Σάββατο, 13 Απριλίου, 2024

Η εγκατάσταση των προσφύγων στις πόλεις

Η Αδελφότητα Μικρασιατών Ν. Χανίων “ο Άγιος Πολύκαρπος” σε συνεργασία με τα “Χανιώτικα νέα”, παρουσιάζουν κάθε εβδομάδα ένα ιστορικό αφιέρωμα στη Μικρά Ασία, με αφορμή τη συμπλήρωση 100 ετών από τη μικρασιατική καταστροφή

Σεπτέμβριος του 1922…

Η Ελλάδα ζει μία από τις μεγαλύτερες καταστροφές. Η μεγάλη ιδέα, το όραμα « των πέντε θαλασσών και των δύο ηπείρων» καταρρέει σε λίγες μέρες, συμπαρασύρωντας εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων, ξεριζώνοντάς τους από την γη της Μικράς Ασίας, εξαφανίζοντας κάθε ίχνος Ελληνισμού της Ιωνίας και του Πόντου από τα πατρογονικά τους εδάφη.
Η υπογραφή της Σύμβασης της Λωζάνης, στις 20 Ιανουαρίου του 1923, η οποία καθιστούσε υποχρεωτική αλλά και οριστική την ανταλλαγή των πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία , ήταν ένα γεγονός στο οποίο αντέδρασαν έντονα και επίσης μία νέα πραγματικότητα στην οποία έπερεπε να αποδεχτούν το γεγονός της μη επιστροφής τους στην πατρίδα τους, και της μόνιμης εγκατάστασης πια στην Ελλάδα.
Δημιουργήθηκε η Ε.Α.Π (επιτροπή αποκατάστασης προσφύγων), στα τέλη του 1923 για να αναλάβει την παραγωγική εγκατάσταση των αγροτών προσφύγων και να διαχειριστεί αρχικά το Προσφυγικό Δάνειο του 1924.
Ξεκινάει ο αγώνας και οι προσπάθειες οργάνωσης για την βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης, από τους ίδιους τους πρόσφυγες πια, συμβάλλοντας στην επανεκίνηση της οικονομίας στην Ελλάδα, που σημειώθηκε ιδιαίτερα μετά το 1923.
Η κινητή περιουσία που μετέφεραν στην Ελλάδα, σύμφωνα με μια εκτίμηση, ήταν αξίας 25.000.000 λιρών.
Εγκαταστάθηκαν σε μεγάλο ποσοστό στην ύπαιθρο, αλλά ένας μεγάλος αριθμός τους παρέμεινε στα μεγάλα αστικά κέντρα, Αθήνα, Θεσσαλονίκη, Πειραιά, αλλά και Ηράκλειο, Βόλο και Πάτρα.

