Πέμπτη, 28 Οκτωβρίου, 2021

Φθινοπωρινά…

«Αν με δεις απόψε να κουβεντιάζω με το φθινόπωρο/ μη μ’ ενοχλήσεις./ Με φώναξε να πιούμε ένα κρασί/ και να μου διαβάσει κάτι στίχους,/ που ξεδιάλεξε από παλιά κιτρινισμένα φύλλα». Τα που μας λέει στην τρίτη ποιητική σειρά του υπέροχου “Ψηφιδωτού” του ο Ιάσονας Ευαγγέλου. Μου αρέσει κι εμένα, μου άρεσε από τότε που ήμουν μικρός, η κουβέντα μ’ αυτήν την εποχή. Με τα χελιδόνια λίγο πριν αναχωρήσουν για το μεγάλο ταξίδι τους. Με τα φύλλα των δέντρων ενώ πέφτουν στη γη. Με τις σταγόνες της βροχής που χοχλακίζουν στο χώμα. Με τις ασχολίες της που είναι σήμερα άγνωστες λέξεις, όπως τη λέξη “ζευγάρισμα”. Με τον μούστο που βράζει στα βαρέλια. Με τα σύννεφα που παίζουν κυνηγητό με τον ήλιο. Με τη θάλασσα που έχει αρχίσει να ρυτιδιάζει. Με τα τελευταία σταφύλια της κρεβατίνας. Με τα πρωτάκια που πήγαν στο “σκολειό” για να μάθουν γράμματα. Με τις γιορτές του με “προεξάρχουσα” αυτήν της Παναγίας της Μεσοσπορίτισσας. Με τη ματωμένη ρίζα της άνοιξης, που την παρέλαβε στις αρχές του τρίτου δεκαημέρου του Σεπτέμβρη, για να την παραδώσει ύστερα από τρεις μήνες στον χειμώνα.

«Γυρίσαμε πάλι στο φθινόπωρο, το καλοκαίρι/ σαν ένα τετράδιο που μας κούρασε γράφοντας μένει/ γεμάτο διαγραφές αφηρημένα σχέδια/ στο περιθώριο κι ερωτηματικά,/ γυρίσαμε στην εποχή των ματιών που κοιτάζουν/ στον καθρέφτη μέσα στο ηλεκτρικό φως/ σφιγμένα χείλια κι οι άνθρωποι ξένοι/ στις κάμαρες στους δρόμους κάτω απ’ τις πιπεριές/ καθώς οι φάροι των αυτοκινήτων σκοτώνουν/ χιλιάδες χλωμές προσωπίδες», μας λέει στο ποίημά του “Ένας λόγος για το καλοκαίρι” ο Γιώργος Σεφέρης, ο πρώτος απ’ τους δυο νομπελίστες ποιητές μας (ο άλλος είναι ο Οδυσσέας Ελύτης) που έφυγε μια μέρα πριν αρχίσει το φθινόπωρο του 1971, εν μέσω δικτατορίας, για τον Επουράνιο Παρνασσό. Αφήνοντας κληρονομιά σ’ όλους μας την ποίησή του, γιατί όπως είπε μιλώντας στην απονομή του Νόμπελ (1963) «ο σύγχρονος κόσμος όπου ζούμε, ο τυραννισμένος από τον φόβο και την αγωνία, τη χρειάζεται την ποίηση, γιατί η ποίηση έχει τις ρίζες της στην ανθρώπινη ανάσα -και τι θα γινόμασταν, αν η πνοή μας λιγόστευε;».

Φθινόπωρο και επισήμως από προχθές, Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου και ώρα 10.21 μ.μ., καθώς έλαβε χώρα η φθινοπωρινή ισημερία. Από δω και πέρα και για τρεις μήνες, μέχρι τις 22 του Δεκέμβρη, μπορεί μια μέρα πριν, μια μέρα μετά, όλο θα μικραίνει η μέρα και θα μεγαλώνει η νύχτα. Γενικός κουμανταδόρος στο πλανητικό μας σύστημα ο Βασιλιάς Ήλιος. Ήλιε, ήλιε, αρχηγέ! Καλό φθινόπωρο και καλό χειμερινό λιοστάσι!

Και… στα πεταχτά

Ανάθεμα στον ΕΝΦΙΑ μ’ έχει αγχώσει τόσο,/ τα χρήματα πρέπει να βρω τη δόση να πληρώσω.// Λαχείο πήρα σήμερα, μακάρι να κερδίσω,/ όλες τις δόσεις μονομιάς, έτσι θα εξοφλήσω.// Και οι τριακόσιοι θα ‘πρεπε τον νόμο να ψηφίσουν/ τον κερατά τον ΕΝΦΙΑ σαφή να καταργήσουν». Και βέβαια συνυπογράφω τις σημερινές μαντινάδες της Νεκταρίας Θεοδωρογλάκη, που αναφέρονται και οι τρεις στον ΕΝΦΙΑ, ανάθεμα και τρις ανάθεμά τον!

Μια χαραμάδα αισιοδοξίας στο κρητικό μέτωπο αντιμετώπισης του κορωνοϊού. Μεγάλη η πτώση στο ιικό φορτίο έδειξαν, λέει, οι τελευταίοι εργαστηριακοί έλεγχοι στα αστικά λύματα. Ώρα μας είναι να βγούμε στους δρόμους και να πανηγυρίζουμε!.. Αργεί το κακό να γίνει φάντασμα;

«Ποιος είδε κράτος λιγοστό, σ’ όλη τη γη μοναδικό/ εκατό να εξοδεύει και πενήντα να μαζεύει;/ Να τρέφει όλους τους αργούς, να ‘χει επτά πρωθυπουργούς,/ ταμείο δίχως χρήματα και δόξης τόσα μνήματα;/ Να ‘χει κλητήρες για φρουρά και να σε κλέβουν φανερά,/ κι ενώ αυτοί σε κλέβουνε/ τον κλέφτη να γυρεύουνε; […] Δυστυχία σου, Ελλάς, με τα τέκνα που γεννάς!/ Ω Ελλάς, ηρώων χώρα,/ τι γαϊδάρους βγάζεις τώρα». Ένα απ’ τα πιο γνωστά ποιήματα του Γεωργίου Σουρή (1853-1919) που τον ονομάτισαν σύγχρονο Αριστοφάνη. Σίγουρα θα είχε πολλά να εμπνευστεί αν ζούσε σήμερα…

Αφήστε ένα σχόλιο

Please enter your comment!
Please enter your name here

Εντός εκτός και επί τα αυτά

Μικρές αγγελίες

aggelies

Βήμα στον αναγνώστη

Στείλτε μας φωτό και video ή κάντε μία καταγγελία

Συμπληρώστε τη φόρμα

Ειδήσεις

Σχόλια

Συνεργασίες

Διαδρομές

Podcasts

Επιστολές

Χρήσιμα

Μόνιμες στήλες