Παρασκευή, 28 Ιανουαρίου, 2022

Η Χρυσομαλλούσα στη μυστηριώδη Xώρα της Σαμαριάς

Oι Βενετσιάνοι, μετά την κατάκτηση της Κρήτης, για να εξασφαλίσουν την κυριαρχία τους στο νησί, εκτός από κάστρα στα μεγάλα οικιστικά κέντρα καθώς και σε στρατηγικής σημασίας ακτές και νησίδες, ανήγειραν σε μερικά σημεία μικρότερα φρούρια ή πύργους, στα οποία υπηρετούσε ολιγο­μελής φρουρά.
Στη Χώρα Σφακίων και κοντά στην ακτή υπήρχε ερειπωμένος βυζαντινός πύργος και έτσι δεν χρειάστηκε να χτίσουν καινούριο, αλλά αναστήλωσαν τον ήδη υπάρχοντα.
Στην Κρήτη, ως γνωστόν, είχαν εγκατασταθεί δώδεκα μεγάλες βυζαντινές οικογένειες, μέλη των οποίων είχαν καθοριστική συμμετοχή στις εξεγέρσεις των Κρητικών κατά των Βενετσιάνων κατακτητών. Οι εξεγέρσεις είχαν συνήθως τοπικό χαρακτήρα, γιατί οι άρχοντες των μεγάλων οικογε­νειών ήταν διαιρεμένοι. Μέλη της μεγάλης και αρχοντικής οικογένειας Σκορδύλη είχαν εγκατασταθεί σε διάφορα σημεία της Κρήτης, ανάμεσα στα οποία ήταν και η Χώρα Σφακίων.
Στα ιστορικά βιβλία το έτος 1319 αναφέρεται συνήθως σαν η χρονιά της επανάστασης των Σφακιανών. Στην πραγματικότητα ήταν εξέγερση της οικογένειας των Σκορδύληδων, στο πλευρό των οποίων συστρατεύθηκαν πολλοί Σφακιανοί. Πέρα από τα πραγματικά γεγονότα, η επανά­σταση αυτή συμπληρώθηκε και απ’ τον θρύλο.
Ο άρχοντας Σκορδύλης των Σφακίων είχε εννέα γιους και μια κόρη 16 χρονών. Η κόρη αυτή, η Χρυσή, ξεχώριζε για τη θεσπέσια ομορ­φιά της και προπάντων για τα κατάξανθα, σαν χρυσάφι, μαλλιά της, που συνήθιζε να τα κάνει πλεξίδες. Σ’ όλα τα Σφακιά ήταν γνωστή σαν Χρυσομαλλούσα. Τα παλικάρια των Σφακίων θε­ωρούσαν μεγάλη τύχη να τη συναντήσουν στο δρόμο τους, ενώ και τα μέλη της ολιγάριθμης βε- νετσιάνικης φρουράς δεν έκρυβαν το θαυμασμό τους γι’ αυτή.
Στις μεγάλες και αρχοντικές οικογένειες επι­κρατούσε τότε η συνήθεια να υπάρχουν κοπέλες θεραπαινίδες, οι μετέπειτα ονομασθείσες υπηρέτριες ή οικιακοί βοηθοί, αλλά φυσικά με πλέον εξευ­γενισμένες υποχρεώσεις και αρκετή μόρφωση. Αυτές συνόδευαν πάντα τις αρχοντοπούλες στις εξόδους τους.
Μια ηλιόλουστη μέρα η Χρυσομαλλούσσα αποφάσισε να περπατήσει ως τη βρύση, στο Μεσο­χώρι, συνοδευόμενη φυσικά από τις υπηρέτριές της. Για κακή της τύχη, όμως, συναντήθηκε με τον βενετσιάνο φρούραρχο, τον Καπουλέτο, που βρέθηκε ξαφνικά μπροστά της είτε από σύμπτωση είτε γιατί το επεδίωξε.