«Έχουν περάσει εννιά μήνες από την καταστροφή της Μικράς Ασίας το 1922. Από την Πούντα της Σμύρνης ταξίδεψα σκαστός για την Αθήνα με το βαπόρι (Ερμούπολη) με ψευδώνυμο Δημήτριος Λεφάκης, ράφτης το επάγγελμα, από την Άνδρο. Τριάντα τριών ετών.
Όταν φτάσαμε εις τον Σαρωνικό, έξω από το Σούνιο, ο καπετάνιος έκαμε κατάσταση των επιβατών του, γιατί εις τη δική μου κατηγορία υπήρχαν κι άλλοι, εκτός των επισήμων αιχμαλώτων που παρέλαβε. Τότε δήλωσα το πραγματικό μου όνομα, Παναγιώτης Σταμπούλος του Σωτηρίου, στρατιώτης του 56ου Συντάγματος, καταγωγή Βουρλά Σμύρνης.
Η ημέρα είχε προχωρήσει. Φθάσαμε εις το Λοιμοκαθαρτήριο Άγιος Γεώργιος πρωί 25ης Μαΐου 1923 και εις τον Πειραιά το μεσημέρι. Πρώτη φορά έρχομαι εις την Ελλάδα. Πρωτοπάτησα εις την προβλήτα της Τρούμπας του Πειραιώς. Ήταν ημέρα απογνώσεως και απελπισίας για εμένα.
Λίγο αργότερα βρέθηκα σε έναν στάβλο του Μοσχάτου. Βρήκα σκελετωμένη τη γιαγιά μου, Δεσποινιώ (μητέρα της μητέρας μου), ανάμεσα σε ράκη και βόδια. Αυτή με κόπο με συνόδεψε μέχρι τον Ηλεκτρικό Σταθμό του Μοσχάτου, από εκεί μέχρι το Μοναστηράκι, και συνέχεια ρωτώντας βρεθήκαμε εις την πλατεία των Παλιών Ανακτόρων, με τον πελώριο γυμνό χώρο και ακατάστατο. Μόνον με πέντε έως έξι πιπεριές προς την πλευρά του Βασιλικού Κήπου.
Εκεί, κάτω από τη μεσημεριανή, μαγιάτικη λάβα και τις πιπεριές, λίγα άτομα ξαπλωμένα, μικρά παιδιά, κορίτσια και δυο-τρεις μητέρες, ανάμεσα σε μπαγκάζια από παλιοκούρελα, περίμεναν άστεγοι και πεινασμένοι την τύχη τους από κάποιον.
Τους πλησίασα κι εγώ, ως όμοιός τους. Ρώτησα μήπως είναι κι αυτοί πρόσφυγες, μου απάντησαν καταφατικά “ναι”. Και πως περιμένουν από την Περίθαλψη που στεγάζεται μέσα στα Παλιά Ανάκτορα να τους τακτοποιήσει. Πλησίασα την πύλη των Ανακτόρων· εκεί, ένας-δυο στρατιώτες έπαιρναν οδηγίες από έναν υπολοχαγό.
Με κατάπληξη αναγνώρισα εις το πρόσωπό του τον συμπατριώτη μου και συμμαθητή του αδελφού μου Ευτύχιου, Νικόλαο Βαρκάτζα. Κι αυτός με γνώρισε, μου είπε πως πριν από λίγη ώρα έδωσε εις τον πατέρα μου δύο σκηνές κωνικές, μαζί και δύο στρατιώτες για να τις στήσουν εις την περιοχή του Νοσοκομείου Συγγρού, για να στεγαστεί αυτός και η χήρα Πηνελόπη Ψυχαλία με τον πατέρα της, Ν. Μπαμπούλη, με τα εγγόνια του.
Και πάλι μου έδωσε έναν στρατιώτη για να φθάσω εις τον ερημότοπο του πρόχειρου καταυλισμού. Προχωρήσαμε τη Λεωφόρο Κηφισίας, μπήκαμε εις την οδό Ριζαρίου (σ.σ. Ριζάρη), περάσαμε τη γέφυρα του πυροβολικού, περάσαμε από άγονα χωράφια, ανεβήκαμε το Βρυσάκι, φθάσαμε εις τη μοναδική οικοδομή του Μαυρομμάτη (προέδρου, τότε, του Σκοπευτηρίου) και από εκεί εις απόσταση 500 μέτρων, στα όπισθεν του νοσοκομείου, ήταν ένα καλύβι, πλάι εις το οποίον υπήρχαν δύο κωνικές, του στρατού, σκηνές.
Εκεί, τραβώντας τη γιαγιά μου, μαζί με τον στρατιώτη, φθάσαμε αναπάντεχα. Το τι επακολούθησε δεν περιγράφεται. Κλάματα, χαρές, απογοήτευση».

Χαρακτηριστικό είναι ότι, μέχρι το 1926 είχαν αποκατασταθεί σχεδόν 600.000 αγρότες πρόσφυγες, και είχαν καταφέρει να είναι οικονομικά αυτοσυντηρούμενοι.
Ενώ ή αποκατάσταση των προσφύγων στην ύπαιθρο, προχωρούσε με ταχύτερους ρυθμούς, δεδομένου ότι η ελληνική ύπαιθρος ήταν αραιοκατοικημένη, στα αστικά κέντρα προχωρούσε με πολύ αργούς ρυθμούς. Μέχρι το 1926 σε αντιστοιχία με την υπαίθρια – αγροτική αποκατάσταση, η αστική είχε φτάσει μόλις τους 70.000 αυτοσυντηρούμενους πρόσφυγες.
Μέσα από την Ε.Α.Π ( επιτροπή αποκατάστασης προσφύγων) υλοποιήθηκε το πρόγραμμα στέγασης σε οργανωμένους συνοικισμούς, δίνοντάς τους το μοναδικό περιουσιακό τους στοιχείο, στη νέα πατρίδα ,κάνοντας λίγο πιο υποφερτή την προσαρμογή αλλά και την ενσωμάτωσή τους στην ελληνική κοινωνία, δημιουργώντας τους ένα αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς.
Με αυτόν τον τρόπο δημιουργήθηκαν στην Αθήνα, οι συνοικισμοί του Βύρωνα, της Καισαριανής, της Νέας Ιωνίας, της Κοκκινιάς, ενώ μέχρι το 1930, ακολούθησαν οι συνοικισμοί του Υμητού, του Αγίου Ιωάννη Ρέντη, της Νέας Φιλαδέλφειας, της Νέας Σμύρνης, της Νέας Ερυθραίας, κτλπ.

Συνολικά, στην Αθήνα και τον Πειραιά δημιουργήθηκαν 46 προσφυγικοί συνοικισμοί. Στο διάστημα αυτό η ΕΑΠ αναλαμβάνει να χτίσει δύο σχολεία: ένα στον Βύρωνα και ένα στη Νέα Ιωνία και λίγο αργότερα, και στην Κοκκινιά.
Η συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων σε αυτές τις περιοχές ήταν, τεχνίτες, οικοδόμοι, εργάτες, υπάλληλοι, οι οποίοι εργάζονταν εκτός των συνοικισμών, γεγονός που καθιστούσε επιτακτική την ανάγκη δημιουργίας συγκοινωνιακού δικτύου, και κατά συνέπεια την κατασκευή νέων δρόμων, και επέκταση του οδικού δικτύου.
Οι πρόσφυγες που έφτασαν στην Ελλάδα, ήταν στην συντριπτική πλειοψηφία τους παιδιά, ηλικιωμένοι και γυναίκες, αφού ο ανδρικός πληθυσμός είχε σφαγιαστεί από τους Τούρκους, η γυναίκες έκαναν μια δυναμική είσοδο, στην αγορά εργασίας, προκειμένου να καταφέρει να συντηρήσει τα παιδιά της. Ξεκινά την δουλειά, σαν παραδουλεύτρα, δακτυλογράφος, υπάλληλος, υφάντρα.
Δημιουργούνται σε αυτές τις συνοικίες τα πρώτα υφαντουργεία, στην αρχή με ξύλινους αργαλειούς, ανοίγουν ζαχαροπλαστεία, οινοποιεία, φούρνοι, κομμωτήρια και κουρεία, ραφεία, παντοπωλεία αλλά και καμίνια όπου φτιάχνουν οικιακά είδη όπως γλάστρες, κεραμικά πιάτα κτλπ.
Στους συνοικισμούς εμφανίζονται οι πλανόδιοι πωλητές. Ο νερουλάς, ο τσαγκάρης, ο ποδηλατάς, ο σκουπάς και ο ακονιστής. Οι έμποροι για τα είδη προικός, που εφοδίαζαν τα νέα κορίτσια με λευκά είδη και παπλώματα για τα νέα τους σπίτια. Οι μικρασιάτες πλανόδιοι μάλιστα, ήταν τόσο ακριβής στα περάσματά τους από τις γειτονιές, που οι νοικοκυρές υπολόγιζαν την ώρα ανάλογα με το ποιος περνούσε.
Έτσι σιγά σιγά, η Ελλάδα μετά τους πρόσφυγες άλλαξε. Οι μικρές συνοικίες μεγάλωσαν, έγιναν πόλεις, υποδομές δημιουργήθηκαν από την αρχή. Σχολεία, δρόμοι και νοσοκομεία χτίστηκαν, η οικονομία επανεκκινήθηκε και η ζωή μέσα από τεράστιες δυσκολίες, «φάνηκε» να παίρνει τον δρόμο της…

ΠΗΓΕΣ

  • ΕΓΚΥΚΛΟΠΑΙΔΕΙΑ ΙΔΡΥΜΑΤΟΣ ΜΕΙΖΩΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ
  • Ξενοφών Φιλέρης, Οι σαλταδόροι του Βύρωνα
  • Π. Κιτρομιλήδης, η ιδεολογία του προσφυγισμού
  • Γ. Λαμψίδης, οι πρόσφυγες του 1922

Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα