμώνας μας ανάγκασε να τα ταΐζουμε με τροφές και ξοδέψαμε του κόσμου τα λεφτά και δεν ξέρω πώς θα βγάλουμε τα έξοδά μας».

Ηταν θαυμάσιες στιγμές για μένα! Να τα βλέπεις όλα σε συνεχή κίνηση, να σκύβουν τα κεφάλια, να βάζουν τη μύτη τους μέσα στο καταπράσινο χορτάρι, να μασουλίζουν, να ξανασηκώνουν τα κεφάλια τους, να χτυπούν τα λέρια και γύρω – γύρω τους τα κάτασπρα αρνάκια να πηδούν, να χαριετίζονται και να βελάζουν χαϊδευτικά. Ηθελα όμως περισσότερα να μάθω απ’ αυτήν τη συνάντηση και τον ρώτησα: Εσείς κ. Μανώλη που ζείτε χρόνια παρέα μ’ αυτά τα όμορφα ζωντανά, θα ξέρετε να μου πείτε, τις σαμές των προβάτων. «Αλίμονο! Οπως γνωρίζει ο γονιός τα κοπέλια του, γνωρίζει κι ο βοσκός ένα – ένα τα ζωντανά του. Παλιά που οι κλεψιές των οζών ήτανε φόβος και τρόμος ο βοσκός από τις σαμές εγνώριζε τα οζά του. Εβαζε ανθρώπους έμπιστους και τα διαλαλούσαν και καμιά φορά τα εύρισκε, όχι ούλα, αλλά ένα κομμάτι.

Και να σου πω να γελάσεις: Μια φορά εμάθαμε ποιος τα πήρε και δεν πρόλαβε να σφάξει κανένα κι όντε τα παίρναμε από το χοιρόσπιτο, έστεκε στην αυλή η μάνα του κλέφτη και μας λέει: Αφήσετε μωρέ ένα και του κοπελιού μου να το φάει που τόσες νύχτες τυραννιούντανε να τα βγάλει στο χωριό. Να σου πω δα τσι σαμές των οζών γράφε δεξιό ή αριστερό τρυπάφτι. Μια τρύπα στη μέση στο αφτί. Αυτό το οζό δεν το κλέβανε γιατί ήτανε τασιμάρι σε Αγιο. Αλλη, δεξιό πηρούνι ή αριστερό πηρούνι (ένα κόψιμο στην άκρη στο αφτί, σαν δίχαλο πηρούνι). Η σαμά δεξιό ή αριστερό ξιράφτι ήτανε ένα ξέφορτσο κόψιμο στο αφτί στην άκρη. Το μπροσκόκι ή πισοκόκι δεξιό ή αριστερό, ήταν ένα κόψιμο στο αφτί σχ. μικρού μισοφέγγαρου… μπροστά.

Η σαμά κουτσάφτι ήτανε ένα μικρό κόψιμο στο αφτί, στην κορυφή δεξιό ή αριστερό και τέλος το σκαρβέλι αριστερά ή δεξιά ένα χαραγμένο (γ) στο αφτί. Είχανε κι άλλα γνωρίσματα τα οζά “ψαλιδόστομη” η προβατίνα στη μια και στην άλλη μπάντα στο στόμα της έχει ένα μαύρο χρώμα σαν ψαλίδι. Η λιβανή, δηλαδή κάτασπρη, μαυρούλα, μαυροκέφαλη, μαυρομάτα κερούλα, μαυροπόδα, καμπουρομύτα, σουβλομύτα και οι αίγες είναι: η ζώνη, μπαλοματσάτη, κοκκινομάγουλη, ροδομάγουλη, βατσίνα ή βάτσα με μικρά – μικρά αφτιά. Κούτουλα ή κερατσάτος είναι το κριγιός. Μέσα στο κοπάδι των προβάτων υπάρχουν πάντα και τράγοι, οι προβατάρηδες και οι μπροστάρηδες αυτοί που πάνε μπροστά και οδηγούν τα πρόβατα με τα χαρακτηριστικά λέρια. Και οι κατσίκες είναι όμορφα οζά, αλλά θέλουμε χειμαδιό να μη κουράζεται ο βοσκός. Οταν αλλάζει ο καιρός οι τράγοι όση ομορφιά έχουνε, άλλη τόση γνώση διαθέτουν. Βγαίνουν σε ψηλό μέρος ή σε χαράκι και με ειδικά κουνήματα της κεφαλής τους κουβεντιάζουνε σαν διαβασμένοι άνθρωποι και μας δίδουνε σήματα από πιο μέρος έρχεται η κακοκαιριά, ο χιονιάς και μονομιάς παίρνουνε σήμα ούλα τα γιτσικιά και κατηφορίζουνε.

Ο καλός βοσκός, που λέγεται και ροδαράς, αφήνει για ζωντάρια διαλεκτούς τράγους και δε χορταίνεις να τσοι θωρείς, μακρόφυλοι, έξυπνοι, ζωντανοί και τους βάνει τα καλύτερα λέρια τα χοντρά σκραβέρια που χτυπούσαν σαν καμπάνες, τα γιδάλερα στις κατσίκες και τα κριαρικά στους γραγιούς είναι τα ψιλά καμπανέλια που φορούνε τα μικρά οζά. Οντε θα σμίξουνε ούλα κάνουνε μια θεϊκή ορχήστρα που ξεσηκώνουνε και τα άγρια πουλιά και τέτοια δεν βρίσκεις στσι καλύτερες συναυλίες που μας δείχνει η τηλεόραση. Εμένα η ζωή μου είναι η βοσκική και τη σημερινή εποχή όταν το κράτος σου δώσει τα απαραίτητα μέσα, τροφές, μηχανικά μέσα, στάβλους, γιατρούς να σε βοηθήσει και ο καιρός, προσφέρεις πολλά στον τόπο σου και όταν πληρώνεται ο κόπος σου, σου δίδει γλύκα η τούτηνα η τέχνη, τα 50 τα κάνεις 100 και παραπάνω και πλουτίζει ο τόπος γιατί ό,τι θέλεις σου δίδουνε τα οζά, είναι ευλογημένα από το Θεό». Εξαιρετική εμπειρία είναι η συντροφιά σας κ. Μανώλη και ήθελα να παρακολουθήσω και το άρμεγμα αν μου το επιτρέπετε. «Πολύ ευχαρίστως και φώναξε και την παρέα σου να πιείτε και όσο γάλα θέλετε».

Με δύο – τρία σφυρίγματα τα μάζεψε όλα και μπήκανε στην κούρτα σε ένα περιορισμένο μέρος δίπλα στη στάνη. Αρπούσε ένα – ένα από τα πισινά πόδια, το έβαζε ανάποδα ανάμεσα στα πόδια του, με τις δύο χούφτες έπιανε τον μαστό και με τα τρία τελευταία δάκτυλα της παλάμης έκανε μια κίνηση σαν μασάζ και μάζευε και έσπρωχνε το γάλα προς τη θηλή και με τον δείκτη και το μεγάλο δάκτυλο έσφιγγε τη θηλή και πετιόταν το γάλα στο καζάνι, ανοιγόκλεινε γρήγορα και προσεκτικά τα δάκτυλα για να μην τραυματιστεί ο μαστός. Τα περισσότερα ζώα ερχόταν με τη θέλησή τους να τ’ αρμέξει τα έγκαλα όπως μου είπε, ήτανε όμως άλλα που προσπαθούσε και τα κρατούσε με το ζόρι και φώναζε «έλα λάσο – λάσο» και αυτά αντιστέκονταν. «Τούτανε μου λέει είναι μουσκούλια, μαροπάκια δηλ. πρωτόγεννα και με τυραννούνε. Γαργαλιούνται σα τσοι τροζοκοπελιές». Ο βοσκός πολύ έμπειρος, άρμεξε καμιά πενηνταριά, γιατί τα άλλα τραβούσαν αρνάκια και όλη μέρα μπουσουλούσαν και έτρωγαν το γάλα. Βγήκε και κάθισε να ξεκουραστεί ολοκόκκινος και ιδρωμένος και κατάλαβε ότι είχα όρεξη να μάθω και άρχισε να μου λέει πως έκαναν παλιά το μαδαρίσιο τυρί της τρύπας. «Οταν εσφάζαμε τ’ αρνιά του γαλάτου, κόβαμε ένα μέρος της κοιλιάς που είχε την αγαστέρα, δηλ. μικρά κομματάκια μυζήθρα. Τη διαλούσαμε με κάποιο τρόπο, την κάναμε πητιά και πήζαμε το γάλα. Ψυγείο δεν ήτανε τότε και το βάζαμε σε τρύπες στο βουνό.

Οι μανάδες μας πήζανε το γάλα για μυζήθρα με σταγόνες γάλα από φύλλα συκιάς, με γιαούρτι ή λεμόνι, για γρήγορο πήξιμο. Τη μυζήθρα με την αγαστέρα τη βάζανε σε μικρά πήλινα κουρουπάκια, την πιέζανε καλά, βάζανε απάνω λίγο λάδι, σκεπάζανε καλά το κουρούπι, ανοίγανε λάκκο σε δροσερό μέρος στον κήπο, το βάζανε μέσα και διατηρούσανε τη μυζήθρα». Εδώ τελειώσαμε την κουβέντα. Δεν έχω λόγια να σας ευχαριστήσω κ. Μανώλη για όσα μου μάθατε σήμερα. Θα δώσω την ευκαιρία να τα μάθουν κι άλλοι. Σας περιμένουμε να περάσετε από το σπίτι μας να φάμε έναν ψαρίσιο μεζέ και να πιούμε ένα ποτήρι μαρουβά κρασί. Θα χαρούμε πολύ και πάλι σας ευχαριστώ.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες