Τρίτη, 28 Μαΐου, 2024

Η Άλωση της Πόλης, 29 Μαΐου 1453

Παραμονές της Άλωσης. Οι λίγοι που είχαν απομείνει στη ρημαγμένη πρωτεύουσα είχαν χωριστεί προ καιρού σε δύο στρατόπεδα, τους Ενωτικούς και τους Ανθενωτικούς, όπου επικρατούσε η παρανοϊκή μισαλλοδοξία.

Οι Ανθενωτικοί είχαν λοιδορήσει, κυνηγήσει, απειλήσει και εντέλει αποπέμψει από την Πόλη τους κορυφαίους Ενωτικούς. Και μόνον όταν όλοι κατάλαβαν ότι έφτασε το τέλος, επέτρεψαν στον «μιαρό» αυτοκράτορα να λειτουργηθεί στην Αγία Σοφία και να μεταλάβει των αχράντων μυστηρίων. Ήταν κι αυτός ένας από εκείνους που είχε αποδεχτεί τις επιλογές του αδελφού του και προκατόχου του, Ιωάννη Η΄ Παλαιολόγου (φωτ), ο οποίος είχε μεταβεί αυτοπροσώπως στην Ιταλία, για τη Σύνοδο της Φερράρας – Φλωρεντίας (1437-1439). Είχε προηγηθεί (το 1430) η κατάληψη της Θεσσαλονίκης, αλλά και των Ιωαννίνων (1431), από τους Οθωμανούς.

Ο Ιωάννης δεν ήταν μόνος στη Σύνοδο. Τον συνόδευαν επτακόσιες πολλά μορφωμένες προσωπικότητες, μεταξύ των οποίων ο Πατριάρχης Ιωσήφ Β΄, αντιπρόσωποι όλων των ορθοδόξων Πατριαρχείων και Εκκλησιών, και ο Γεώργιος Γεννάδιος – Σχολάριος. Ο Σχολάριος, όπως και πάρα πολλοί άλλοι, ήταν υπέρ της ένωσης των Εκκλησιών, αλλά μετά την αποτυχία της Συνόδου και την ήττα των δυτικών δυνάμεων στη Σταυροφορία του 1444 (στη μάχη της Βάρνας, όπου οι Οθωμανοί κατατρόπωσαν τους 30.000 μαχητές), άλλαξε στρατόπεδο και διαδέχτηκε τον Μάρκο Ευγενικό στην ηγεσία των πολεμίων της Ένωσης. Πέντε μήνες πριν από την Άλωση, μόλις ο Μονεμβασιώτης λόγιος και πρώην Αρχιεπίσκοπος Κιέβου Ισίδωρος, που είχε γίνει στο μεταξύ λεγάτος του Πάπα στη Μόσχα, ανακοινώσε μετά τη λειτουργία στην Αγία Σοφία την ένωση, ο Σχολάριος κλείστηκε στο κελλί του και ανάρτησε στη θύρα διάγγελμα, στο οποίο ορκιζόταν ενώπιον του Κυρίου ότι προτιμούσε να πεθάνει παρά να προδώσει την ορθόδοξη πίστη. Θεωρούσε ότι η ένωση είναι έργο του διαβόλου και ότι προμήνυε την πτώση εκείνων, οι οποίοι γυρίζουν την πλάτη τους στο Θεό. Αυτά έγιναν τον Δεκέμβριο του 1452.
Τον Φεβρουάριο του 1453, ξεκίνησαν από την Αδριανούπολη τα πρώτα στρατεύματα, ενώ ο σουλτάνος Μεχμέτ Β΄ ο Πορθητής έφτασε έξω από τα τείχη της Πόλης στις 5 Απριλίου. Η τραγωδία του εμφύλιου σπαραγμού εντός των τειχών, όπου μεταξύ των υπερασπιστών ήταν και Βενετοί και Γενοβέζοι και μερικοί άλλοι Δυτικοί, δεν σίγασε παρά μόνον την παραμονή της Άλωσης. Τη νύχτα ξανάνοιξε η κλειστή μέχρι τότε Αγία Σοφία. Εκεί έγινε η τελευταία λειτουργία. Πατριάρχης δεν υπήρχε. Ο τελευταίος αυτοκράτορας σήκωσε μονάχος το βάρος μιας χιλιόχρονης ιστορίας.
Και σημασία δεν έχει αν εκ των υστέρων θεωρεί κανείς ότι είχαν δίκιο ή άδικο οι Ανθενωτικοί ή Ενωτικοί. Σημασία έχει ο τρόπος, με τον οποίο εκφράστηκε αυτή η κρισιμότατη πνευματική και πολιτική διαφωνία. Το μίσος που καλλιεργήθηκε, η δημαγωγία που παρέσυρε τα πλήθη, το χέρι που έκλεισε τις θύρες της Αγίας Σοφίας. Μια κοινωνία διαλυμένη που πίστευε στον τιμωρό Θεό και στον Πορθητή, που θα εκτελούσε την τιμωρία. Σημασία έχει ότι κάποιοι, πολλοί, και τώρα ανάμεσά μας, υποστηρίζουν ακόμα και διαδίδουν ότι ο Γενοβέζος Ιουστινιάνης, στον οποίο ο Παλαιολόγος ανέθεσε την άμυνα της Πόλης, ήταν αυτός που άνοιξε την Κερκόπορτα. Όμως η πυλίδα ήταν προ καιρού ανοιχτή. Η διχόνοια, το μίσος, η παραφροσύνη την είχαν αφήσει ορθάνοιχτη!
«Εάν μισούνται ανάμεσό τους δεν τους πρέπει ελευθεριά» γράφει ο Σολωμός στον Εθνικό Ύμνο για να ξορκίσει τη Διχόνοια μεταξύ των αγωνιστών του ’21.
Παραμονή της Άλωσης, 564 χρόνια μετά. Κοινωνική κατάπτωση, ψυχική εξαθλίωση, βάρβαρα λόγια, ζόφος. Πόσο θλιβεροί και επικίνδυνοι είναι αυτοί που πυροδοτούν το μίσος και οπλίζουν το χέρι των εγκληματιών; Μπουρινιασμένος καιρός, μαύρες σκέψεις, οργή, πίκρα, η παραλυσία του σκεπτόμενου τμήματος της κοινωνίας μας. Και οι αθλιότητες πέφτουν ασταμάτητα σαν τη βροχή. Θα τα ξεχάσουμε όλα μόλις βγει ο ήλιος. Όπως πάντα.
Αλλά η άλωση μοιάζει να αργεί, ακόμα και την παραμονή. Εξάλλου, κάποιος «άλλος» θα ανοίξει την Κερκόπορτα. «Όπως πάντα», θα πουν πολλοί.

Για τους επιζώντες (ή επιζήσαντες)
Απόψε δεν σκέφτομαι τους νεκρούς, αλλά τους επιζώντες. Τα νιόπαντρα ζευγάρια και τα κοριτσόπουλα, που δεν πρόλαβαν καλά καλά να ονειρευτούν. Τους γέροντες, που είδαν να γκρεμίζεται όλη τους η ζωή. Τους λιμοκτονούντες, τους άγουρους, τα ναυτόπουλα, τους λαγουμιτζήδες, τις αρχόντισσες, τους καλογέρους και τον κλήρο, τους τραυματίες, τον έντρομο κοσμάκη που έμεινε και πολέμησε με ξύλα και με πέτρες για να κρατήσει την Πόλη, την αποκλεισμένη από στεριά και θάλασσα. Τρεις μέρες κράτησε η λεηλασία. Οι επιζώντες αιχμαλωτίστηκαν και σύρθηκαν στην Αδριανούπολη.
Πώς διαχειρίζεσαι τη νέα σου ζωή; Ύστερα είναι κι όλο το αρχοντολόι. Ποιους μηχανισμούς επιβίωσης θα επιλέξεις; Και πόσες δυνατότητες επιλογών υπάρχουν; Σκέφτομαι αυτούς που τούρκεψαν, αυτούς που συνεργάστηκαν, αυτούς που αρνήθηκαν να συμβιβαστούν με την πραγματικότητα, αυτούς που έπρεπε να χωριστούν από συγγενείς και φίλους, επειδή τράβηξαν διαφορετικούς δρόμους, αυτούς που σύρθηκαν στο μαρτύριο. Μα σκέφτομαι κι όλους τους ξεριζωμένους, εκείνους που είχαν προλάβει να φύγουν κι εκείνους που κατάφεραν να γλυτώσουν την ύστατη ώρα. Την απελπισία των λογίων στις αυλές και τα κολλέγια της Εσπερίας σκέφτομαι. Τους πρόσφυγες που βάφτιζαν τα παιδιά τους με ονόματα αυτοκρατόρων, για να μείνουν στη συλλογική μνήμη οι Δουκάδες και οι Λασκαρίνες. Την πίκρα του αυτοεξόριστου Βησσαρίωνα σκέφτομαι. Άφησε στη Βενετία την πολύτιμη βιβλιοθήκη του (τη Μαρκιανή) με τον όρο να είναι ανοιχτή σε όλους, ώστε να έχουν πρόσβαση και οι  Έλληνες. Σκέφτομαι την αλλοφροσύνη του Γεωργίου του Τραπεζούντιου, που έστειλε τον Ιούλιο του 1453 στον Πορθητή μια πραγματεία σχετικά με τη χριστιανική πίστη, όπου προτείνει να ενωθούν ο Χριστιανισμός και το Ισλάμ. Τη μεγαλοδούκισα Άννα Παλαιολογίνα Νοταρά σκέφτομαι, που παραχώρησε το βενετσιάνικο αρχοντικό της στους στρατιώτες, όσους είχαν μπει στην υπηρεσία της Γαληνοτάτης, και ήθελαν να προσεύχονται κάπου, αλλά η άδεια για ίδρυση ορθόδοξης εκκλησίας έκανε δεκαετίες να δοθεί στους «αιρετικούς». Κι ώσπου να δοθεί η άδεια για το κτίσιμο του Αγίου Γεωργίου των Ελλήνων (San Giorgio dei Greci),* όπου θα μπορούσαν και να ενταφιάζουν τους νεκρούς τους, μέχρι το 1511 τους έριχναν στα νερά της λιμνοθάλασσας. Όμως εκεί, στη λαγκούνα της Αδριατικής βρήκαν οι Πολίτες «την αχάριστη κόρη της Κωνσταντινούπολης».
Όσοι θυμούνται την 29η Μαΐου, τιμούν τους νεκρούς. Κι εγώ μαζί τους. Αλλά ποιος θα κλάψει με τους επιζώντες; Για τα διλήμματα, την φρίκη, τις απορίες, τις ενοχές, τις απώλειες, το βαρύ φορτίο της αιχμαλωσίας ή της προσφυγιάς. Το ανείπωτο βάρος της Άλωσης, το αφόρητο κενό, προστέθηκε στην ψυχική καταπόνηση που είχε προκαλέσει ο αδελφοκτόνος παραλογισμός, ο διχασμός ανάμεσα σε Ενωτικούς και Ανθενωτικούς. Διεμερίσαντο τα ιμάτιά μου εαυτοίς…

• San Giorgio dei Greci.
Η κατασκευή άρχισε από τον Σάντε Λομπάρντο και από το 1548 συνεχίστηκε από τον Τζιαντώνιο Χιόνα. Το καμπαναριό χτίστηκε το 1592. Στο εσωτερικό του ναού, μαρμάρινη πλάκα με επιγραφή του 1564 αναφέρει ότι ο ναός αφιερώθηκε στον Χριστό και στον Άγιο Γεώργιο από τους Έλληνες που μετοικούσαν στη Βενετία («τους αεί καταίροντας Ενετίαζε των Ελλήνων»).

Πηγή: Πολιτιστική Εταιρεία
Πανόραμα Μαριάννα Κορομηλά

 

•*Η Στέλλα Γκοζάνη – Χαριτάκη είναι πρόεδρος Αδελφότητας Μικρασιατών Ν. Χανίων “ Ο Άγιος Πολύκαρπος


Ακολουθήστε τα Χανιώτικα Νέα στο Google News στο Facebook και στο Twitter.

Δημοφιλή άρθρα

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Χρήσιμα