Θαμπωμένος από την ομορφιά της δεν μπόρεσε να αντισταθεί στον πόθο του γι’ αυτήν. Την έσυρε απότομα κοντά του και τη φίλησε. Η Χρυσή, με θαυμαστή ψυχραιμία σήκωσε το χέρι της και με όση δύναμη διέθετε το κατέβασε στο μάγουλο του Καπουλέτου, ενώ οι συνοδοί της άρχισαν να τον πετροβολούν.
Ο φρούραρχος, όμως, δεν έχασε καιρό, τράβηξε μαχαίρι και μεμιάς έκοψε τις ολόξανθες πλεξί­δες της, παίρνοντας τες για λάφυρο. Όταν η Χρυσή γύρισε στο αρχοντικό κλαίγοντας και διηγή- θηκε τι είχε συμβεί, ο πατέρας της έγινε θεριό ανήμερο.
Χωρίς να χάσει καιρό συγκέντρωσε μερικούς από τους ανθρώπους του και ανηφόρησαν στο κά­στρο, όπου κατακρεούργησαν τον φταίχτη και το μεγαλύτερο μέρος της φρουράς.
Μόλις τα μαντάτα για τη σφαγή έφτασαν στο Χάνδακα, ο δούκας της Κρήτης έστειλε στρατό στη Χώρα για να συλλάβει τους Σκορδύληδες. Καταλαβαίνοντας, όμως, τι θα επακολουθήσει, ολό­κληρη η οικογένεια Σκορδύλη, μαζί με δεκαεπτά παλικάρια από τις συγγενικές οικογένειες των Ψαρομιλλήγγων και των Πάτερων, είχαν ξεκινήσει για το φαράγγι της Σαμαριάς, το καταφύγιο των επαναστατών και των κυνηγημένων. Εδώ στα φοβερά γκρεμνά και τις λέσκες των αγριμιών, τα γεν­ναία παλικάρια απέκρουαν τις επιθέσεις των Βενετσιάνων, που δεν ήταν συνηθισμένοι σε τέτοιους κακοτράχαλους τόπους και δεν μπορούσαν να καταβάλουν τους Σφακιανούς.
Οι πολιορκημένοι υπέφεραν τα πάνδεινα και ίσως να μην είχαν αντέξει, αν όλο αυτό το διάστημα άλλοι Σφακιανοί δεν τους εφόδιαζαν, κινδυνεύοντας να γκρεμιστούν ή να φονευθούν από τους πο­λιορκητές. Νύχτα, ή όταν λυσσομανούσαν οι καταιγίδες ή έπεφτε χιόνι, κατέβαιναν σαν τα αγρίμια από τους θεόρατους γκρεμούς, από τα παραφάραγγα Μιτατούλι, Σιδερόπουλο ή τον Καλόκαμπο και τους προμήθευαν με εφόδια.
Πού αμύνονταν, όμως, οι πολιορκημένοι τόσους μήνες; Μέσα στο σημερινό χωριό της Σαμα­ριάς ή στα γύρω γκρεμνά;
Όταν είσαι κατεχάρης και κατεβαίνεις από τον Άη Νικόλα, όπου έχει εντοπιστεί προχριστιανι- κό μαντείο, προς τον οικισμό της Σαμαριάς, λίγο πριν τα σκαλιά της τελευταίας στροφής, μπορείς να αφήσεις το κεντρικό μονοπάτι και να αρχίσεις το σκαρφάλωμα δεξιά (νοτιοδυτικά) ανάμεσα σε τεράστια πεύκα. Το παχύ στρώμα από πευκοβελόνες κάνει την ανάβαση επικίνδυνη.
Μετά από μια ώρα ανηφόρα συναντάμε ένα σχετικά χαμηλό, μικρού μήκους, τείχος από πελεκητές πέτρες και πιο πάνω δυο μεγάλα συνεχόμενα δωμάτια και πιο ψηλά άλλο ένα, καθώς και ένα λαξευμένο στη γη πηγάδι. Στην ίδια περιοχή υπάρχει άλλο ένα μεγάλο δωμάτιο με κονίαμα στους τοίχους. Το εσωτερικό του είναι γεμάτο από τεράστια βράχια που έχουν κυλήσει από ψηλότερα. Σε διάφορα σημεία βρίσκονται βίγλίστρες, απ’ όπου εποπτεύονται τα πάντα. Το υψόμετρο εδώ είναι 1.450 μέτρα.
Στο πλάι ανοίγονται τα φοβερά γκρεμνά του Σιδερόπουλου.
Ετούτος ο τόπος είναι γνωστός σαν η Χώρα της Σαμαριάς και, κατά τη γνώμη μου, είναι ο τόπος καταφυγής των Σκορδύληδων, ο τόπος της Χρυσομαλλούσας.
Στα νησιά του Αιγαίου, αλλά και σε ηπειρωτικούς τόπους, η επωνυμία Χώρα υποδηλώνει το κέν­τρο της περιοχής, την πρωτεύουσα του νησιού, το χώρο διαμονής των προυχόντων. Ετσι, εδώ φαί­νεται πως ζούσε και αμυνόταν επί δεκαεπτά μήνες ο άρχοντας Σκορδύλης.
Δυστυχώς κανείς δεν ενδιαφέρθηκε σοβαρά μέχρι τώρα να ερευνήσει και να αποκαλύψει το μυ­στικό της Χώρας. Λίγα κεραμικά που συνέλεξα από τη Χώρα πριν πολλά χρόνια, είναι σύμφωνα με τους ειδικούς μεσαιωνικά, ενισχύοντας τη θεωρία που διατυπώνω.
Ο Aγγλος περιηγητής Robert Pashley, που περιόδευσε στο νησί μας το 1833, στο βιβλίο του «Τα­ξίδια στην Κρήτη» αναφέρει ότι κατά τη διέλευσή του από το φαράγγι της Σαμαριάς ένας από τους οδηγούς τού υπέδειξε να ανέβει ως την τοποθεσία της Χώρας, πληροφορώντας τον ότι οι κάτοικοι της Σαμαριάς πίστευαν πως εδώ βρισκόταν το τελευταίο καταφύγιο των Ελλήνων.
Στη Χώρα κρυβόταν για ένα χρόνο (το 1938) ο στρατηγός Εμμανουήλ Μάντακας και άλλοι κυ­νηγημένοι από τη δικτατορία του Μεταξά.
Αλλά ας γυρίσουμε στη Χρυσή, που για να διώξει τη μελαγχολία της, την πρώτη περίοδο της φυγής, ύφαινε στον αργαλειό της, όπως λέει ο θρύλος, πολεμικές σκηνές και προπάντων τα κατορ­θώματα του αδελφού της Ρούσσου και του μνηστήρα της Πώλου. Ο Παύλος Ψαρομήλιγκος ήταν ένα γεροδεμένο εικοσάχρονο παλικάρι, που ακολούθησε την οικογένεια της μνηστής του στη Χωρα.
Η Χρυσή είχε υποστεί ψυχικό κλονισμό και διαρκώς είχε το φόβο μήπως καταφέρει να φτάσει ως αυτήν κάποιος Βενετσιάνος για να την εκδικηθεί. Υπέφερε στη σκέψη πως όλος αυτός ο χαλασμός, η ταλαιπωρία και οι σκοτωμοί, είχαν προκληθεί εξαιτίας της. Κάποτε οι Βενετσιάνοι βαρέθηκαν την ανώφελη πολιορκία και τους σκοτωμούς και με κάποιο πρόσχημα αποχώρησαν, άγνωστο με ποια συμφωνία, και οι πολιορκούμενοι ξαναγύρισαν στη Χώρα Σφακίων. Η Χρυσή, όμως, δεν ήθελε ν’ ακούσει για γυρισμό στον τόπο της προσβολής και ήταν σχεδόν βέβαιη ότι η ιστορία θα είχε συ­νέχεια. Έγινε καλόγρια και έμεινε στη Σαμαριά/Ισως τότε να χτίστηκε και το εκκλησάκι της Οσίας Μαρίας, ως τάμα λυτρωμού.
Λίγο πιο ψηλά από τον οικισμό της Σαμαριάς και το εκκλησάκι της Οσίας Μαρίας βρίσκεται ένα σπηλιάρι, που οι Σαμαριανοί το γνώριζαν σαν «τση Καλογρές ο Σπήλιος» και πιο δίπλα η τοπο­θεσία «τση Καλογρές το Αρμί».Ίσως εκεί μόναζε η Χρυσή και εκεί ήταν ο τόπος προσευχής της. Τ’ αδέλφια της, σύμφωνα με το θρύλο, μην μπορώντας να την πείσουν να γυρίσει κοντά τους, θέλη­σαν κάτι να της προσφέρουν. Έτσι της έφτιαξαν έναν ολόχρυσο αργαλειό. Τίποτα, όμως, δεν μπο­ρούσε να της ξαναδώσει ζωή. Είχε κυριευτεί από μελαγχολία και δεν ήθελε να θυμίζει σε τίποτα την όμορφη κοπέλα, που έγινε αφορμή γι’ αυτόν τον χαλασμό. Φορούσε πάντοτε στο κεφάλι της μαύρο μαντήλι, άλειφε το πρόσωπό της με αλεύρι ή ζύμη και δεν άφηνε τα μαλλιά της να μεγαλώ­σουν.
Στο τέλος πέθανε από μαρασμό και ασιτία και οι δικοί της την έθαψαν στο εκκλησάκι της Οσίας Μαρίας. Ο θρύλος αναφέρει πως μαζί έβαλαν και τα χρυσαφικά της καθώς και τον χρυσό αρ­γαλειό. Μέχρι πριν πολλά χρόνια η τοποθεσία ήταν γνωστή σαν «τση Χρυσής το Μνήμα». Όταν η καλή του πέθανε, ο Πώλος, ο μνηστήρας της, διάλεξε μια ασφεντηλιά, ακριβώς απέναντι από τον τάφο της, όπου μέρα – νύχτα καθόταν μόνος και θρηνούσε την αγάπη του. Αυτό δεν κράτησε για πολύ, καθώς πολύ σύντομα την ακολούθησε…
«Του Πώλου η Ασφεντηλέ» έμεινε εκεί πολλά χρόνια και το τοπωνύμιο ήταν γνωστό στους παλιούς.
Οι γερόντοι που έφταξα πριν από πενήντα χρόνια στην Αγία Ρουμέλη, είχαν πολλά να διηγηθούν για τη Χρυσομαλλούσσα. Διηγούνταν ότι για μεγάλο χρονικό διάστημα πολλοί γύρευαν τον τάφο της για να πάρουν τα χρυσαφικά της και τον χρυσό αργαλειό.
Λίγο μετά τη δημιουργία του Εθνικού Δρυμού στη Σαμαριά, πραγματοποιήθηκαν «έργα προστα­σίας» (ή καταστροφής) στην Οσία Μαρία από τη Δασική Υπηρεσία. Ανασκάφηκε βάναυσα ένας τάφος μέσα στο εκκλησάκι, που περιείχε τέσσερις ταφές και ένας άλλος δίπλα και έξω από την εκκλησία.
Τα οστά σ’ αυτόν ήταν αποσαθρωμένα από τον χρόνο, αλλά το κεφάλι βρισκόταν σε άριστη κα­τάσταση και ανήκε σε γυναίκα. Όλως παραδόξως διατηρούνταν πάνω σ’ αυτό θαυμάσια τα καφε- τιά μαλλιά της κοπελιάς, κομμένα και γυρισμένα στο πλάι. Είμαι σίγουρος πως ήταν της Χρυσομαλλούσσας. Σ’ αυτό συνηγορούν τα παρακάτω:
Οι γυναίκες των Σφακίων, ιδίως εκείνα τα χρόνια, δεν έκοβαν έτσι τα μαλλιά τους, πόσο μάλ­λον στον απομονωμένο οικισμό της Σαμαριάς. Τα έκοψε η Χρυσή για τους λόγους που ανέφερα, όπως για τους ίδιους λόγους δεν επιθυμούσε να είναι πλέον ξανθιά και τα έβαφε. Συνθετικές βαφές φυσικά δεν υπήρχαν τότε και αυτό γινόταν με φυτικά παρασκευάσματα, με τη βοήθεια των οποίων συντηρήθηκαν τα μαλλιά ώστε να είναι έτσι που τα αντικρίσαμε.
. Βέβαια δεν βρέθηκαν τα χρυσά της Χρυσής, αλλά, παρά τις φήμες των παλαιών Σφακιανών πως κανείς δεν τα ‘χε ανακαλύψει, είναι πολύ πιθανόν να είχαν αφαιρεθεί κάποτε. Το μοναδικό πράγμα που διασώθηκε ήταν μια χάντρα, ίσως είδος μενταγιόν, που όμως δεν γνωρίζω ποιος την πήρε.
Κρίμα, γιατί θα ήταν καθοριστικό αυτό το εύρημα για την ταυτοποίηση της νεκρής. Το κρανίο με τα οστά είχε τοποθετήσει ο φίλος, νεαρός τότε, ιερέας Διομήδης Τζάτζιμος σε ξύλινο κουτί και τα είχε μεταφέρει στο ιερό της εκκλησίας του Χριστού, στον οικισμό της Σαμαριάς.
Μετά από δημοσίευμά μου τότε, στο οποίο ανέφερα την πιθανότητα να ανήκουν στη Χρυσο­μαλλούσσα, δυστυχώς εξαφανίστηκαν. Φαίνεται κάποιος νόμιζε ότι θα αποκτήσει χρήματα απ’ αυτά και όταν αντιλήφθηκε ότι αυτό δεν ήταν δυνατόν, τα απέρριψε κάπου…
Τη χρονική περίοδο στην οποία αναφέρονται τα γεγονότα που περιέγραψα, σίγουρο είναι πως ούτε ο οικισμός ούτε το φαράγγι είχαν τη σημερινή ονομασία της Αιγύπτιας Οσίας. Πρέ­πει να αναφερόταν ως «φαράγγι της Αγίας Ρουμέλης», όπως μας αποκαλύπτουν οι βενετσιάνικοι χάρτες. Για πρώτη φορά συναντούμε το τοπωνύμιο Σαμαριά στον χάρτη της Γερμανικής Χαρτο­γραφικής Σχολής, χαλκογραφημένο το 1702.
Ακόμη κι αν δεν διασώθηκαν τα οστά της Χρυσομαλλούσσας, η Χρυσή Σκορδύλη σίγουρα προ­σεύχεται για τον Πώλο και τους δικούς της εκεί «στση Καλογρές το Αρμί» και αγνατεύει προς τη Χώρα. Κι ο Πώλος τις δύσκολες νύχτες που λυσσομανάνε οι καταιγίδες και ανοίγουν οι καταρρά­κτες τριγύρω τση Σαμαριάς, σιγοντάρει με τη λύρα την απόκοσμη μελωδία των κεραυνών και της βοής του νερού που κατεβαίνει από τον Καλόκαμπο.
Μια νύχτα του Φλεβάρη, πριν από τριάντα τρία χρόνια, που η ξαφνική καταιγίδα μ’ είχε απο­κλείσει μ’ ένα φίλο, στη Σαμαριά, όπως έχω ήδη αναφέρει, και οι κεραυνοί που χτυπούσαν στα γκρεμνά του Πρινιά αντιλαλούσαν ανατριχιαστικά πεντέξι φορές και τα νερά του χειμάρρου κατέ­βαζαν βράχους και κορμούς δέντρων, άκουσα την προσευχή της Χρυσής και τη λύρα του Πώλου.
Πιστέψτε με!
Ο γυμνασιάρχης Αντωνιάδης στην 223 σελίδων έμμετρη ιστορική του αφήγηση “Η Χρυσομαλλούσσα των Σφακίων” (έκδ. 1883) περιγράφει με λεπτομέρειες όλο το χρονικό αυτής της εξέγερσης καθώς και την τραγωδία της Χρυσής και του Πώλου. Εξιστορεί επίσης τη ζωή στο φαράγγι της Σαμαριάς, όπως του τη διηγήθηκαν οι γεροντότεροι ή όπως τη διέσωσε ως τις μέρες του η παράδοση.

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα